Δικαστής διάδικος κατά διοικητικών δικαστηρίων! Η άρνηση εξέτασης προταθέντων μαρτύρων, η απόρριψη αιτηθείσας προφορικής ακρόασης και η ανεπαρκής αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων, παραβίασαν το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Bileski κατά Βόρειας Μακεδονίας της 06.06.2019 (αριθ. 78392/14)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Παραβίαση της δίκαιης δίκης δικαστή από τα διοικητικά δικαστήρια. Αιτιολογία δικαστικών αποφάσεων.  Άρνηση εξέτασης σημαντικών μαρτύρων. Άρνηση προφορικής ακρόασης του διαδίκου.

Εικαζόμενη συνεργασία δικαστή με τις υπηρεσίες ασφαλείας του πρώην κομμουνιστικού καθεστώτος. Το 2012, η ​​Επιτροπή Ελέγχου Γεγονότων διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων υπήρξε «πληροφοριοδότης» με τις πρώην μυστικές υπηρεσίες ασφαλείας με αντάλλαγμα την προαγωγή του.

Προκειμένου να αντικρούσει τις κατηγορίες, ο προσφεύγων για να πιστοποιηθεί η αθωότητά  του: α) ζήτησε την εξέταση μαρτύρων  και ιδιαίτερα αυτού που τον είχε «καρφώσει» ως συνεργάτη των μυστικών υπηρεσιών (ο οποίος είχε ήδη προβεί σε ανασκευαστική δήλωση) και ενός πραγματογνώμονα, β) αιτήθηκε προφορική και αυτοπρόσωπη ακρόαση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και γ) αμφισβήτησε όλα τα προσκομισθέντα έγγραφα ως μη γνήσια και ανακριβή.

Όμως, τα εγχώρια διοικητικά δικαστήρια απέρριψαν τα αιτήματά του, με τον αιτιολογία ότι  ο προσφεύγων δικαστής  δεν είχε κανένα αποδεικτικό στοιχείο που θα αποδείκνυε τα όσα ισχυριζόταν, χωρίς να αιτιολογήσουν τις αρνήσεις τους και χωρίς να δεχθούν την προφορική ανάπτυξη των ισχυρισμών του. Ο προσφεύγων άσκησε προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για  παραβίαση του άρθρου 6, υποστηρίζοντας πως τα εσωτερικά δικαστήρια δεν του επέτρεψαν να παρουσιάσει την υπόθεσή του.

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου διαπίστωσε παραβίαση της δίκαιης δίκης (άρθρο 6) λόγω της άρνηση εξέτασης των προταθέντων μαρτύρων, της έλλειψης της αιτηθείσας προφορικής ακρόασης και της ανεπαρκούς αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 6

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων  Dragi Bileski, είναι υπήκοος και κάτοικος της Βόρειας Μακεδονία γεννημένος το 1951 και ζει στο Kičevo.

Η υπόθεση αφορούσε τις διαδικασίες που κινήθηκαν εναντίον του με την κατηγορία της συνεργασίας με τις υπηρεσίες ασφαλείας του πρώην κομμουνιστικού καθεστώτος. Στο τέλος της διαδικασίας το 2014 η θέση του ως δικαστής τερμάτισε.

Το 2012, η ​​Επιτροπή Ελέγχου Γεγονότων διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων υπήρξε «επιχειρησιακός σύνδεσμος» με τις πρώην υπηρεσίες ασφαλείας με αντάλλαγμα την προαγωγή του, ότι η συνεργασία του ήταν σκόπιμη και ότι είχε προκαλέσει βλάβη σε άλλους. Η απόφαση βασίστηκε κυρίως σε κάποιες σημειώσεις ενός από τους φερόμενους χειριστές.

Κατά τη διαδικασία ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, αμφισβήτησε τόσο τα συμπεράσματα της Επιτροπής όσο και τη γνησιότητα των εγγράφων. Ζήτησε από τα δικαστήρια να εξετάσουν προφορικά τον  χειριστή και έναν πραγματογνώμονα (καθηγητή πανεπιστημίου και πρώην αξιωματικό πληροφοριών).

Τα διοικητικά δικαστήρια απέρριψαν τους ισχυρισμούς του χωρίς να εξετάσουν τους προτεινόμενους μάρτυρες. Το 2013 το πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο διαπίστωσε ειδικότερα ότι ο προσφεύγων δεν είχε υποβάλει κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να αποδείκνυε διαφορετικά γεγονότα. Το 2014, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο έκρινε αμετάκλητα ότι η ανωτέρω κατηγορία της συνεργασίας είχε αποδειχθεί και ότι «οι εκθέσεις που συντάσσονται από τους χειριστές πρέπει να θεωρούνται γεγονότα».

Βασιζόμενος ειδικότερα στο άρθρο 6 § 1 (δικαίωμα δίκαιης δίκης / ακρόασης) της Σύμβασης, ο προσφεύγων παραπονέθηκε ότι δεν του δόθηκε η ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεσή του αποτελεσματικά. Συγκεκριμένα, τα δικαστήρια δεν είχαν αξιολογήσει κανένα από τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε προτείνει, αρνούμενα να εξετάσουν μάρτυρες ή να διεξάγουν  ακρόαση, παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις του, ούτε είχαν παράσχει επαρκή αιτιολογία στις αποφάσεις τους. Του δόθηκε επίσης περιορισμένη πρόσβαση στα αρχεία της υπηρεσίας ασφαλείας.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το αντικείμενο της δίκης κατά του προσφεύγοντος ήταν η ισχυριζόμενη συνεργασία του με υπηρεσίες ασφαλείας του προηγούμενου καθεστώτος, στις οποίες υποτίθεται είχε δώσει πληροφορίες για άλλα πρόσωπα.  Επιπλέον, το Δικαστήριο εκτίμησε ότι οι διαδικαστικές εγγυήσεις που διέθετε ο προσφεύγων στο πλαίσιο της δίκης βρίσκονται στο επίκεντρο της προσφυγής. Δεδομένου ότι η διαδικασία λήψης δικαστικών αποφάσεων πρέπει να είναι δίκαιη και με τέτοιο τρόπο που να προστατεύει τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, το Δικαστήριο κηρύσσει την προσφυγή ως παραδεκτή.

Στην προκειμένη περίπτωση, η απόφαση της Επιτροπής βασίστηκε σε αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τον προσφεύγοντα όσον αφορά την υποτιθέμενη συνεργασία του με τις πρώην υπηρεσίες ασφαλείας. Στηριζόμενη σε αυτά τα στοιχεία, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι o προσφεύγων είχε συνεργαστεί με τα εν λόγω όργανα ως «μυστικός συνεργάτης, πληροφοριοδότης ή επιχειρησιακός σύνδεσμος» και ότι η συνεργασία αυτή ικανοποιούσε τα ποιοτικά κριτήρια που καθορίζονται στο νόμο του 2012 περί κάθαρσης, ήτοι ότι ήταν «μυστική, οργανωμένη και συνεχής», με την οποία «τα δικαιώματα και οι ελευθερίες [άλλων ανθρώπων] είχαν παραβιαστεί για πολιτικούς ή ιδεολογικούς λόγους … σε αντάλλαγμα για ευνοϊκές προαγωγές». Πρέπει να σημειωθεί ότι ο προσφεύγων δεν συμμετείχε στη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να προβάλει κανένα επιχείρημα για την υπεράσπισή του.

Στο πλαίσιο της διαδικασίας που ακολούθησε ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, ο προσφεύγων αμφισβήτησε τη γνησιότητα και την ακρίβεια των αποδεικτικών εγγράφων που χρησιμοποιήθηκαν εναντίον του και αμφισβήτησε τις διαπιστώσεις της Επιτροπής σχετικά με τη φερόμενη συνεργασία, ιδίως ότι σκοπίμως προκάλεσε ζημία σε τρίτα πρόσωπα και ότι είχε λάβει ευνοϊκές προαγωγές. Σχετικά με αυτό, πρότεινε στα δικαστήρια να εξετάσει τον μάρτυρα P.K., τον χειριστή ο οποίος είχε αναγνωριστεί ως συντάκτης ορισμένων φακέλων των υπηρεσιών ασφαλείας που επικαλείται η Επιτροπή. Στο ίδιο πνεύμα, ζήτησε από το δικαστήριο να εξετάσει τον V.P., καθηγητή πανεπιστημίου και πρώην αξιωματικό πληροφοριών, ως πραγματογνώμονα.

Τα διοικητικά δικαστήρια δεν εξέτασαν τους προτεινόμενους μάρτυρες και δεν αιτιολόγησαν γιατί η εξέταση τους δεν θα συνέβαλε στη διαπίστωση των γεγονότων που αμφισβητεί η προσφεύγουσα. Το Διοικητικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε τα πραγματικά περιστατικά που καθόρισε η Επιτροπή, επικαλούμενο αποκλειστικά τα έγγραφα κατά του προσφεύγοντος. Δεν αναφέρθηκε στα αντικρουόμενα στοιχεία που περιέχονται στη γραπτή δήλωση του PK. Το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε τα συμπεράσματα αυτά, θεωρώντας ότι «οι εκθέσεις που καταρτίζουν οι χειριστές των [οργανισμών αυτών] πρέπει να θεωρούνται ως γεγονότα».

Ωστόσο, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι τα έγγραφα που χρησιμοποιήθηκαν κατά της προσφεύγουσας δεν προέρχονταν από τα αρχεία της Υπηρεσίας Πληροφοριών, η οποία διαδέχθηκε το Γραφείο Κρατικής Ασφαλείας των οποίων οι εκπρόσωποι είχαν συντάξει τα εν λόγω αρχεία . Επιπλέον, και το σημαντικότερο, ο PK, που ήταν ο χειριστής στον οποίο ο προσφεύγων είχε παράσχει πληροφορίες σχετικά με τρίτους, δήλωσε σαφώς ότι είχε συντάξει τα αρχεία σύμφωνα με πρωτοβουλία  του και «χωρίς τη γνώση του προσφεύγοντος». Αυτά τα στοιχεία, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, απαιτούσαν λεπτομερέστερη εξέταση από τα εθνικά δικαστήρια. Η αιτιολογία ότι η δήλωση  του PK δεν θα ληφθεί υπόψη, χωρίς να επιτρέπει στον μάρτυρα αυτό να παράσχει πληροφορίες από πρώτο χέρι σχετικά με τις καταγγελίες του προσφεύγοντος, δεν αρκεί. Λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών της υπόθεσης, παρόμοιες θεωρήσεις ισχύουν και για το γεγονός ότι το δικαστήριο δεν εξέτασε ως μάρτυρα τον V.P., που ήταν πραγματογνώμονας. Ομως, το άρθρο 6 της Σύμβασης απαιτούσε από τα εθνικά δικαστήρια να εξετάζουν περισσότερο την υπόθεση και τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος   παρά να αναφέρουν απλώς ότι «δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να οδηγεί σε διαφορετικά γεγονότα».

Το Δικαστήριο θεωρεί ότι μια τέτοια κατάσταση ήταν επιβλαβής για την άσκηση του δικαιώματος του προσφεύγοντος να παρουσιάσει αποτελεσματικά την υπόθεσή του κατά την έννοια του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι δεν υπήρξε προφορική ακρόαση του προσφεύγοντος σε κανένα στάδιο της επίμαχης διαδικασίας, παρά τα ρητά αιτήματά του προς τούτο. Το Δικαστήριο δεν είναι πεπεισμένο ότι τα αμφισβητούμενα πραγματικά και νομικά ζητήματα θα μπορούσαν να εξεταστούν αποτελεσματικότερα γραπτά από ό, τι στην προφορική διαδικασία. Τα σχετικά ζητήματα δεν ήταν ούτε τεχνικά ούτε καθαρά νόμιμα.

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν είναι πεπεισμένο ότι υπήρξαν εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούσαν την παράλειψη της προφορικής ακρόασης.

Το Δικαστήριο σημειώνει ότι το Διοικητικό Δικαστήριο εξέτασε ορισμένες πτυχές της κατηγορίας εναντίον του προσφεύγοντος. Ωστόσο, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών συνθηκών της υπόθεσης του προσφεύγοντος και τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι άλλες αρχές που εξέτασαν την υπόθεση δεν προσκόμισαν περαιτέρω πληροφορίες και απλώς κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι υπήρξε η εικαζόμενη συνεργασία χωρίς να υποδείξουν συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τα συμπεράσματα αυτά.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο του Στρασβούργου έκρινε ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν τήρησαν την υποχρέωσή τους βάσει του άρθρου 6 § 1 να αιτιολογήσουν επαρκώς τις αποφάσεις τους.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το ΕΔΔΑ επιδίκασε ποσό  2.400 ευρώ για ηθική βλάβη και 300 ευρώ για έξοδα και δαπάνες(επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες