Τοξικομανής μητέρα τριών παιδιών. Η αφαίρεση της γονικής μέριμνας ήταν δυσανάλογη και παραβίασε την οικογενειακή της ζωή

ΑΠΟΦΑΣΗ

Y.I. κατά Ρωσίας της 25.2.2020 (αριθ. προσφ. 68868/14)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η προσφεύγουσα είναι μητέρα τριών παιδιών και εξαρτημένη από τα ναρκωτικά. Η τοξικομανία είναι ένας λόγος για την αφαίρεση της γονικής μέριμνας βάσει του ρωσικού οικογενειακού κώδικα και συνεπαγόταν την απώλεια και όλων των δικαιωμάτων επικοινωνίας. Τα ρωσικά δικαστήρια της αφαίρεσαν τη γονική μέριμνα όταν καταδικάστηκε σε 6 χρόνια κάθειρξης για διακίνηση ναρκωτικών.

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου διαπίστωσε ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν δικαιολόγησαν επαρκώς τη λήψη ενός τέτοιου  δραστικού μέτρου, παρόλο που υπήρχαν λιγότερο ριζοσπαστικές λύσεις βάσει του εθνικού δικαίου. Ούτε είχαν λάβει υπόψη ότι η προσφεύγουσα μητέρα δεν είχε ιστορικό παραμέλησης των παιδιών της, ότι είχε προσκομίσει αποδείξεις ότι άρχισε θεραπεία αποτοξίνωσης,  ότι δεν είχε καμία προειδοποίηση από τις αρχές για τις συνέπειες του εθισμού της, ούτε είχε λάβει  υποστήριξη για την εξάρτησή της.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε ομόφωνα ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού της οικογενειακής ζωής  της (άρθρο 8 () της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα  Ανθρώπινα δικαιώματα.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 8

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα, Y.I., είναι Ρωσίδα υπήκοος η οποία γεννήθηκε το 1980 και ζει στη Μόσχα. Έχει τρία παιδιά από δύο διαφορετικούς πατέρες, που γεννήθηκαν το 1999, το 2011 και το 2012.

Στις 8 Οκτωβρίου 2013, η προσφεύγουσα συνελήφθη στο σπίτι της για υπόνοια παράνομης διακίνησης ναρκωτικών. Μεταφέρθηκε στο αστυνομικό τμήμα και ομολόγησε ότι άρχισε να παίρνει ναρκωτικά το 2004. Σταμάτησε τα ναρκωτικά  το 2010 πριν γεννήσει τα δύο μικρότερα παιδιά της, αλλά είχε υποτροπιάσει και λάμβανε ηρωίνη τον τελευταίο μήνα.

Τα παιδιά πήγαν αμέσως υπό την προστασία κρατικής υπηρεσίας. Το μεγαλύτερο παιδί της μεταφέρθηκε στη συνέχεια στον πατέρα του. Τα δύο νεότερα παιδιά, των οποίων ο πατέρας συνελήφθη ταυτόχρονα με την προσφεύγουσα, τοποθετήθηκαν αρχικά σε παιδικό σπίτι και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν σε οικογένεια αναδόχων όπου παραμένουν έως τότε.

Τον Απρίλιο του 2014 κρίθηκε ένοχη για διακίνηση ναρκωτικών και καταδικάστηκε σε κάθειρξη έξι ετών. Εν τω μεταξύ, τον Ιανουάριο του 2014, τα εθνικά δικαστήρια της στέρησαν τη γονική μέριμνα, αποφασίζοντας ότι θα ήταν επικίνδυνο να αφεθούν τα παιδιά στη επιμέλειά της. Τα δικαστήρια αναφέρθηκαν  ιδίως στη εξάρτησή της και στο γεγονός ότι ήταν άνεργη. Σε υπόμνημά της, η προσφεύγουσα υποστήριξε, προσκομίζοντας αποδείξεις, ότι είχε αρχίσει θεραπεία αποτοξίνωσης και ότι είχε βρει δουλειά. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε αυτό το επιχείρημα ως αλυσιτελές, ενώ το εφετείο το έκανε αποδεκτό μετά την έκδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης.

Το Ανώτατο Δικαστήριο κατόπιν ασκηθείσας αναίρεσης επικύρωσε τις αποφάσεις των κατώτερων δικαστηρίων, υποστηρίζοντας τη συλλογιστική τους.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Δεν αμφισβητήθηκε ότι η στέρηση των γονικών δικαιωμάτων της προσφεύγουσας αποτελούσε παραβίαση του δικαιώματός της σεβασμού της οικογενειακής ζωής. Η παρέμβαση αυτή βασίστηκε στο άρθρο 69 του Ρωσικού Οικογενειακού Κώδικα και αποσκοπούσε στην προστασία των δικαιωμάτων των παιδιών της προσφεύγουσας.

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η διάσπαση μιας οικογένειας ήταν μια πολύ σοβαρή παρέμβαση. Ένα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε να δικαιολογείται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, δεδομένου ότι υπήρχε επιτακτική ανάγκη σχετικά με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού.

Το Δικαστήριο ήταν διατεθειμένο να δεχτεί ότι η τοξικομανία της προσφεύγουσας και η ανεργία ήταν σημαντικές εκτιμήσεις κατά  τη λήψη αποφάσεων για την αφαίρεση της γονικής εξουσίας της, αλλά δεν ήταν πεπεισμένη ότι ήταν επαρκείς για να δικαιολογήσουν τη λήψη ενός τόσο δραστικού μέτρου.

Πρώτον, τα εθνικά δικαστήρια είχαν επιλέξει να αγνοήσουν τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα και σύμφωνα με τα οποία σκόπευε να λάβει και έλαβε  μέτρα για την επίλυση του εθισμού της. Το Δικαστήριο διαπίστωσε μια τέτοια προσέγγιση ήταν εντυπωσιακή, όταν ο κύριος, αν όχι μοναδικός, λόγος για την άρση της γονικής μέριμνας της ήταν ο εθισμός της.

Όσον αφορά το γεγονός ότι ήταν άνεργη, διαπίστωσε ότι οι οικονομικές δυσκολίες δεν μπορούσαν να αποτελέσουν επαρκείς λόγους για τη διάσπαση του δεσμού μεταξύ γονέα-παιδιού. Οι δικαστικές αποφάσεις δεν είχαν εξηγήσει  πως η ανεργία της είχε επηρεάσει την ικανότητά της να φροντίζει τα παιδιά της.

Επιπλέον, οι επιθεωρήσεις του οικογενειακού καταλύματος που πραγματοποιήθηκαν τους μήνες που ακολούθησαν τη σύλληψή της δεν είχαν αποκαλύψει οποιεσδήποτε πραγματικές ατέλειες στις συνθήκες διαβίωσής τους, στην πραγματικότητα, η τελευταία έκθεση έδειξε βελτίωση της κατάστασής τους.

Τα εθνικά δικαστήρια δεν έλαβαν δεόντως υπόψη ούτε το γεγονός ότι η προσφεύγουσα είχε δηλώσει σταθερά την προσήλωσή της και το δέσιμό της με τα παιδιά της καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας,  ότι είχε παράσχει στοιχεία που αποδείκνυαν ότι τα φρόντιζε πριν από την απομάκρυνσή τους και ότι είχε καταβάλει προσπάθειες για να διατηρήσει την επαφή και μετά την απομάκρυνσή τους. Ταυτόχρονα είχε αποδειχθεί ότι τα παιδιά ήταν βαθιά συνδεδεμένα με τη μητέρα τους και με τη μητέρα της μητέρας τους (γιαγιά), η οποία ζούσε μαζί τους στο διαμέρισμα. Πράγματι, τα δικαστήρια δεν αξιολόγησαν καθόλου την επίδραση της απομάκρυνσης των παιδιών από την μητέρα τους.

Πάνω απ΄ όλα, το Δικαστήριο διαπίστωσε με έκπληξη ότι οι αρχές δεν είχαν λάβει λιγότερο δραστικά μέτρα  έστω και αν υπήρχαν λιγότερο ριζικές λύσεις βάσει του νόμου καθώς η προσφεύγουσα δεν είχε ιστορικό παραμέλησης των παιδιών της. Επιπλέον, οι αρχές παιδικής φροντίδας είχαν αρχίσει να παρακολουθούν την οικογένεια  μετά τη σύλληψή της τον Οκτώβριο του 2013 και δεν της έδωσε καμία προειδοποίηση αναφορικά με τον εθισμό της και τις συνέπειες του, ούτε έκαναν καμία προσπάθεια να της παράσχουν κάποια βοήθεια.

Εν κατακλείδι, οι εγχώριες αρχές δεν απέδειξαν ότι η άρση της γονικής μέριμνας της είχε αποτελέσει την καταλληλότερη επιλογή για τα συμφέροντα των παιδιών. Συνεπώς, το μέτρο ήταν δυσανάλογο και διαπιστώθηκε παραβίαση της οικογενειακής ζωής (άρθρο 8).

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ρωσία οφείλει να καταβάλει στην προσφεύγουσα ποσό 20.000 ευρώ για  ηθική της βλάβη.

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες