Σύλλογοι προστασίας παιδιών. Αυτόνομο de facto δικαίωμα εκπροσώπησης κακοποιημένων παιδιών για άσκηση προσφυγής στο ΕΔΔΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ

Association Innocence en Danger and Association Enfance et Partage κατά Γαλλίας της 04.06.2020 (αριθ.προσφ. 15343/15 και 16806/15)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Κακοποίηση παιδιού από γονείς και επακόλουθος θάνατός του. Ανεπαρκή μέτρα γαλλικών αρχών για προστασία του οκτάχρονου παιδιού από κακοποίηση των γονιών του.

Οι προσφυγές υποβλήθηκαν από δύο γαλλικούς συλλόγους προστασίας παιδιών. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υπήρχαν εξαιρετικές περιστάσεις υπό τις οποίες θα μπορούσε να αναγνωρίσει ότι οι δύο προσφεύγοντες σύλλογοι, των οποίων ο στόχος ήταν ακριβώς η προστασία των παιδιών και οι οποίοι είχαν συμμετάσχει ενεργά στις εσωτερικές διαδικασίες στο εσωτερικό δίκαιο, θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι έχουν de facto  καθεστώς εκπροσώπου του παιδιού.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η «έκθεση ύποπτης κακομεταχείρισης» που έστειλε ο διευθυντής το 2008 είχε προκαλέσει τη θετική υποχρέωση του κράτους να διεξάγει έρευνες. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα μέτρα που λήφθηκαν από τις αρχές από τη γνωστοποίηση της έκθεσης έως και το θάνατο του παιδιού δεν ήταν επαρκή ώστε να το προστατεύσουν από σοβαρή κακοποίηση από τους γονείς του. Παραβίαση άρθρου 3 (απαγόρευση απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης) της ΕΣΔΑ.

Όσον αφορά την αγωγή αστικής ευθύνης κατά του κράτους για τη δυσλειτουργία του συστήματος δικαιοσύνης, το γεγονός ότι η αξίωση απορρίφθηκε λόγω έλλειψης βαριάς αμέλειας, δεν αρκούσε για να κριθεί ότι, στο σύνολο, το ένδικο μέσο δεν ήταν «αποτελεσματικό». Άλλωστε, η αποτελεσματικότητα ενός ένδικου μέσου κατά την έννοια του άρθρου 13 της Σύμβασης δεν εξαρτάται από τη βεβαιότητα ευνοϊκού αποτελέσματος για τον προσφεύγοντα. Μη παραβίαση του άρθρου 13 (δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής).

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 3

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες είναι δύο γαλλικοί σύλλογοι προστασίας παιδιών, των οποίων η καταστατική έδρα βρίσκεται στο Παρίσι.

Μετά τη γέννησή της το 2001, και καθώς η μητέρα αρχικά ήθελε να παραμείνει ανώνυμη και να εγκαταλείψει το παιδί, η Μ. μεταφέρθηκε στο σπίτι της  μητέρας της μόλις ένα μήνα αργότερα. Στη συνέχεια έζησε τόσο με τους γονείς της όσο και με τα αδέλφια της. Πήγε στο σχολείο για πρώτη φορά τον Απρίλιο του 2007 σε ηλικία 6 ετών. Απουσίαζε για πολλές  ημέρες από τα διάφορα σχολεία στα οποία είχε εγγραφεί, ενώ είχε αλλάξει πολλά κάθε φορά που η οικογένειά της μετακόμιζε. Από το πρώτο σχολικό έτος 2007-2008 και μετά, οι καθηγητές της Μ. ανέφεραν και παρατήρησαν συχνά τραύματα στο σώμα του παιδιού.

Τον Ιούνιο του 2008, ένας διευθυντής έστειλε μια «έκθεση προστασίας των παιδιών» στον εισαγγελέα του Le Mans και στον πρόεδρο του Conseil général (Γενικού Συμβουλίου- αρμόδια τοπική αρχή). Ανησυχούσε λόγω του γεγονότος ότι η Μ. δεν είχε παρουσιαστεί  στο νέο της σχολείο, σε αντίθεση με τους αδελφούς και την αδελφή της. Ανησυχούσε για την απουσία του παιδιού καθώς ο διευθυντής  του προηγούμενου σχολείου είχε ενημερώσει για ύπαρξη υποψίας κακομεταχείρισης και είχε λάβει  σχολικό αρχείο στο οποίο καταγράφονταν  διάφορα σημάδια που παρατηρήθηκαν στο σώμα της M. από καθηγητές.

Την ίδια ημέρα η εισαγγελία ζήτησε από την αστυνομία να ερευνήσει την υπόθεση. Τον Ιούλιο του 2008, οι κοινωνικές υπηρεσίες ενημέρωσαν το εισαγγελέα για πρόσφατους μώλωπες. Ένας ιατροδικαστής ανέλαβε να εξετάσει την υπόθεση. Η Μ. εξετάστηκε λίγες μέρες αργότερα παρουσία του πατέρα της. Ο γιατρός κατέγραψε πολλούς παλιούς μώλωπες και ανέφερε ότι δεν μπορούσε να αποκλείσει τη βία ή την κακομεταχείριση. Την επόμενη εβδομάδα, η Μ. ερωτήθηκε στις εγκαταστάσεις της αστυνομίας για την πρόληψη της εγκληματικότητας ανηλίκων και η συνάντηση καταγράφηκε.

Τον Σεπτέμβριο του 2008, ο υπεύθυνος αστυνομικός συνέταξε έκθεση στην οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, σύμφωνα με την έρευνα, δεν υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία που να υποδεικνύουν ότι η Μ. είχε πέσει θύμα κακοποίησης. Στις αρχές Οκτωβρίου 2008, η εισαγγελία έκλεισε την υπόθεση, θεωρώντας ότι το φερόμενο αδίκημα δεν ήταν επαρκώς τεκμηριωμένο.

Στα τέλη Απριλίου 2009 ο διευθυντής και ο γιατρός του σχολείου ζήτησαν από τον πατέρα να μεταφέρει την Μ. στη παιδιατρική μονάδα έκτακτης θεραπείας, όπου παρέμεινε νοσηλευμένη για ένα μήνα. Την ίδια στιγμή, ο διευθυντής ανέφερε τις ανησυχίες του στον πρόεδρο του Conseil général (Γενικού Συμβουλίου), δηλώνοντας ότι η  Μ. απουσίαζε για 33 ημέρες από την αρχή της σχολικής χρονιάς και κατά τη διάρκεια της οποίας έφερε συχνά μικρούς τραυματισμούς για τους οποίους δεν υπήρχε προφανής εξήγηση.

Τον Ιούνιο του 2009 δύο κοινωνικοί λειτουργοί επισκέφθηκαν το σπίτι του παιδιού σε διαφορετικές ημερομηνίες. Συμπέραναν ότι δεν υπήρχε λόγος ιδιαίτερης ανησυχίας.

Τον Σεπτέμβριο του 2009 ο πατέρας της Μ. ανέφερε στην αστυνομία ότι η κόρη του είχε εξαφανιστεί από το πάρκινγκ ενός ταχυφαγείου. Διεξήχθη μεγάλη έρευνα για να εντοπιστεί το παιδί. Την επόμενη μέρα, ο πατέρας οδήγησε τελικά τους αστυνομικούς στη τοποθεσία όπου εντοπίστηκε το σώμα του παιδιού, και ο θάνατός του χρονολογήθηκε από 6 έως 7 Αυγούστου 2009.

Τον Ιούνιο του 2012, οι γονείς καταδικάστηκαν σε 30 χρόνια κάθειρξη από το Κακουργιοδικείο του Sarthe για βασανιστήρια και βάναυσες πράξεις οι οποίες οδήγησαν σε θάνατο, εναντίον ανηλίκου από γονέα. Οι δύο σύλλογοι συμμετείχαν στην ποινική διαδικασία ως πολιτικοί ενάγοντες και οι γονείς διατάχθηκαν να τους καταβάλλουν χρηματική ποινή ως αποζημίωση.

Τον Οκτώβριο του 2012, οι δύο σύλλογοι άσκησαν αγωγές κατά του κράτους για αστική ευθύνη του τελευταίου λόγω δυσλειτουργίας του συστήματος δικαιοσύνης, υποστηρίζοντας ιδίως ότι μεταξύ Ιουνίου και Οκτωβρίου 2008, οι υπηρεσίες έρευνας και εισαγγελίας είχαν διαπράξει μία σειρά πράξεων που συνίσταντο σε βαριά αμέλεια. Οι ισχυρισμοί τους απορρίφθηκαν.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Καθεστώς των προσφευγόντων συλλόγων

Η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι οι δύο σύλλογοι δεν είχαν το δικαίωμα να ενεργούν εξ ονόματος της M. αναφορικά με τη υποβολή προσφυγών στο ΕΔΔΑ.

Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχαν εξαιρετικές περιστάσεις υπό τις οποίες θα μπορούσε να αναγνωρίσει ότι οι δύο προσφεύγοντες σύλλογοι, των οποίων ο στόχος ήταν ακριβώς η προστασία των παιδιών και οι οποίοι είχαν συμμετάσχει ενεργά στις εσωτερικές διαδικασίες στο εσωτερικό δίκαιο, θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι έχουν de facto  καθεστώς εκπροσώπου της  M.

Άρθρο 3 (απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης)

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι, μέσω της έκθεσης του διευθυντή της 19ης Ιουνίου 2008, οι αρχές έλαβαν γνώση της πιθανότητας  ότι η Μ. είχε υποστεί κακομεταχείριση και του πιθανού κινδύνου να υποστεί περαιτέρω κακοποίηση. Η έκθεση προκάλεσε τη θετική υποχρέωση του κράτους να διερευνήσει το συμβάν.

Το Δικαστήριο αναγνώρισε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι εθνικές αρχές σε ένα τόσο ευαίσθητο ζήτημα.  Έπρεπε μα επιτύχουν ισορροπία μεταξύ της μη παράβλεψης κινδύνου από τη μία και της διασφάλισης του σεβασμού της οικογενειακής ζωής από την άλλη. Σημείωσε επίσης ότι, την ίδια ημέρα της έκθεσης, ο εισαγγελέας ανταποκρίθηκε άμεσα ζητώντας από τη χωροφυλακή να πραγματοποιήσει έρευνα. Επιπλέον, λήφθηκαν χρήσιμα μέτρα όπως η μαγνητοσκόπηση του παιδιού και η εξέταση της από ιατροδικαστή.

Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε ότι ορισμένοι άλλοι παράγοντες υπονόμευσαν τη σημασία των εν λόγω ευρημάτων.

Πρώτον, ως απάντηση στην άμεση αντίδραση του Εισαγγελέα, το θέμα δεν παραπέμφθηκε σε Ανακριτή παρά μόνο 13 ημέρες αργότερα. Δεύτερον, διάφορα στοιχεία και ενδείξεις είχαν γνωστοποιηθεί στις αρχές μετά την αποστολή της έκθεσης της 19.06.2008. Θα ήταν χρήσιμο να είχαν εξεταστεί οι καθηγητές προκειμένου να συλλέξουν πληροφορίες σχετικά με το ιστορικό και την αντίδραση του παιδιού όταν εντοπίστηκαν οι τραυματισμοί στο σώμα του. Οι εκπαιδευτικοί έπαιζαν βασικό ρόλο στην πρόληψη της κακοποίησης παιδιών, καθώς παρατηρούσαν τα παιδιά στενά σε καθημερινή βάση και ήταν μερικές φορές οι μόνοι άνθρωποι που το παιδί μπορούσε να εμπιστευτεί.

Θα ήταν επίσης χρήσιμο να διεξαχθούν έρευνες ώστε να σκιαγραφηθεί το οικογενειακό περιβάλλον της Μ. ειδικά επειδή η οικογένεια είχε μετακομίσει αρκετές φορές. Η μητέρα έδωσε μια μικρή κατάθεση στην οικία της και όχι στο αστυνομικό τμήμα. Επιπλέον, λόγω της παρουσίας του πατέρα κατά τη διάρκεια της ιατροδικαστικής εξέτασης της Μ. δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια πραγματική κατάθεση του παιδιού, στο  πλαίσιο μιας έρευνας που περιελάβανε την υποβολή στοχευμένων ερωτήσεων.

Ενώ ήταν αλήθεια ότι η Μ. δεν είχε υποβάλει παράπονα κατά τη διάρκεια αυτής της κατάθεσης, διεξήχθη ωστόσο χωρίς τη παρουσία ψυχολόγου. Αν και δεν είναι υποχρεωτική, θα μπορούσε να συνδράμει ώστε να διευκρινίσει τυχόν ερωτήματα που εγείρει η  έκθεση και η εγκληματολογική αξιολόγηση.

Δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να θέσει υπό αμφισβήτηση τη διακοπή της έρευνας από μόνο του. Από την άλλη πλευρά, οι αρχές θα έπρεπε να είχαν λάβει ορισμένες προφυλάξεις κατά την λήψη απόφασης διακοπής, και όχι απλώς να παραμερίσουν το ζήτημα. Αν το γραφείο του εισαγγελέα είχε ενημερώσει τις κοινωνικές υπηρεσίες για την απόφασή του, εφιστώντας την προσοχή στην ανάγκη για κοινωνική έρευνα ή τουλάχιστον παρακολούθηση του παιδιού, θα είχε αυξήσει τις πιθανότητες κατάλληλης ανταπόκρισης από τις εν λόγω υπηρεσίες μετά την κατάργηση της ποινικής έρευνας.

Επιπλέον, δεν υπήρξε μηχανισμός για συγκέντρωση πληροφοριών (όπως το “CRIP”,  μονάδα συλλογής)  στην εν λόγω περιοχή. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων  είχε μειώσει σημαντικά τις πιθανότητες οποιασδήποτε ειδικής παρακολούθησης του παιδιού και κάθε χρήσιμης ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ δικαστικών και κοινωνικών αρχών.

Οι κοινωνικές υπηρεσίες, οι οποίες τελικά είχαν λάβει γνώση της απόφασης παύσης της ποινικής δίωξης, είχαν ομολογουμένως αναλάβει κάποια δράση, συμπεριλαμβανομένων των επισκέψεων στο σπίτι, ως απάντηση στην ανησυχητική έκθεση της 27.04.2009. Ωστόσο, καθώς αυτή η έκθεση συνέπεσε με τη νοσηλεία της Μ. για ένα μήνα (μετά από επικοινωνία της παιδιατρικής πτέρυγας), οι κοινωνικές υπηρεσίες θα έπρεπε να ήταν ακόμη περισσότερο σε επαγρύπνηση για την αξιολόγηση της κατάστασης του παιδιού. Ωστόσο, μετά την απόφαση για διακοπή της υπόθεσης, δεν είχαν αναλάβει καμία ουσιαστική δράση που θα καθιστούσε δυνατή την αναγνώριση της πραγματικής κατάστασης του παιδιού.

Το Δικαστήριο κατέληξε επομένως στο συμπέρασμα ότι το ισχύον σύστημα δεν κατάφερε να προστατεύσει την Μ. από σοβαρή κακοποίηση εκ μέρους των γονέων της, που είχε οδηγήσει στο θάνατό της. Υπήρξε συνεπώς παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης.

Άρθρο 13 (δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής)

Το Δικαστήριο δεν θεώρησε παράλογο για τον Γάλλο νομοθέτη να θεσπίσει κανόνες για τη την αστική ευθύνη του κράτους σε αυτό το συγκεκριμένο πλαίσιο απαιτώντας την καθιέρωση βαριάς αμέλειας, η οποία θα μπορούσε να συνίσταται από μια σειρά από αμελείς πράξεις που έχουν ως αποτέλεσμα τη δυσλειτουργία του συστήματος δικαιοσύνης. Αναγνώρισε επίσης ότι η εφαρμογή αυτών των κανόνων σε ένα περιορισμένο πλαίσιο αντιστοιχούσε σε νομοθετική επιλογή, η οποία έλαβε υπόψη την πολυπλοκότητα του συστήματος  δικαιοσύνης και επιδίωξε να διασφαλίσει την ομαλή άσκηση διερευνητικών και δικαστικών εξουσιών.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο σύλλογος Innocence en Danger ήταν σε θέση να συμμετάσχει στις διαδικασίες στα τακτικά δικαστήρια προκειμένου να εξεταστεί η καταγγελία σχετικά με την αποτυχία των αστυνομικών και εισαγγελικών αρχών. Το αρμόδιο δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να αποφανθεί επ’ αυτών των καταγγελιών και πράγματι τις εξέτασε, χωρίς να καταλήξει ότι οι πράξεις συνιστούσαν βαριά αμέλεια και ο προσφεύγων σύλλογος  μπόρεσε να υποβάλει όλα τα επιχειρήματα και τους ισχυρισμούς του.

Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, το γεγονός ότι απορρίφθηκαν οι αξιώσεις του προσφεύγοντος συλλόγου δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί το ένδικο μέσο  ως «αναποτελεσματικό» ή όχι. Η αποτελεσματικότητα ενός ένδικου μέσου κατά την έννοια του άρθρου 13 της Σύμβασης δεν εξαρτάται από τη βεβαιότητα ευνοϊκού αποτελέσματος για τον προσφεύγοντα. Επομένως, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της σύμβασης.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Γαλλία έπρεπε να καταβάλει στον προσφεύγοντα σύλλογο Innocence en Danger συμβολικά το χρηματικό ποσό του 1 ευρώ ως ηθική βλάβη και 15.000 ευρώ για έξοδα και δαπάνες. Ο δεύτερος σύλλογος δεν είχε υποβάλει αίτημα για δίκαιη ικανοποίηση.

Μειοψηφούσα γνώμη

Οι δικαστές Yudkivska και Hüseynov εξέφρασαν κοινή σύμφωνη γνώμη. Η παρούσα γνώμη επισυνάπτεται στην απόφαση.

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες