Η δικαστική απόρριψη μετοίκησης βίαιου πρώην συζύγου παραβίασε την ιδιωτική ζωή. Το κράτος υποχρεούται σε αναζήτηση λύσης σε θέματα ενδοοικογενειακής βίας ακόμα και με αντίθετες δικαστικές αποφάσεις!

ΑΠΟΦΑΣΗ

Levchuk κατά Ουκρανίας της 03.09.2020 (αρ. προσφ.  17496/19)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ενδοοικογενειακή βία και προστασία ιδιωτικής ζωής. Αίτημα για μετοίκηση του ασκούντος βία πρώην συζύγου και απόρριψή του από εθνικά δικαστήρια.  Θετικές υποχρεώσεις του κράτους.

Η προσφεύγουσα με τα τρία παιδιά της, θύματα βίαιης συμπεριφοράς του αλκοολικού πρώην συζύγου της, επιδίωξε δικαστικά τη μετοίκησή του από την κοινή κατοικία που τους είχε παραχωρηθεί από το κράτος. Τα εγχώρια Δικαστήρια απέρριψαν την αξίωση της, κρίνοντας ότι δεν υπήρχε βάσιμος λόγος επιβολής ενός τέτοιου ακραίου μέτρου.

Το Στρασβούργο έχει νομολογήσει ότι η έξωση είναι ένα ακραίο μέτρο παρέμβασης στο δικαίωμα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής  που εγγυάται το άρθρο 8 . Όμως   σημείωσε ότι, σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, τα δικαιώματα των δραστών δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τα ανθρώπινα δικαιώματα των θυμάτων, ιδίως στη σωματική και ψυχολογική ακεραιότητα.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι με την απόρριψη του αιτήματος μετοίκησης οι εγχώριες δικαστικές αρχές δεν προέβησαν σε ολοκληρωμένη ανάλυση της κατάστασης και του κινδύνου μελλοντικής ψυχολογικής και σωματικής βίας που αντιμετώπιζαν η  προσφεύγουσα και τα παιδιά της και ότι δεν έχει επιτευχθεί δίκαιη ισορροπία μεταξύ όλων των ανταγωνιστικών ιδιωτικών συμφερόντων αυτής και του πρώην συζύγου της. Σημείωσε επιπλέον ότι η διαδικασία διήρκεσε 2 χρόνια, κατά τα οποία η προσφεύγουσα και τα παιδιά της παρέμειναν σε κίνδυνο περαιτέρω ενδοοικογενειακής βίας.

Το Δικαστήριο θεώρησε ότι οι απορριπτικές για την μετοίκηση αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων, δεν πρέπει να απαλλάσσουν τις εθνικές αρχές από το καθήκον τους να εκτιμήσουν τη σοβαρότητα της κατάστασης σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας με σκοπό την αναζήτηση κατάλληλης λύσης.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής της προσφεύγουσας  (άρθρο 8 ΕΣΔΑ) και επιδίκασε αποζημίωση 4.500 ευρώ για ηθική βλάβη.

ΣΧΟΛΙΟ – ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ

Σημαντική η απόφαση αυτή του Στρασβούργου. Πολύ χρήσιμες και ωφέλιμες για τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας δύο σημαντικές σκέψεις της απόφασης. Κατά το ΕΔΔΑ σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας: α) τα δικαιώματα των δραστών δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τα δικαιώματα των θυμάτων, ιδίως όταν αφορά την σωματική και ψυχολογική τους ακεραιότητα και β) ακόμα και μετά την έκδοση δικαστικών αποφάσεων που δεν αναγνωρίζουν την ενδοοικογενειακή βία ή δεν τιμωρούν τον φερόμενο θύτη, το κράτος έχει θετική υποχρέωση να βρει κατάλληλη λύση για τον τερματισμό αυτής της βίας.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 8

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα, η Iryna Mykolayivna Levchuk, είναι υπήκοος της Ουκρανίας η οποία γεννήθηκε το 1982 και ζει στο Rivne (Ουκρανία).

Η υπόθεση αφορούσε την καταγγελία της ότι η απόρριψη αξίωσης μετοίκησης του πρώην συζύγου της εξέθετε αυτήν και τα παιδιά της σε κίνδυνο ενδοοικογενειακής βίας. Η κα Levchuk παντρεύτηκε τον O.L. το 2006. Απέκτησαν τρίδυμα το 2007,  τους αναγνωρίστηκε  δικαίωμα στέγασης και τους παραχωρήθηκε διαμέρισμα από το τοπικό συμβούλιο. Η σχέση τους επιδεινώθηκε επειδή ο O.L. έπινε πολύ, ξεκινούσε καυγάδες και παρενοχλούσε και απειλούσε αυτήν και τα παιδιά, μερικές φορές καταφεύγοντας σε σωματική βία. Ο γάμος τους λύθηκε το 2015 και της δόθηκε η επιμέλεια των παιδιών. Ο Ο.L. συνέχισε να ζει όμως στο ίδιο διαμέρισμα.

Ο εκφοβισμός και η βία συνεχίστηκαν, με αποτέλεσμα η αστυνομία να παρέμβει σε πολλές περιπτώσεις και οι κοινωνικές υπηρεσίες συνέταξαν έκθεση η οποία κατέληγε στο συμπέρασμα ότι τα παιδιά βρίσκονταν σε απόγνωση. Ο Ο.L. κατηγορήθηκε, αλλά ποτέ δεν καταδικάστηκε για ενδοοικογενειακή βία.

Δεδομένου ότι η κατάσταση δεν είχε βελτιωθεί, η προσφεύγουσα κίνησε διαδικασία το 2016 βάσει του άρθρου 116 του Στεγαστικού Κώδικα  που προέβλεπε τη δυνατότητα μετοίκησης φιλοξενούμενων  από κοινωνικές δομές για συστηματική  κακή συμπεριφορά. Τα εθνικά δικαστήρια απέρριψαν τελικά το αίτημά της το 2018. Παρόλο που αναγνώρισαν  ότι ο O.L. «έπρεπε να αλλάξει τη στάση του», δεν διαπίστωσαν ότι η άσχημη συμπεριφορά του ήταν συστηματική και θεωρήθηκε ότι δεν υπήρχαν λόγοι για ένα τόσο ακραίο μέτρο όπως η μετοίκηση του.

Η προσφεύγουσα και τα παιδιά της συνεχίζουν να μοιράζονται το διαμέρισμα με τον O.L. Πιο πρόσφατα, το 2019, κίνησε διαδικασίες για τη στέρηση της γονικής μέριμνας από τον O.L. ισχυριζόμενη ότι παραμελεί τα τρίδυμα και αποφεύγει να πληρώσει τη διατροφή των παιδιών.  Η υπόθεση αυτή εκκρεμεί στα εθνικά δικαστήρια.

Βασιζόμενη στο άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα δικαιώματα, η κα Levchuk παραπονέθηκε για την άρνηση των εθνικών αρχών να διατάξουν την μετοίκηση  του πρώην συζύγου της, ισχυριζόμενη ότι τα δικαστήρια ήταν υπερβολικά φορμαλιστικά στις αποφάσεις τους και είχαν μεταφέρει στον πρώην σύζυγό της αίσθημα ατιμωρησίας το οποίο  είχε εκθέσει αυτήν και τα παιδιά της σε ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο ψυχολογικής παρενόχλησης και επίθεσης.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι το ζήτημα της ενδοοικογενειακής βίας, το οποίο μπορεί να έχει διάφορες μορφές – από σωματική επίθεση έως σεξουαλική, οικονομική, συναισθηματική ή λεκτική κακοποίηση – υπερβαίνει τις περιστάσεις μιας μεμονωμένης υπόθεσης.

Η προσφεύγουσα διατύπωσε αξιόπιστους ισχυρισμούς ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα είχε εκτεθεί σε σωματικές επιθέσεις, εκφοβισμούς και απειλές από τον O.L., τον πρώην σύζυγό της, με τον οποίο εξακολουθεί να μοιράζεται ένα διαμέρισμα. Επίσης, επηρέασε το δικαίωμά της στην απόλαυση μίας κατοικίας  απαλλαγμένης από βίαιες διαταραχές που προστατεύεται επίσης βάσει του άρθρου 8.

Το Δικαστήριο επισήμανε το γεγονός ότι οι αρχές, οι οποίες γνώριζαν καλά την κατάσταση, παρενέβησαν σε μεμονωμένα περιστατικά σε πολλές περιπτώσεις. Λαμβάνοντας υπόψη τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, το εσωτερικό δίκαιο και τις εξηγήσεις της κυβέρνησης, το Δικαστήριο εκτίμησε ότι η αστική αγωγή ήταν, καταρχήν, ικανή να αποκαταστήσει την ουσία της καταγγελίας της προσφεύγουσας, αν και δεν είναι εμφανές ότι θα μπορούσε να έχει ένα άμεσο αποτέλεσμα. Το κύριο ζήτημα για το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση ήταν επομένως να καθοριστεί αν η απόφαση αυτή επέτυχε δίκαιη ισορροπία μεταξύ των διακυβευόμενων ανταγωνιστικών συμφερόντων.

Το Δικαστήριο έχει νομολογήσει ότι η έξωση είναι το πιο ακραίο μέτρο παρέμβασης στο δικαίωμα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής  που εγγυάται το άρθρο 8 . Επιπλέον, στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ, το Δικαστήριο σημείωσε ότι, σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, τα δικαιώματα των δραστών δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τα ανθρώπινα δικαιώματα των θυμάτων, ιδίως στη σωματική και ψυχολογική ακεραιότητα.

Το ΕΔΔΑ έλαβε  υπόψη το επιχείρημα της Κυβέρνησης ότι το άρθρο 116 του Κώδικα Στέγασης αποτελούσε, καταρχήν, αποτελεσματική λύση για την καταγγελία της προσφεύγουσας. Στην παρούσα υπόθεση η προσφεύγουσα  ισχυρίστηκε  ότι ο O.L. είχε επανειλημμένα εμπλακεί σε βίαιες επιθέσεις κατά τη διάρκεια της συγκατοίκησης τους. Από όσο αποδεικνύεται όμως από το προσκομισθέν υλικό στο ΕΔΔΑ, τα εθνικά δικαστήρια δεν προέβησαν σε μια διεξοδική εκτίμηση των σοβαρών καταγγελιών της προσφεύγουσας και του κινδύνου μελλοντικής βίας, σε περίπτωση που τα μέρη εξακολουθούσαν να παραμένουν στην ίδια στέγη.

Ωστόσο, παρόλο που είχαν κινηθεί ποινικές και διοικητικές διαδικασίες εναντίον του O.L. λόγω σωματικών  βίαιων επιθέσεων εναντίον της προσφεύγουσας και παρόλο που οι αστυνομικές αρχές είχαν πραγματοποιήσει συνομιλίες που του εφιστούσαν την προσοχή να μην φέρεται βίαια και προέβησαν αρκετές φορές σε «συστάσεις», το δικαστήριο εκδικάζοντας  το αίτημα μετοίκησης διαπίστωσε ότι «δεν είχε αποδειχθεί ότι [ο O.L. είχε] είχε παραβιάσει συστηματικά τους κανόνες προστασίας της ζωής» σε σχέση με την προσφεύγουσα. Το Δικαστήριο  επανέλαβε ότι όταν οι εγχώριες αρχές αντιμετωπίζουν αξιόπιστους ισχυρισμούς ενδοοικογενειακής βίας, εναπόκειται σε αυτές να αξιολογήσουν την κατάσταση στο σύνολό της, συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου μελλοντικής βίας. Όπως προκύπτει από τις αναφορές των κοινωνικών λειτουργών και της αστυνομίας, ο  O.L. επανειλημμένα απέφυγε τις προσπάθειές τους να συζητήσουν την κατάσταση μαζί του σε μια προσπάθεια να βρουν κατάλληλη λύση και να αποτρέψουν τον κίνδυνο περαιτέρω βίαιων επιθέσεων. Δεν είναι προφανές ότι το Εφετείο το έλαβε υπόψη και προσπάθησε να αναλύσει εάν υπήρχε κίνδυνος επαναλαμβανόμενης βίας.

Το Δικαστήριο  θεώρησε ότι η παρά την απορριπτική απόφαση, αυτό το γεγονός  δεν πρέπει να απαλλάσσει τις εθνικές αρχές από το καθήκον τους να εκτιμήσουν τη σοβαρότητα της κατάστασης με σκοπό την αναζήτηση κατάλληλης λύσης. Επιπλέον, η αλληλεξάρτηση  από το γεγονός ότι τα φερόμενα θύματα έχουν αποσύρει την καταγγελία τους, χωρίς μια ολοκληρωμένη ανάλυση των κινδύνων που εξακολουθούν να ζουν, είναι ασυμβίβαστη με την υποχρέωση των κρατών να λαμβάνουν υπόψη την ευπάθεια των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας κατά την εκπλήρωση των θετικών  υποχρεώσεών  τους στον τομέα αυτό σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 8 της Σύμβασης.

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι, όπως φαίνεται από τον φάκελο της υπόθεσης, στον  O.L. και στην προσφεύγουσα δόθηκε το επίμαχο  διαμέρισμα ως κοινωνική παροχή λόγω της  γέννησης των θυγατέρων τους. Μετά το διαζύγιο, στην προσφεύγουσα χορηγήθηκε η επιμέλεια των παιδιών. Ο O.L., από την πλευρά του, απέτυχε επανειλημμένα να εκπληρώσει τις γονεϊκές του υποχρεώσεις και το σχολείο και οι κοινωνικοί λειτουργοί δήλωσαν ότι αποδεσμεύτηκε συναισθηματικά από την ανατροφή τους.

Το Ανώτατο Δικαστήριο, με τη σειρά του, απέρριψε την αναίρεση της προσφεύγουσας κατά της απόφασης του Εφετείου, εγκρίνοντας την αιτιολογία.

Λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων που αναφέρθηκαν παραπάνω, το Δικαστήριο εκτίμησε ότι τα εθνικά δικαστήρια απορρίπτοντας το αίτημα μετοίκησης της προσφεύγουσας κατά του πρώην συζύγου της  δεν προέβησαν σε ολοκληρωμένη ανάλυση της κατάστασης και του κινδύνου μελλοντικής ψυχολογικής και σωματικής βίας που αντιμετώπιζε η προσφεύγουσα και τα παιδιά της. Σημείωσε επίσης ότι η διαδικασία διήρκεσε δύο χρόνια σε τρία επίπεδα δικαιοδοσίας, κατά τα οποία η προσφεύγουσα και τα παιδιά της παρέμειναν σε κίνδυνο περαιτέρω ενδοοικογενειακής βίας.

Κατά το Δικαστήριο του Στρασβούργου δεν επιτεύχθηκε η δίκαιη ισορροπία μεταξύ όλων των ανταγωνιστικών ιδιωτικών συμφερόντων. Οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων στο αίτημα μετοίκησης του πρώην συζύγου της προσφεύγουσας δεν ήταν συνεπώς σύμφωνες με τη θετική υποχρέωση του κράτους να διασφαλίσει την αποτελεσματική προστασία της προσφεύγουσας από την ενδοοικογενειακή βία.

Ως εκ τούτου, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή (άρθρο 8 της ΕΣΔΑ).

Δίκαιη ικανοποίηση: Το Στρασβούργο επιδίκασε ποσό 4.500 ευρώ για  ηθική βλάβη και 1.150 ευρώ για έξοδα.


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες