Η αφαίρεση της ιθαγένειας λόγω αδικημάτων που σχετίζονται με την τρομοκρατία δεν παραβίασε το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή

ΑΠΟΦΑΣΗ

Ghoumid κ.α. κατά Γαλλίας της 25.06.2020 (αρ. προσφ. 52273/16, 52285/16, 52290/16, 52294/16 και 52302/16)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αφαίρεση ιθαγένειας και τρομοκρατία. Δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής.

Πέντε άτομα, τα οποία είχαν προηγουμένως διπλή υπηκοότητα, καταδικάστηκαν για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση για διάπραξη τρομοκρατικής πράξης. Αφού εξέτισαν τις ποινές τους,  αποφυλακίστηκαν το 2009 και το 2010, και στη συνέχεια τους αφαιρέθηκε η γαλλική ιθαγένεια τον Οκτώβριο του 2015.

Το Δικαστήριο επανέλαβε την πάγια νομολογία του, ότι η τρομοκρατία αποτελούσε από μόνη της σοβαρή απειλή για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Καθώς οι προσφεύγοντες είχαν ήδη και άλλη ιθαγένεια, η απόφαση να τους αφαιρεθεί η γαλλική ιθαγένεια δεν θα τους καθιστούσε απάτριδες. Επιπλέον, η απώλεια της γαλλικής ιθαγένειας δεν συνεπάγεται αυτομάτως απέλαση από τη Γαλλία, αλλά εάν αποφασιστεί ένα τέτοιο μέτρο εναντίον τους, θα είχαν παρ’ όλα αυτά πρόσβαση σε κατάλληλα ένδικα μέσα για να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους.

Τέλος, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η στέρηση της ιθαγένειας βάσει του νόμου δεν αποτελούσε ποινική κύρωση, κατά την έννοια του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου (δικαίωμα κάθε προσώπου να μη δικάζεται ή να τιμωρείται δύο φορές για το ίδιο αδίκημα), αλλά διοικητική και ως εκ τούτου η διάταξη αυτή ήταν ανεφάρμοστη.

Μη παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής (άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου).

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 8

Άρθρο 4 7ου Πρωτοκόλλου

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες, Bachir Ghoumid, Fouad Charouali, Attila Turk, Redouane Aberbri και Rachid Ait El Haj είναι Μαροκινοί υπήκοοι, εκτός από τον τρίτο προσφεύγοντα ο οποίος είναι Τούρκος. Όλοι τους ζουν στη Γαλλία.

Σε απόφαση της 11ης Ιουλίου 2007, το Ποινικό Δικαστήριο του Παρισιού καταδίκασε τους πέντε προσφεύγοντες για συμμετοχή τους, κατά την περίοδο 1995 έως 2004, σε εγκληματική οργάνωση για διάπραξη τρομοκρατικής πράξης.

Ο κ. κ. Turk και Aberbri άσκησαν έφεση στο Εφετείο του Παρισιού, το οποίο επικύρωσε τις  καταδίκες την 1η Ιουλίου 2008. Τον Απρίλιο του 2015, ο Υπουργός Εσωτερικών ενημέρωσε τους προσφεύγοντες ότι, ενόψει της απόφασης της 11ης Ιουλίου του 2007, με την οποία καταδικάστηκαν για αδίκημα που συνιστά τρομοκρατική πράξη, αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία ανάκλησης της γαλλικής ιθαγένειας, σύμφωνα με τα άρθρα 25 και 25-1 του Κώδικα.

Μετά την επικύρωση εκ μέρους του Συμβουλίου της Επικρατείας της διαδικασίας την 1η Σεπτεμβρίου 2015, ο Πρωθυπουργός, μετά την έκδοση πέντε διαταγμάτων της 7ης Οκτωβρίου 2015, τους αφαίρεσε τη γαλλική ιθαγένεια.  Οι προσφεύγοντες υπέβαλαν αίτηση ενώπιον του  Συμβούλιου της Επικρατείας για την έκδοση προσωρινού μέτρου με σκοπό την αναστολή της εκτέλεσης των διατάξεων της 7ης Οκτωβρίου 2015 και την ακύρωσή τους λόγω κατάχρησης εξουσίας. Τα αιτήματα για την έκδοση προσωρινών μέτρων απορρίφθηκαν με πέντε παρόμοιες αποφάσεις στις 20 Νοεμβρίου 2015 και, στις 8 Ιουνίου 2016, το Συμβούλιο απέρριψε τα αιτήματα ακύρωσης σε πέντε παρόμοιες αποφάσεις.

Ο κ. κ. Aberbri και Ait El Haj έδωσαν συνέντευξη στο Συμβούλιο Απέλασης του Yvelines στις 8 Σεπτεμβρίου 2016. Στις 21 Οκτωβρίου 2016 ο Νομάρχης του Yvelines τους ενημέρωσε ότι το Συμβούλιο είχε εκδώσει ευνοϊκή γνώμη αναφορικά με την απέλασή τους. Κλήθηκαν στις 26 Οκτωβρίου  του 2016 από την αστυνομία, αλλά δεν ενημερώθηκαν για την απόφαση απέλασης.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 8

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι ενώ η απομάκρυνση ενός αλλοδαπού από μια χώρα στην οποία διέμεναν οι συγγενείς του θα μπορούσε να επηρεάσει το δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής, η στέρηση ωστόσο της γαλλικής ιθαγένειας δεν είχε καμία συνέπεια στη παρουσία του ενδιαφερόμενου επί του γαλλικού εδάφους. Οι προσφεύγοντες είχαν υποβάλει αίτηση για άδεια παραμονής λόγω ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, αιτήσεις οι οποίες έγιναν δεκτές, με αποτέλεσμα να μπορούν να διαμένουν στη Γαλλία. Θα ήταν σε θέση, εάν απαραίτητο, να προσβάλουν ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων οποιαδήποτε απόρριψη των αιτήσεών τους και οποιαδήποτε μεταγενέστερα μέτρα απέλασης. Επομένως, η στέρηση της ιθαγένειας των προσφευγόντων δεν αποτελούσε παρέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος σεβασμού της οικογενειακής τους ζωής.

Ωστόσο, η αυθαίρετη στέρηση της ιθαγένειας ενδέχεται να ενεργοποιήσει το άρθρο 8 της Σύμβασης λόγω του αντικτύπου της στην ιδιωτική ζωή τους. Συνεπώς, το Δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση από αυτή την προοπτική. Εξέτασε δύο σημεία: αξιολόγησε εάν τα μέτρα που ελήφθησαν κατά των προσφευγόντων ήταν αυθαίρετα (εάν ήταν νόμιμα, εάν είχαν δοθεί στους προσφεύγοντες διαδικαστικές εγγυήσεις, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε κατάλληλο δικαστικό έλεγχο της απόφασης και κατά πόσον οι αρχές είχαν ενεργήσει επιμελώς και γρήγορα) και εξέτασε τις συνέπειες της στέρησης της ιθαγένειας αναφορικά με την ιδιωτική ζωή των προσφευγόντων.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι διοικητικές αρχές δεν είχαν κινήσει αμέσως διαδικασία για τη αφαίρεση της ιθαγένειας μετά τις καταδίκες των προσφευγόντων. Ωστόσο, ήταν σε θέση να αποδεχτεί ότι, μπροστά σε τέτοια γεγονότα, ένα κράτος θα μπορούσε να επανεκτιμήσει, με μεγαλύτερη αυστηρότητα, αν τα άτομα τα οποία είχαν καταδικαστεί για το αδίκημα της τρομοκρατικής πράξης, διατηρούσαν ακόμη δεσμό πίστης και αλληλεγγύης προς το κράτος, και ότι επομένως ενδέχεται να λάβει μέτρα  εναντίον τους τα οποία δεν είχε επιλέξει αρχικά. Το Δικαστήριο αναλόγως έκρινε ότι, στις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης, ο χρόνος που είχε παρέλθει μεταξύ της καταδίκης των προσφευγόντων, επιτρέποντας την κίνηση της διαδικασίας αφαίρεσης της ιθαγένειας σύμφωνα με το γαλλικό δίκαιο και της ημερομηνίας κατά την οποία η διαδικασία αυτή είχε τελικά τεθεί σε εφαρμογή εναντίον τους, δεν επαρκούσε για να καταστήσει την αυθαίρετη εν λόγω αφαίρεση της ιθαγένειας.

Όσον αφορά τη νομιμότητα του μέτρου, το Δικαστήριο σημείωσε ότι, κατά την επίδικη περίοδο, το άρθρο 25 παρ. 1 του Αστικού Κώδικα προέβλεπε ότι η στέρηση της ιθαγένειας μπορούσε να διαταχθεί μόνο εντός 10 ετών από την εκτέλεση των πράξεων στις οποίες βασίστηκε η ποινική καταδίκη.

Ωστόσο, οι αποφάσεις αφαίρεσης από τους προσφεύγοντες της γαλλικής ιθαγένειας ελήφθησαν το 2015, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα πιο πρόσφατα γεγονότα χρονολογούνται από το 2004. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο νομοθέτης επέκτεινε την προθεσμία αυτή στα 15 χρόνια τον Ιανουάριο του 2006 και ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε την άποψη, σύμφωνα με τη νομολογία του, ότι, σε θέματα διοικητικών κυρώσεων, οι διοικητικές και κανονιστικές διατάξεις που καθορίζουν διαδικαστικούς όρους εφαρμόζονται άμεσα. Το Δικαστήριο διαπίστωσε επομένως ότι τα μέτρα που ελήφθησαν κατά των προσφευγόντων ήταν νόμιμα.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι προσφεύγοντες είχαν πρόσβαση σε ουσιαστικές διαδικαστικές εγγυήσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 61 του διατάγματος αρ. 93-1362 της  30.12. 1993, οι αρχές τους είχαν προηγουμένως ενημερώσει για την πρόθεσή τους να τους αφαιρέσουν τη γαλλική ιθαγένεια και τους παρέθεσαν τους νόμιμους  και πραγματικούς λόγους στους οποίους θα βασιζόταν το μέτρο αυτό. Στη συνέχεια δόθηκε στους προσφεύγοντες ένας μήνας για να υποβάλουν παρατηρήσεις προς υπεράσπισή τους, στις οποίες είχαν προβεί.

Το ζήτημα στη συνέχεια παραπέμφθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας για γνωμοδότηση, το οποίο έπρεπε να δώσει την έγκρισή του αναφορικά με το ζήτημα αφαίρεση της υπηκοότητας. Έχοντας υπόψη την έγκριση του Συμβουλίου Επικρατείας, οι αποφάσεις των γαλλικών αρχών βασίστηκαν σε πραγματικά και νομικά επιχειρήματα, και οι προσφεύγοντες είχαν την ευκαιρία –όπως και έκαναν– να υποβάλουν αίτηση στον δικαστή εκτάκτων προσφυγών και στο Συμβούλιο της Επικρατείας ζητώντας την ακύρωση του μέτρου λόγω κατάχρησης εξουσίας. Έτσι κατάφεραν να προασπίσουν τα δικαιώματά τους βάση της Σύμβασης, και στη διαδικασία ακύρωσης το Συμβούλιο του Κράτους πραγματοποίησε αξιολόγηση της αναλογικότητας και είχε εκδώσει αιτιολογημένη απόφαση.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι αποφάσεις στέρησης της γαλλικής υπηκοότητας  των προσφευγόντων δεν μπορούσαν ως εκ τούτου, να θεωρηθούν αυθαίρετες.

Επιπλέον, η απώλεια της γαλλικής ιθαγένειας δεν συνεπάγεται αυτομάτως απέλαση από τη Γαλλία, αλλά ακόμα και αν ένα  τέτοιο μέτρο έπρεπε να ληφθεί  εναντίον τους θα είχαν  παρ’ όλα αυτά πρόσβαση σε κατάλληλα ένδικα μέσα για να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η απόφαση στέρησης της γαλλικής ιθαγένειας δεν είχε δυσανάλογες συνέπειες για την ιδιωτική τους ζωή. Επομένως, δεν υπήρξε παραβίαση του  Άρθρου 8 της Σύμβασης.

Άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου

Για να ισχύσει το άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7, ήταν απαραίτητο, ιδίως, για έναν προσφεύγοντα να έχει δικαστεί ή τιμωρηθεί σε ποινικές διαδικασίες για αδίκημα για το οποίο είχε ήδη αθωωθεί ή καταδικαστεί.

Ήταν σαφές ότι οι προσφεύγοντες είχαν «καταδικαστεί», κατά την έννοια του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου, καθώς είχαν δικαστεί και καταδικαστεί για το αδίκημα της εγκληματικής οργάνωσης για διάπραξη τρομοκρατίας.

Η καταδίκη τους η οποία χρονολογείται από το 2007, στην πραγματικότητα είχε καταστεί αμετάκλητη από τη στιγμή που τους αφαιρέθηκε η Γαλλική ιθαγένεια, το 2015.

Όσον αφορά το κατά πόσο το μέτρο της στέρησης της ιθαγένειας σύμφωνα με το άρθρο 25 του Αστικού Κώδικα ήταν «ποινικό» εκ φύσεως, το Δικαστήριο σημείωσε αρχικά ότι δεν ταξινομήθηκε ως τέτοιο βάσει του γαλλικού δικαίου. Προβλέπονταν από τον Αστικό Κώδικα, και όχι τον Ποινικό Κώδικα, και ανήκε στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και όχι των ποινικών. Το Συμβούλιο της Επικρατείας χαρακτήρισε την ποινή ως «διοικητική κύρωση».

Δεύτερον, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, πέρα ​​από την σωφρονιστική του χροιά, η στέρηση της ιθαγένειας σύμφωνα με το άρθρο 25 του Αστικού Κώδικα επιδίωξε έναν συγκεκριμένο στόχο, καθώς επιδίωκε να αντικατοπτρίσει το γεγονός ότι ένα άτομο που είχε λάβει γαλλική ιθαγένεια στη συνέχεια έσπασε το δεσμό πίστης με τη Γαλλία, διαπράττοντας ένα ιδιαίτερα σοβαρό αδίκημα, και ιδιαίτερα στη περίπτωση της τρομοκρατίας που υπονομεύει το μεγαλύτερο θεμέλιο της δημοκρατίας. Το μέτρο αποτελούσε επομένως επίσημη επιβεβαίωση της διάσπασης του δεσμού μεταξύ του ατόμου και της Γαλλίας.

Ωστόσο, η σοβαρότητα του μέτρου έπρεπε να εξεταστεί σε σχέση με το γεγονός ότι η στέρηση της ιθαγένειας σύμφωνα με το άρθρο 25 του Αστικού Κώδικα αποτελούσε  απάντηση σε ενέργεια η οποία, αναφορικά με τη τρομοκρατία, αποτελούσε επίθεση στην ίδια τη δημοκρατία. Εξάλλου, αυτό το μέτρο από μόνο του δεν συνεπάγεται την απέλαση των ενδιαφερομένων από τη Γαλλία.

Κατά συνέπεια, η στέρηση της ιθαγένειας σύμφωνα με το άρθρο 25 του Αστικού Κώδικα δεν αποτελούσε ποινική  αλλά διοικητική κύρωση, κατά την έννοια του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου, και ως εκ τούτου η διάταξη αυτή ήταν ανεφάρμοστη στην παρούσα υπόθεση.

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες