Παραβίαση επαγγελματικού απορρήτου δικηγόρου – πελάτη μέσω δεδομένων κινητού τηλεφώνου. Μη νομοθετική πρόβλεψη για την προστασία του. Παραβίαση δικαιώματος σεβασμού της αλληλογραφίας

ΑΠΟΦΑΣΗ

Saber κατά Νορβηγίας της 17.12.2020 (αρ. προσφ. 459/18)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Προστασία δεδομένων κινητού τηλεφώνου που αφορούν επαγγελματικό απόρρητο μεταξύ δικηγόρου και πελάτη. Δικαίωμα σεβασμού της αλληλογραφίας.

Κατάσχεση  και αντιγραφή δεδομένων του κινητού τηλεφώνου του προσφεύγοντος για διαλεύκανση ποινικού αδικήματος.  Σε έρευνα για απόπειρα δολοφονίας σε βάρος του προσφεύγοντος  η αστυνομία κατάσχεσε το κινητό του τηλέφωνο και δημιούργησε ένα αντίγραφο των καταχωρημένων δεδομένων  του για να διαλευκάνει την ποινική υπόθεση. Ο προσφεύγων ζήτησε επίμονα να διαχωριστούν οι πληροφορίες που θα αντιγράφονταν και θα περιλαμβάνονταν στη δικογραφία,  δεδομένου ότι η μνήμη του τηλεφώνου περιείχε πλήθος δεδομένων και μηνυμάτων από συνεργασία του με τους δικηγόρους του που αφορούσαν άλλες ποινικές υποθέσεις του που καλύπτονταν από το επαγγελματικό απόρρητο. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε σε απόφαση άλλη, ότι η αστυνομία ήταν αρμόδια για το φιλτράρισμα των πληροφοριών, ωστόσο λόγω έλλειψης σαφών νομοθετικών διατάξεων, η αστυνομία αρνήθηκε να το πράξει.

Το Στρασβούργο διαπίστωσε ότι η κατάσχεση του κινητού τηλεφώνου και η αντιγραφή δεδομένων από αυτό αποτελεί σαφέστατη παρέμβαση του δικαιώματος  στην αλληλογραφία και επισήμανε ότι σε ένα κράτος δικαίου η εθνική νομοθεσία πρέπει να είναι επαρκώς σαφής για τον τρόπο που επιβάλλεται  τέτοιου είδους παρέμβαση.

Επιπρόσθετα το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει τη σημασία συγκεκριμένων διαδικαστικών εγγυήσεων όσον αφορά την προστασία του επαγγελματικού απορρήτου μεταξύ δικηγόρων και πελατών, που καλύπτει όλο το εύρος της επαγγελματικής συνεργασίας πελάτη – δικηγόρου. Το ΕΔΔΑ επέκτεινε την προστασία επαγγελματικού απορρήτου δικηγόρου με πελάτη όχι μόνον στις δικαστικές (αστικές και ποινικές υποθέσεις) αλλά και στη συμβουλευτική δικηγορία.

Στην υπό κρίση υπόθεση το ΕΔΔΑ διαπίστωσε την έλλειψη  καθιερωμένου πλαισίου για την προστασία του επαγγελματικού απορρήτου. Έκρινε ότι η έλλειψη  προβλεψιμότητας, λόγω της έλλειψης σαφήνειας στο νομικό πλαίσιο και η έλλειψη διαδικαστικών εγγυήσεων που αφορούν την προστασία του επαγγελματικού απορρήτου παραβίασαν το δικαίωμα σεβασμού της αλληλογραφίας (άρθρο 8 της ΕΣΔΑ).

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 8

ΣΧΟΛΙΟ – ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ

Ιδιαίτερα χρήσιμη και ενδιαφέρουσα η απόφαση αυτή για την επέκταση της προστατευτικής εμβέλειας του επαγγελματικού απορρήτου δικηγόρων και πελατών. Η προστασία του διευρύνεται όχι μόνον στις δικαστικές αστικές, διοικητικές  και ποινικές υποθέσεις αλλά και στη συμβουλευτική δικηγορία κάθε μορφής. Έτσι παρέχεται πλέον προστασία για το επαγγελματικό απόρρητο για κάθε είδους δικηγορική εργασία με πελάτες.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Mohammed Imran Saber, είναι νορβηγός υπήκοος ο οποίος γεννήθηκε το 1978 και ζει στο Όσλο.

Το τηλέφωνο του προσφεύγοντος κατασχέθηκε από την αστυνομία στις 23.11.2015 στο πλαίσιο ποινικής έρευνας εναντίον δύο ατόμων που φέρονταν να συνεργάσθηκαν για να τον δολοφονήσουν. Η αστυνομία ήθελε να ερευνήσει  το τηλέφωνο ώστε να προβεί σε έρευνα των πιθανών συνομιλιών μεταξύ των υπόπτων και του προσφεύγοντος.

Ο προσφεύγων δήλωσε ότι το κινητό τηλέφωνό του περιείχε αλληλογραφία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου  και μηνύματα με τους δύο δικηγόρους του που αφορούσαν άλλη ποινική υπόθεση, στην οποία ήταν κατηγορούμενος (διαδικασία που τελείωσε με την απαλλαγή του το 2019). Η αστυνομία και ο προσφεύγων συμφώνησαν ότι τα δεδομένα που αντιγράφηκαν πρώτα από το τηλέφωνο έπρεπε να εξεταστούν από τα δικαστήρια και να αφαιρεθούν τυχόν δεδομένα που προστατεύονται από την  επαγγελματική σχέση δικηγόρων – πελάτη  πριν η αστυνομία  πραγματοποιήσει την έρευνά της.

Το δικαστήριο του Όσλο προχώρησε στο φιλτράρισμα, εν μέσω διαφωνίας ως προς το πως το δικαστήριο θα μπορούσε να το επιλύσει πρακτικά, συμπεριλαμβανομένου του εάν θα μπορούσε να ζητήσει βοήθεια από την αστυνομία.

Ωστόσο, το Δημοτικό Δικαστήριο εγκατέλειψε στη συνέχεια τη διαδικασία φιλτραρίσματος επειδή το Ανώτατο Δικαστήριο είχε εν τω μεταξύ, εκδώσει απόφαση – η οποία δεν σχετίζονταν με την υπόθεση του προσφεύγοντος – η οποία υπεδείκνυε ότι η αστυνομία ήταν αρμόδια να φιλτράρει τα εν λόγω δεδομένα.

Ο προσφεύγων άσκησε όλα τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα αλλά χωρίς επιτυχία.

Το αντίγραφο των δεδομένων του κινητού τηλεφώνου του προσφεύγοντος επιστράφηκε στην αστυνομία για την έρευνα και η αστυνομία εξέδωσε στο πλαίσιο αυτό σχετική έκθεση στις 09.11.2017.

Ο προσφεύγων παραπονέθηκε ότι η διαδικασία κατάσχεσης και έρευνας των  δεδομένων από το κινητό του, είχε παραβιάσει το  δικαίωμα σεβασμού της αλληλογραφίας του (άρθρου 8 της ΕΣΔΑ).

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο παρατήρησε εξαρχής ότι δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι η κατάσχεση του κινητού τηλεφώνου του προσφεύγοντος ή/και η αντιγραφή  των δεδομένων του, συνεπάγεται παρέμβαση στο δικαίωμά του για σεβασμό της αλληλογραφίας του που θεσπίζεται στο άρθρο 8  α’ εδάφιο της ΕΣΔΑ.

Σε αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι το άρθρο 8 § 2 της ΕΣΔΑ απαιτεί από την εθνική νομοθεσία να είναι «συμβατή με το κράτος δικαίου». Στο πλαίσιο των ερευνών και των κατασχέσεων, η εθνική νομοθεσία οφείλει να παρέχει ένα είδος προστασίας στο άτομο από την αυθαίρετη παρέμβαση στα δικαιώματα του άρθρου 8. Επομένως, η εθνική νομοθεσία πρέπει να είναι σαφής ώστε να παρέχει στους πολίτες επαρκή πρόβλεψη σχετικά με τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι δημόσιες αρχές διαθέτουν την εξουσία να προσφεύγουν σε τέτοια μέτρα. Επιπλέον, η αναζήτηση στην αλληλογραφία και η κατ΄οίκον έρευνα και κατάσχεση πραγμάτων αποτελούν σοβαρή παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή και, κατά συνέπεια, πρέπει να βασίζονται σε «νόμο» που πρέπει να είναι ιδιαίτερα σαφής.

Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει τη σημασία συγκεκριμένων διαδικαστικών εγγυήσεων όσον αφορά την προστασία του επαγγελματικού απορρήτου μεταξύ δικηγόρων και πελατών τους (LPP –  legal professional privilege), Το  Δικαστήριο υπογράμμισε ότι το επαγγελματικό απόρρητο αποτελεί τη βάση της σχέσης εμπιστοσύνης που υπάρχει μεταξύ δικηγόρου και πελάτη και η προστασία του εμπεριέχει το δικαίωμα του πελάτη του δικηγόρου να μην ενοχοποιεί τον εαυτό του, πράγμα που προϋποθέτει ότι οι αρχές οφείλουν να αποδείξουν τα πραγματικά περιστατικά χωρίς να καταφύγουν σε αποδεικτικά στοιχεία που αποκτήθηκαν μέσω μεθόδων εξαναγκασμού ή πίεσης, σε αντίθεση με τη βούληση του κατηγορουμένου.

Επιπλέον, το Δικαστήριο τόνισε ότι είναι σαφώς προς το γενικό συμφέρον κάθε πρόσωπο που επιθυμεί να συμβουλευθεί δικηγόρο να είναι ελεύθερο να το πράξει υπό προϋποθέσεις που ευνοούν την πλήρη και ανεμπόδιστη επικοινωνία και ότι για τον λόγο αυτό η σχέση δικηγόρου – πελάτη είναι, κατ’ αρχήν, προνομιακή. Το Δικαστήριο του Στρασβούργου δεν έχει περιορίσει αυτήν την εξέταση σε θέματα που αφορούν μόνο εκκρεμείς δικαστικές διαφορές και έχει τονίσει ότι, είτε στο πλαίσιο της βοήθειας για αστικές  ή ποινικές υποθέσεις ή στο πλαίσιο της αναζήτησης γενικών νομικών συμβουλών, τα άτομα που συμβουλεύονται δικηγόρο μπορούν εύλογα να αναμένουν ότι η επικοινωνία τους είναι ιδιωτική  και άκρως εμπιστευτική.

Συνεχίζοντας το Δικαστήριο παρατήρησε αρχικά ότι υπήρξε συμφωνία ότι το αντίγραφο δεδομένων του κινητού τηλεφώνου του προσφεύγοντος  περιείχε αλληλογραφία μεταξύ αυτού και των δικηγόρων του. Παρατήρησε επίσης ότι ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας δεν περιελάμβανε ρητές διατάξεις που καθόριζαν τη διαδικασία για τέτοιες καταστάσεις στις οποίες θα μπορούσε να διακυβεύεται το επαγγελματικό απόρρητο (LPP –  legal professional privilege). Υπήρχε, ωστόσο, συναίνεση μεταξύ της αστυνομίας και του προσφεύγοντος ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν θα διακυβευόταν το επαγγελματικό απόρρητο, τα δεδομένα έπρεπε να διαχωριστούν από το Δημοτικό Δικαστήριο και τυχόν δεδομένα επαγγελματικού απορρήτου να αφαιρεθούν προτού η αστυνομία μπορούσε να πραγματοποιήσει αναζήτηση στα λοιπά δεδομένα.

Στη συνέχεια, ενώ το Δημοτικό Δικαστήριο προχώρησε στη επιλογή των δεδομένων επαγγελματικού απορρήτου  στην υπόθεση του προσφεύγοντος, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση σε μια εντελώς άσχετη υπόθεση στην οποία ο προσφεύγων  δεν ήταν διάδικος και υπέδειξε ότι η ίδια η αστυνομία όφειλε ως αρμόδια να φιλτράρει τα δεδομένα.

Λαμβάνοντας υπόψη τις προηγούμενες παρατηρήσεις, το Δικαστήριο δεν έκρινε απαραίτητο στην παρούσα υπόθεση να εξετάσει εάν ή υπό ποιες αξιόπιστες συνθήκες για το επαγγελματικό απόρρητο  έπρεπε να αποσταλούν σε δικαστήριο ή σε άλλο ανεξάρτητο τρίτο μέρος, στην αστυνομία και στην εισαγγελική αρχή, προκειμένου να διαγραφούν τυχόν δεδομένα που καλύπτονται από αυτό,  πριν η αρχή  προχωρήσει στην αναζήτηση των δεδομένων.

Κατ΄ αρχήν, σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, η διαδικασία που αφορούσε την προστασία του επαγγελματικού απορρήτου σε υποθέσεις όπως η παρούσα δεν διέθετε σαφή βάση στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ώστε να καθοριστεί ο υπεύθυνος για την επιλογή που ακολούθησε την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου. Δεύτερον η πραγματική μορφή της διαδικασίας δεν θα μπορούσε να προβλεφθεί από τον προσφεύγοντα – παρά το γεγονός ότι του είχε επιτραπεί  να αντιταχθεί – δεδομένου ότι αναδιοργανώθηκε αποτελεσματικά μετά την απόφαση αυτή. Τρίτον, και το πιο σημαντικό, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Κυβέρνηση δεν αντέκρουσε τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος, ότι η αστυνομία έπρεπε  να εξετάσει η ίδια τα δεδομένα σε περιπτώσεις όπως η παρούσα. Η απόφαση για την εφαρμογή αυτής της εντολής στην υπόθεση του προσφεύγοντος, η οποία κατέστη αμετάκλητη με την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της 30.06.2017, σήμαινε ότι δεν υπήρξαν σαφείς και συγκεκριμένες διαδικαστικές εγγυήσεις για να αποφευχθεί η παραβίαση του επαγγελματικού απορρήτου  από την αναζήτηση του αντιγράφου του τηλεφώνου του. Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν είχε δώσει οδηγίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η αστυνομία θα εκτελούσε το καθήκον του φιλτραρίσματος για την προστασία του επαγγελματικού απορρήτου, εκτός από γενικές υποδείξεις, χωρίς να περιγράψει κανένα σαφή τρόπο ή φόρμα για τη διαδικασία.

Σε αυτό το πλαίσιο η ανησυχία του Δικαστηρίου ήταν η έλλειψη καθιερωμένου πλαισίου για την προστασία του επαγγελματικού απορρήτου  σε περιπτώσεις όπως η εξεταζόμενη. Το Δικαστήριο παρατήρησε εν πάση περιπτώσει ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, στην απόφασή του της 16.01.2017, επισήμανε επίσης την έλλειψη διατάξεων κατάλληλων για καταστάσεις όπου τα δεδομένα επαγγελματικού απορρήτου αποτελούν μέρος  ψηφιακών αποθηκευμένων δεδομένων και ανέφερε ότι θα ήταν φυσικό να ρυθμίζονταν το ζήτημα που προέκυψε στην παρούσα περίπτωση μέσω τυπικών διατάξεων του νόμου. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι το ζήτημα που προέκυψε στην παρούσα υπόθεση δεν προήλθε από τις διαπιστώσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση αυτή, αλλά από έλλειψη κατάλληλων νομοθετικών διατάξεων.

Μολονότι δεν υπήρχε τέτοια νομοθετική πρόβλεψη στην υπόθεση του προσφεύγοντος, το Δικαστήριο δεν διέθετε καμία βάση να αποφασίσει εάν το επαγγελματικό απόρρητο  πράγματι είχε παραβιαστεί στην υπόθεσή του, ούτε ότι ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι παραβιάστηκε. Ωστόσο, κατά την άποψη του ΕΔΔΑ, η έλλειψη  προβλεψιμότητας στην παρούσα υπόθεση, λόγω έλλειψης σαφήνειας στο νομικό πλαίσιο και έλλειψης διαδικαστικών εγγυήσεων που αφορούν συγκεκριμένα την προστασία του επαγγελματικού απορρήτου, υπολείπονταν των απαιτήσεων που απορρέουν από το κριτήριο ότι η παρέμβαση πρέπει να είναι σύμφωνη με το νόμο κατά την έννοια του άρθρου 8 § 2 της ΕΣΔΑ. Έχοντας καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα, δεν θεωρήθηκε απαραίτητο να ελεγχθεί η συμμόρφωση με τις άλλες απαιτήσεις της εν λόγω διάταξης.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού της αλληλογραφίας (άρθρο 8 της Σύμβασης).

Δίκαιη ικανοποίηση: Το ΕΔΔΑ επιδίκασε ποσό 7.000 ευρώ μόνον για έξοδα και δαπάνες (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες