Τα δημοτικά συμβούλια είναι δημόσιες αρχές και υποχρεούνται να ανέχονται αυστηρότερη κριτική. Ο παρεμβαίνων έχει δικαίωμα προσφυγής όπως και ο εναγόμενος αφού παραβιάζεται η ελευθερία της έκφρασής του. Οι ΜΚΟ έχουν το ίδιο επίπεδο προστασίας με τον Τύπο.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Margulev κατά Ρωσίας της 08.10.2019 (αριθ. 15449/09)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ελευθερία της έκφρασης και προστασία της υπόληψης των μελών του δημοτικού συμβουλίου. Σχόλια του επικεφαλής μίας ΜΚΟ σε ένα άρθρο εφημερίδας, για τα οποία κατηγορήθηκε ότι δυσφήμησε το Δημοτικό Συμβούλιο της Μόσχας.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε για πρώτη φορά ότι παρόλο που ο προσφεύγων συμμετείχε στις δικαστικές διαδικασίες ως παρεμβαίνων και όχι ως εναγόμενος για την φερόμενη δυσφήμιση, μπορούσε ακόμη να ισχυριστεί ότι υπήρξε θύμα εικαζόμενης παραβίασης του δικαιώματός του στην ελευθερία έκφρασης.

Οι ΜΚΟ όταν εφιστούν την προσοχή σε θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος εκτελούν «ρόλους φυλάκων» παρόμοιους με τον Τύπο. Το ΕΔΔΑ εφάρμοσε τα πρότυπά του για την προστασία του Τύπου στην υπόθεση αφού ο προσφεύγων ενεργούσε ως επικεφαλής ΜΚΟ.

Τα εθνικά δικαστήρια δεν είχαν σταθμίσει τα δικαιώματα των διαδίκων, τα οποία αφορούσαν ζητήματα όπως η καλή πίστη, ή αν οι δηλώσεις αποτελούσαν αξιολογικές κρίσεις ή δηλώσεις πραγματικών περιστατικών,  ή αν υπήρχε άμεσος σύνδεσμος μεταξύ αυτών που ειπώθηκαν στο άρθρο και την εικαζόμενη παραβίαση του δικαιώματος της υπόληψης του δημοτικού συμβουλίου.

Τα δικαστήρια δεν παρείχαν επαρκή αιτιολόγηση για την παρέμβαση στο δικαίωμα του προσφεύγοντος στην ελευθερία έκφρασης. Παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 10

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, Andrey Igorevich Margulev, είναι άπατρις, γεννημένος το 1953 και ζει στη Μόσχα.

Ο κ. Margulev ήταν επικεφαλής μιας Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης (ΜΚΟ) που δημιουργήθηκε με σκοπό να συντηρήσει το συγκρότημα Tsaritsyno του 18ου αιώνα έξω από τη Μόσχα.

Τον Οκτώβριο του 2007 η εφημερίδα Moskovskiy Korrespondents επέκρινε τα έργα αποκατάστασης στο συγκρότημα, χρηματοδοτούμενο από το Δημοτικό Συμβούλιο της Μόσχας. Το άρθρο υποδήλωνε ότι το έργο είχε επηρεάσει τον παλιό αγγλικό διαμορφωμένο κήπο, ο οποίος βρίσκονταν στο συγκρότημα. Περιλάμβανε ένα απόσπασμα από τα λόγια του προσφεύγοντος που χαρακτήριζε τα έργα ως «βεβήλωση ενός ιστορικού μνημείου».

Το Συμβούλιο άσκησε αγωγή κατά της εφημερίδας για δυσφήμιση και ο προσφεύγων άσκηε παρέμβαση στη δίκη. Τον Ιούλιο του 2008, το δικαστήριο αποφάνθηκε υπέρ του συμβουλίου διότι η εφημερίδα δεν είχε προσκομίσει αποδείξεις για τους ισχυρισμούς της.

Ο προσφεύγων και η εφημερίδα άσκησαν έφεση, υποστηρίζοντας ότι οι δηλώσεις του προσφεύγοντος ήταν αξιολογικές κρίσεις που δεν μπορούσαν να αποδειχθούν. Το δημοτικό δικαστήριο της Μόσχας επικύρωσε την απόφαση το Σεπτέμβριο του 2008. Η εφημερίδα αναγκάστηκε να πληρώσει για ανάκληση σε άλλη εφημερίδα με παρόμοιο μέγεθος και κυκλοφορία.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Παραδεκτό

Η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ειδικότερα ότι ο προσφεύγων δεν έφερε το καθεστώς θύματος παραβίασης των δικαιωμάτων του, καθώς δεν ήταν ο εναγόμενος στη διαδικασία, απλώς ήταν παρεμβαίνων.

Ο προσφεύγων υποστήριξε ότι, όταν είχε ζητήσει να ενεργήσει ως παρεμβαίνων, είχε δηλώσει συγκεκριμένα ότι ο σκοπός του ήταν να προστατεύσει την ελευθερία έκφρασης του, κάτι που το Πρωτοδικείο δέχθηκε. Η κατηγορία δυσφήμισης είχε επίσης ανασταλτικό αποτέλεσμα γι’ αυτόν, καθώς έπρεπε να περιορίσει τις δραστηριότητές του, όπως να δώσει συνεντεύξεις επικριτικές ως προς την αποκατάσταση.

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι ο όρος «θύμα» που χρησιμοποιείται στη Σύμβαση αναφέρεται σε κάποιον που επηρεάζεται άμεσα από την εν λόγω πράξη ή παράλειψη.

Σημείωσε ότι τα δικαστήρια αποδέχτηκαν την παρέμβαση του προσφεύγοντος και, ως εκ τούτου, δέχτηκαν σιωπηρά ότι διακυβεύονται τα δικαιώματά του – το Δικαστήριο δέχθηκε επίσης την ερμηνεία αυτή. Ήταν, επομένως, ικανοποιημένο από το γεγονός ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του είχαν εξεταστεί  και ότι η ελευθερία έκφρασής του είχε επηρεαστεί.

Εξέφρασε επίσης την άποψη ότι ο προσφεύγων εξέφρασε τη γνώμη του για ένα ζήτημα δημοσίου συμφέροντος, το οποίο είχε περιοριστεί μετά από την ετυμηγορία της δυσφήμησης. Κατά συνέπεια, έκρινε ότι υπήρξε παρέμβαση στα δικαιώματά του.

Η κυβέρνηση είχε επίσης αντιρρήσεις στο κατά πόσο ο προσφεύγων είχε υποστεί «σημαντική βλάβη», άλλη μια προϋπόθεση των Κανόνων του Παραδεκτού της Σύμβασης. Ωστόσο, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η υποκειμενική άποψη του προσφεύγοντος ήταν ότι είχε επηρεαστεί αρνητικά από την εθνική δικαστική απόφαση σε μια υπόθεση η οποία, κατά την άποψή του, αφορούσε σημαντικά ζητήματα αρχής. Επομένως, το ΕΔΔΑ δέχτηκε ότι υπέστη σημαντική βλάβη από τη διαδικασία δυσφήμισης.

Επί της ουσίας

Το κύριο ζήτημα για το Δικαστήριο ήταν κατά πόσον η παρέμβαση ήταν δικαιολογημένη ή «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία». Έλαβε υπόψη το γεγονός ότι ο προσφεύγων ήταν επικεφαλής μιας ΜΚΟ και ότι όταν τα όργανα αυτά εφιστούν την προσοχή σε θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος, εκτελούν «ρόλους φυλάκων» παρόμοιους με τον Τύπο. Κατά συνέπεια, εφάρμοσε τα πρότυπά του για την προστασία του Τύπου στην υπόθεση.

Μεταξύ άλλων παραγόντων, αυτό αφορούσε την εξέταση του εάν ένας διάδικος είχε ενεργήσει καλή τη πίστη,  το υψηλό επίπεδο προστασίας που παρέχεται στην ελευθερία έκφρασης σε θέματα δημόσιου συμφέροντος, τα ευρύτερα όρια δημόσιας κριτικής που έπρεπε να αποδεχθούν οι πολιτικοί και οι δημόσιοι υπάλληλοι που ενεργούσαν υπό την επίσημη ιδιότητά τους, και την προσεκτική διάκριση που πρέπει να γίνει μεταξύ των γεγονότων που θα μπορούσαν να αποδειχθούν και των αξιολογικών εκτιμήσεων  που δεν μπορούσαν να αποδειχτούν.

Εξετάζοντας την κρίση των ρωσικών δικαστηρίων ότι οι δηλώσεις είχαν ζημιώσει τη φήμη του δημοτικού συμβουλίου της Μόσχας, σημείωσε ότι δεν έλαβαν υπόψη αρκετούς βασικούς παράγοντες.

Συγκεκριμένα, τα δικαστήρια δεν διενήργησαν εξισορροπητικά, διότι, για παράδειγμα, δεν αναγνώρισαν ότι το δημοτικό συμβούλιο της Μόσχας αποτελούσε συστατικό στοιχείο της Ρωσικής Ομοσπονδίας και ότι τα επιτρεπόμενα όρια κριτικής είναι ευρύτερα  όταν πρόκειται για δημόσιες αρχές. Επιπλέον, απέρριψαν το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι το συμβούλιο δεν είχε κατονομαστεί στο άρθρο, αντίθετα με μια σημαντική απόφαση της Σύμβασης ότι πρέπει να υπάρχει αντικειμενικός δεσμός μεταξύ μιας αμφισβητούμενης δήλωσης και του διαδίκου που υπέβαλε αγωγή δυσφήμησης.

Η συλλογιστική του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που υιοθετήθηκε και κατ’ έφεση, φαίνεται να βασίζεται στη σιωπηρή υπόθεση ότι η προστασία της υπόληψης επικράτησε σε κάθε περίπτωση έναντι της ελευθερίας της έκφρασης.

Συνολικά, τα εθνικά δικαστήρια δεν είχαν προβεί στην απαραίτητη άσκηση εξισορρόπησης  των δικαιωμάτων των μερών, δεν είχαν παράσχει σχετικούς και επαρκείς λόγους για να δικαιολογήσουν την παρέμβαση στα δικαιώματά του και δεν είχαν εφαρμόσει πρότυπα που ήταν σύμφωνα με τη Σύμβαση. Επομένως, η παρέμβαση δεν ήταν απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία και υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ρωσία πρέπει να καταβάλει στον προσφεύγοντα 3.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 957 ευρώ για έξοδα και δαπάνες.


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες