Ο συνεχιζόμενος εγκλεισμός βαρύτατα ψυχοπαθή εγκληματία σε ψυχιατρικό κατάστημα κράτησης επειδή εξακολουθεί να αποτελεί κίνδυνο για την δημόσια ασφάλεια, δεν παραβίασε το δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία ούτε συνιστά απάνθρωπη μεταχείριση

ΑΠΟΦΑΣΗ

Maddalozzo εναντίον Ελβετίας της 16.01.2020 (αριθ.προσφ. 19338/18)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Συνεχιζόμενη κράτηση ψυχοπαθή εγκληματία. Προσωπική ελευθερία και κίνδυνος της δημόσιας ασφάλειας.

Ο προσφεύγων κατηγορήθηκε για απόπειρα βιασμού που διαπράχθηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα και καταδικάστηκε σε 5 χρόνια φυλάκισης. Η ποινή του αντικαταστάθηκε από περιορισμό σε ψυχιατρικό κατάστημα κράτησης και την παρακολούθηση ψυχιατρικής θεραπείας την οποία αρνήθηκε. Ήδη στα 11 χρόνια εγκλεισμού του, ζήτησε αρκετές φορές την αποφυλάκιση του υπό όρους, ωστόσο τα εγχώρια Δικαστήρια διαπίστωσαν, δυνάμει των ψυχιατρικών εκθέσεων των πραγματογνωμόνων, ότι η ψυχική του υγεία ήταν άκρως διαταραγμένη  και αποτελούσε κίνδυνο για το ευρύ κοινό, και ως εκ τούτου απέρριψαν τις αιτήσεις του.

Το Στρασβούργο  κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απόφαση να συνεχιστεί η κράτηση του προσφεύγοντος βασίστηκε σε εύλογη και πρόσφατη εκτίμηση της επικινδυνότητάς του, συνεπώς δεν διαπίστωσε παραβίαση του δικαιώματος του στην προσωπική ελευθερία.

Επίσης διαπίστωσε ότι, παρά την έλλειψη συνεργασίας του, είχε παρασχεθεί στον προσφεύγοντα συνεχής και κατάλληλη θεραπεία και ότι  είχε κρατηθεί σε εξειδικευμένα ιδρύματα στην κράτηση παραβατών που πάσχουν από ψυχιατρικές παθήσεις και ως εκ τούτου απέρριψε την καταγγελία του για παραβίαση του άρθρου 3 ως απαράδεκτη.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 3

Άρθρο 5§1

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Giuliano Maddalozzo, είναι Γάλλος υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε το 1954 και κρατείται στις φυλακές  Bellevue στο Gorgier (καντόνι του Neuchâtel).

Στις 3 Νοεμβρίου 1998, το Δικαστήριο Κακουργημάτων  του Καντονιού της Γενεύης διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων ήταν ένοχος για απόπειρα βιασμού με ιδιαίτερη σκληρότητα κατά τη περίοδο απαγόρευσης εισόδου στην ελβετική επικράτεια. Καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκισης, διετάχθη η αναστολή της ποινής και η  αντικατάσταση της από περιορισμό σε ψυχιατρικό κατάστημα και διατάχθηκε ψυχιατρική θεραπεία. Η απόφαση επικυρώθηκε από το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο.

Στις 20 Ιουνίου 2011 ο προσφεύγων υπέβαλε αίτηση επανεξέτασης της κράτησής του με σκοπό την υπό όρους αποφυλάκιση του.

Σε έκθεση της 15ης Νοεμβρίου 2012 ένας γιατρός διέγνωσε ότι ο προσφεύγων πάσχει από παρανοϊκή διαταραχή της προσωπικότητας που περιλαμβάνει στοιχεία ναρκισσιστικής διαστροφής, ψυχοπαθητική συμπεριφορά, και οργανικής διανοητικής διαταραχής η οποία προκλήθηκε από τραυματισμό, εγκεφαλική δυσλειτουργία ή εκ φύσεως και από  ανώριμη ψυχο-σεξουαλική ανάπτυξη. Ο πραγματογνώμονας σημείωσε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρές υποψίες ότι ο προσφεύγων  θα διαπράξει περαιτέρω αδικήματα που θα προξενήσουν σοβαρή βλάβη στη σωματική, ψυχολογική και σεξουαλική ακεραιότητα τρίτων. Τόνισε ότι ο περιορισμός του προσφεύγοντος σε ψυχιατρικό κατάστημα  εξακολουθούσε να είναι αναγκαίος και δεν θα μπορούσε να αντικατασταθεί από την λήψη θεσμικού θεραπευτικού μέτρου, και πόσο μάλλον από τη λήψη θεραπείας χωρίς τον εγκλεισμό του.

Στις 22 Απριλίου 2013, το δικαστήριο του Καντονίου της Γενεύης απέρριψε την αίτηση του προσφεύγοντος και διέταξε τη συνέχιση της κράτησης  του. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε και από τα Ομοσπονδιακά δικαστήρια  το 2013.

Στις 31 Μαΐου 2016, το Δικαστήριο κήρυξε την  αίτηση που υπέβαλε ο προσφεύγων στις 16 Ιουνίου 2014 απαράδεκτη  λόγω μη  εξάντλησης των εγχώριων ένδικων μέσων.

Τον Ιανουάριο του 2015, η εισαγγελία της Γενεύης διαπίστωσε επίσης ότι ο περιορισμός του προσφεύγοντος σε ψυχιατρικό κατάστημα κράτησης  θα πρέπει να συνεχιστεί.

Σε γνωμοδότηση που εξέδωσε στις 25 Φεβρουαρίου 2015, η αρμόδια επιτροπή για την αξιολόγηση της επικινδυνότητας, σημείωσε ότι δεν είχε νέα στοιχεία που να της επιτρέπουν να αποκλίνει από τα συμπεράσματα της 15ης Νοεμβρίου 2012 και ότι ο προσφεύγων, ο οποίος δεν συμμετείχε στην ακρόαση της Επιτροπής στις 26 Μαρτίου 2014, εξακολουθούσε να αποτελεί κίνδυνο για την κοινωνία.

Στις 5 Μαρτίου 2015 το δικαστήριο διέταξε την συνέχιση της κράτησης του προσφεύγοντος.

Στις 30 Σεπτεμβρίου 2015 ο προσφεύγων μεταφέρθηκε στο Bellevue Prison, μια εγκατάσταση υψηλής ασφάλειας. Στις 21 Οκτωβρίου 2016 ο διευθυντής της φυλακής Bellevue εξέδωσε έκθεση στην οποία αναφέρεται ότι ο προσφεύγων παρακολουθούσε συνεδρίες με ψυχολόγο μια φορά το μήνα, αλλά ότι δεν υπήρξε καμία αλλαγή αναφορικά με την αντίληψη του αδικήματος ή στην κατάσταση άρνησής του.

Κατά την ακρόαση που διεξήχθη στις 8 Δεκεμβρίου 2016 ενώπιον του δικαστηρίου μετά την καταδίκη, ο προσφεύγων εξακολουθούσεί να αρνείται τη διάπραξη αδικήματος για το οποίο είχε καταδικαστεί, καθώς και την ίδια την ύπαρξη των ψυχιατρικών διαταραχών του.

Το δικαστήριο διέταξε την συνέχιση του περιορισμού του προσφεύγοντος  σε ψυχιατρικό κατάστημα, βασίζοντας την απόφασή του στην έκθεση του πραγματογνώμονα της 15ης Νοεμβρίου 2012 και στις απόψεις που διατυπώθηκαν στη δικογραφία, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν εξελίξεις που μπορούν να θέσουν υπό αμφισβήτηση τα στοιχεία αυτά. Με απόφαση που εκδόθηκε στις  24 Φεβρουαρίου 2017, το Δικαστήριο απέρριψε την έφεση.

Στις 19 Οκτωβρίου 2017 το ομοσπονδιακό δικαστήριο απέρριψε την αναίρεση του προσφεύγοντος.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 5 § 1

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι τα εγχώρια δικαστήρια είχαν παρατείνει την κράτηση του προσφεύγοντος προκειμένου να τον εμποδίσουν να διαπράξει και άλλα εγκλήματα παρόμοια με αυτά για τα οποία είχε κριθεί ένοχος, δεδομένου ότι ο κίνδυνος υποτροπής και επικινδυνότητάς του δεν είχε μειωθεί.

Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι τα δικαστήρια δεν είχαν στηρίξει την απόφασή τους αποκλειστικά στην έκθεση πραγματογνωμόνων της 15 Νοεμβρίου 2012, η οποία δεν θα ήταν αρκετά πρόσφατη από μόνη της για να δικαιολογήσει τη συνέχιση της κράτησης του προσφεύγοντος.  Το δικαστήριο έχει επίσης λάβει υπόψη τις πολλαπλές απόψεις  που διατυπώνονται στο φάκελο της υποθέσεως, όλες υπέρ της συνέχισης του περιορισμού του προσφεύγοντος  σε ψυχιατρικό κατάστημα κράτησης.   Το ΕΔΔΑ παρατήρησε ότι τα δικαστήρια έλαβαν υπόψη ορισμένα στοιχεία που υποδηλώνουν ότι ο προσφεύγων πιθανότατα να διέπραττε εκ νέου αδίκημα εάν αποφυλακιζόταν  και ότι εξακολουθούσε να είναι επικίνδυνος για το ευρύ κοινό. Επομένως, η απόφαση του δικαστηρίου που επικυρώθηκε από το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, δεν ήταν παράλογη. Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι με την πάροδο των ετών, πολλές απόψεις και εκτιμήσεις είχαν συνταχθεί αναφορικά με την κατάσταση του προσφεύγοντος από ειδικούς ιατρούς, επιβεβαιώνοντας ότι η κατάστασή του δεν είχε αλλάξει.

Όσον αφορά τον τόπο κράτησης του προσφεύγοντος και το καθεστώς υπό το οποίο κρατούνταν, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι είχε κρατηθεί σύμφωνα με το άρθρο 64 του Ποινικού Κώδικα και όχι για  θεραπευτικό μέτρο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο προσφεύγων είχε εκτίσει περισσότερο από 11 χρόνια εγκλεισμού σε φυλακές ειδικά σχεδιασμένες για προληπτική κράτηση (φυλακές Champ-Dollon και La Croisée). Από τον Οκτώβριο του 2015 κρατούνταν στη φυλακή Bellevue, φυλακή υψηλής ασφάλειας. Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ούτε η εκτίμηση πραγματογνωμόνων της 15ης Νοεμβρίου 2012 ούτε τα διάφορα ευρήματα των ιατρικών υπηρεσιών της φυλακής είχαν προτείνει την μετακίνηση του προσφεύγοντος σε άλλο πιο κατάλληλο ίδρυμα. Η αρχική απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο Κακουργημάτων  στις 3 Νοεμβρίου 1998 ήταν να υποβληθεί σε ψυχιατρική θεραπεία, αλλά πρέπει να σημειωθεί ότι ο προσφεύγων είχε αρνηθεί.

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι ένα πρόσωπο που υπόκειται σε ακούσια νοσηλεία δεν ήταν υποχρεωμένο να δεχθεί τη προτεινόμενη θεραπεία και ότι ήταν σημαντικό να αποδοθεί βάρος στις επαναλαμβανόμενες αρνήσεις του προσφεύγοντος. Οι αρχές δεν μπορούσαν να αναμένουν να επιβάλουν με τη βία ιατρική περίθαλψη στον προσφεύγοντα. Παρ’  όλα αυτά, έπρεπε να συνεχίσουν να του παρέχουν θεραπευτικά μέτρα κατάλληλα για την προσωπική του κατάσταση. Από τη δικογραφία προέκυπτε  ότι ο προσφεύγων είχε πάντα την επιλογή  να αποδεχτεί τη θεραπεία. Είχε μάλιστα συνταχθεί σχέδιο που να διευκολύνει την εξατομικευμένη παροχή θεραπείας, και μάλιστα η συχνότητα των συναντήσεων με τον ψυχολόγο καθορίστηκαν από τον ίδιο τον προσφεύγοντα.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε παρασχεθεί στον προσφεύγοντα συνεπής κατάλληλη ιατρική θεραπεία για την κατάστασή του και ότι είχε κρατηθεί σε ιδρύματα προσαρμοσμένα στη κράτηση παραβατών που πάσχουν από ψυχικές διαταραχές. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απόφαση να συνεχιστεί η κράτηση του προσφεύγοντος βασίστηκε σε εύλογη και πρόσφατη εκτίμηση της επικινδυνότητάς του. Η απόφαση για τη συνέχιση του περιορισμού του προσφεύγοντος σε ψυχιατρικό κατάστημα ήταν συμβατή με τους  στόχους της αρχικής καταδίκης.

Κατά συνέπεια, οι καταγγελίες του προσφεύγοντος πρέπει να απορριφθούν ως προδήλως αβάσιμες.

Άρθρο 3

Το Δικαστήριο παρατήρησε, καταρχάς, ότι ο προσφεύγων  καταδικάστηκε σε περιορισμό σε ψυχιατρικό κατάστημα κράτησης, ο οποίος  σύμφωνα με το άρθρο 64 του Ποινικού Κώδικα, συνεπαγόταν τη δυνατότητα αποφυλάκισης, υπό τον όρο ότι ο κρατούμενος θα μπορούσε ευλόγως να αναμένεται να συμπεριφέρεται σωστά εκτός φυλακής. Ότι  η δυνατότητα αποφυλάκισης αξιολογήθηκε σε τακτά χρονικά διαστήματα, αυτεπαγγέλτως και κατόπιν σχετικής αίτησης. Η κράτηση ήταν επομένως  μη αναστρέψιμη. Και πάλι, το γεγονός και μόνο ότι το αίτημα του προσφεύγοντος περί αποφυλάκισης  με άδεια είχε απορριφθεί με την αιτιολογία ότι εξακολουθούσε να παρουσιάζει κίνδυνο για την κοινωνία δεν συνιστά, από μόνο του, παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης. Πράγματι, η Σύμβαση απαιτεί από τα συμβαλλόμενα κράτη να αναλάβουν δράση για την προστασία της κοινωνίας από το βίαιο έγκλημα. Ένα πρόσωπο που καταδικάστηκε για σοβαρό αδίκημα θα μπορούσε να καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη όταν αυτό απαιτείται για λόγους προστασίας του ευρύ  κοινού.

Απαντώντας στον ισχυρισμό του προσφεύγοντος ότι η αξιολόγηση της έκθεσης της 15ης Νοεμβρίου 2012 είχε αποκλείσει οποιαδήποτε προοπτική αποφυλάκισης, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η διάγνωση που διαπιστώθηκε εκείνη την ημερομηνία δεν ήταν αμετάβλητη και θα μπορούσε να αλλάξει σμε οποιαδήποτε μελλοντική αξιολόγηση.

Το Δικαστήριο, έχοντας ήδη καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, παρά την έλλειψη συνεργασίας του, είχε παρασχεθεί στον προσφεύγοντα συνεχής και κατάλληλη θεραπεία και ότι  είχε κρατηθεί σε ιδρύματα προσαρμοσμένα στην κράτηση παραβατών που πάσχουν από ψυχιατρικές παθήσεις, απέρριψε την καταγγελία του για παραβίαση του άρθρου 3 ως απαράδεκτη.

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες