Κακομεταχείριση κρατουμένων και έλλειψη έρευνας για θάνατο και εξευτελιστική μεταχείριση. Παραβιάσεις της ΕΣΔΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ

Cantaragiu κατά Δημοκρατίας της Μολδαβίας της 24.03.2020 (αριθ. προσφ. 13013/11)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δικαίωμα στην ζωή, απαγόρευση βασανιστηρίων , αποτελεσματική έρευνα.

Ο προσφεύγων, ο αδερφός του και ο πατέρας τους, συνελήφθησαν ως ύποπτοι για ανθρωποκτονία. Κατά την διάρκεια της προσωρινής κράτησης υπέστησαν κακομεταχείριση. Ο αδερφός του προσφεύγοντα απεβίωσε και έπαυσε η ποινική διαδικασία εναντίον του. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε αυτούς, αμετάκλητα, ένοχους για ανθρωποκτονία από πρόθεση, ωστόσο διαπίστωσε κακομεταχείριση κατά την διάρκεια της προσωρινής κράτησης και αναποτελεσματική έρευνα των αρχών.

Το Στρασβούργο επαναλαμβάνει ότι το δικαίωμα στην ζωή (άρθρο 2) είναι μία από τις πιο θεμελιώδεις διατάξεις της Σύμβασης, η οποία, σε μια ειρηνική περίοδο, δεν επιτρέπει καμία παρέκκλιση βάσει του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ. Μαζί με την απαγόρευση βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης (άρθρο 3), κατοχυρώνει μία από τις βασικές αξίες των δημοκρατικών κοινωνιών.

Άρθρο 2 όσον αφορά τον αδερφό του προσφεύγοντα

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο αδερφός του προσφεύγοντα πέθανε από ρήξη του δωδεκαδάκτυλου του, ένα σαφές σημάδι κακομεταχείρισης. Επίσης διαπίστωσε ότι η έρευνα για την αιτία θανάτου του επικεντρώθηκε στην ιατρική πρακτική που ακολουθήθηκε και όχι στις συνθήκες κακομεταχείρισης, οι δε ανακριτικοί υπάλληλοι οι οποίοι είχαν αναλάβει την υπόθεση δεν συμπεριλήφθησαν στην έρευνα. Κατά συνέπεια έκρινε ότι η έρευνα ήταν αναποτελεσματική και διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 2 στο ουσιαστικό αλλά και διαδικαστικό σκέλος.

Άρθρο 3 όσον αφορά τον προσφεύγοντα

Το Δικαστήριο συνεπικουρεί την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι ο προσφεύγων υπέστη κακομεταχείριση κατά την διάρκεια της κράτησής του και ότι οι έρευνες των αρχών ήταν ανεπαρκείς, διεκόπησαν χωρίς αποτέλεσμα και τα μόνα στοιχεία της υπόθεσης καταστράφηκαν. Έκρινε παραβίαση του άρθρου 3.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 2,

Άρθρο 3,

Άρθρο 13

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Vasile Cantaragiu, είναι Μολδαβός υπήκοος που γεννήθηκε το 1986 και, σύμφωνα με τις τελευταίες διαθέσιμες πληροφορίες, κρατούνταν στο Cahul.

Η υπόθεση αφορούσε τις καταγγελίες του ότι ο ίδιος και ο αδελφός του είχαν υποστεί κακομεταχείριση ενώ βρίσκονταν υπό κράτηση, και είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο του αδελφού του. Ο προσφεύγων και ο αδελφός του συνελήφθησαν ως ύποπτοι ανθρωποκτονίας  τον Απρίλη του 2005 και τέθηκαν υπό προσωρινή κράτηση. Επίσης ο πατέρας τους συνελήφθη με την ίδια κατηγορία.

Ο προσφεύγων μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο το Νοέμβρη του 2005 και στη συνέχεια κατήγγειλε ότι είχε  υποστεί κακομεταχείριση από την αστυνομία. Οι εισαγγελείς έθεσαν την υπόθεση στο αρχείο το 2007, διαπιστώνοντας ότι δεν είχε διαπραχθεί κανένα αδίκημα.

Ο αδελφός του προσφεύγοντος, 21 ετών και πρώην πρωταθλητής τζούντο, παραπονέθηκε στο προσωπικό της φυλακής στις 30.10.2005 για πόνους στο στομάχι και  για πονοκεφάλους. Πέθανε στο νοσοκομείο 4 μέρες αργότερα.

Οι εισαγγελείς διέταξαν ποινική έρευνα, αλλά την διέκοψαν τον Σεπτέμβριο του 2008, διαπιστώνοντας ότι δεν ήταν δυνατόν να προσδιοριστεί η αιτία της ρήξης του δωδεκαδάκτυλου. Οι καταγγελίες του προσφεύγοντος και του πατέρα του σχετικά με τις αποφάσεις της εισαγγελίας απορρίφθηκαν.

Τα δικαστήρια, συμπεριλαμβανομένου του Ανωτάτου Δικαστηρίου τον Φεβρουάριο του 2008, έκριναν τον προσφεύγοντα και τον πατέρα του ένοχους για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως. Ο αδελφός επίσης κρίθηκε ένοχος, αλλά η ποινική δίωξη έπαυσε λόγω θανάτου του. Τον Δεκέμβριο του 2010, το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την καταδικαστική απόφαση, διαπιστώνοντας το γεγονός ότι  οι τρεις άντρες είχαν υποστεί κακομεταχείριση κατά τη διάρκεια της κράτησής τους.

Μετά από νέα εκδίκαση της υπόθεσης, οι ανωτέρω κρίθηκαν και πάλι ένοχοι αμετάκλητα. Εντούτοις, τα εθνικά δικαστήρια έκριναν ότι αποδείχθηκε ότι ο προσφεύγων, ο αδελφός του και ο πατέρας τους είχαν υποστεί κακομεταχείριση, ότι δεν υπήρξε αποτελεσματική διερεύνηση της υπόθεσης, και ότι δεν μπορούσαν να επικαλεστούν τις δικές τους ομολογόιες στις διαδικασίες εναντίον τους.

Βασιζόμενοι ιδίως στο άρθρο 2 (δικαίωμα στη ζωή) και στο άρθρο 3 (απαγόρευση απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης) της ΕΣΔΑ, ο προσφεύγων κατήγγειλε την κακοποίηση που υπέστη ο αδελφός του και τον θάνατο του υπό συνθήκες κράτησης και την επακόλουθη αναποτελεσματική διερεύνηση.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

  1. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 2 ΚΑΙ 3 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΟΝ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ ΑΔΕΡΦΟ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΑ

Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι το άρθρο 2 αποτελεί ως μία από τις πιο θεμελιώδεις διατάξεις της Σύμβασης, η οποία, σε μια ειρηνική περίοδο, δεν επιτρέπει καμία παρέκκλιση βάσει του άρθρου 15. Μαζί με το άρθρο 3, κατοχυρώνει μία από τις βασικές αξίες των δημοκρατικών κοινωνιών. Συνεπώς, όταν ένα άτομο τίθεται  υπό κράτηση με καλή υγεία, αλλά διαπιστώνεται ότι είναι τραυματισμένος κατά τη στιγμή της αποφυλάκισης, εναπόκειται στο κράτος να παράσχει μια εύλογη εξήγηση για τον τρόπο με τον οποίο προκλήθηκαν οι τραυματισμοί. Η υποχρέωση των αρχών να λογοδοτούν για τη μεταχείριση ενός ατόμου υπό κράτηση  είναι ιδιαίτερα αυστηρή όταν το άτομο αυτό αποβιώσει.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ο αδελφός του προσφεύγοντος, πρώην πρωταθλητής τζούντο και ηλικίας μόλις 21 ετών, ήταν σε καλή κατάσταση υγείας όταν είχε συλληφθεί και κρατηθεί στην αστυνομία. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της κράτησής του αποβίωσε ως αποτέλεσμα ρήξης του δωδεκαδάκτυλου του, ένα σαφές σημάδι κακομεταχείρισης. Υπό αυτές τις συνθήκες, υπάρχει ισχυρό τεκμήριο ότι ο θάνατος επήλθε ως αποτέλεσμα των ενεργειών των αρχών, οι οποίες πρέπει να παρέχουν επαρκή εξήγηση για τις πράξεις αυτές για να αντικρούσουν το τεκμήριο. Καμία εξήγηση δεν δόθηκε ούτε σε εγχώριο επίπεδο ούτε από την  κυβέρνηση στην προκειμένη περίπτωση.

Οι ανωτέρω σκέψεις αρκούν για να καταλήξει το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι το κράτος είναι υπεύθυνο για το θάνατο του αδελφού του προσφεύγοντος.

Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή (άρθρο 2 της Σύμβασης) στο ουσιαστικό του σκέλος.

Όσον αφορά το διαδικαστικό σκέλος, το Δικαστήριο επισήμανε ότι οι διάδικοι δεν το ενημέρωσαν για οποιαδήποτε έρευνα σχετικά με το θάνατο και την κακομεταχείριση του αδελφού του προσφεύγοντος εκτός από εκείνη που αφορούσε ιατρικές κακομεταχειρίσεις. Σημειώνει επίσης ότι το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η έρευνα ήταν αναποτελεσματική.

Πράγματι, η έρευνα για το θάνατο του αδελφού του προσφεύγοντα ξεκίνησε σχεδόν ένα μήνα μετά το γεγονός, χωρίς να δοθεί κανένας λόγος για την καθυστέρηση αυτή κατά τη διάρκεια των κρίσιμων πρώτων ημερών. Η έρευνα επικεντρώθηκε στη δυνατότητα λανθασμένης ιατρικής  πρακτικής και όχι στην κακομεταχείριση ως αιτία θανάτου. Συνεπώς, το Δικαστήριο συμφωνεί με το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η έρευνα για το θάνατο του αδελφού του προσφεύγοντος ήταν αναποτελεσματική.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 2 και στο διαδικαστικό του σκέλος.

ΙΙ. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 3 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΑ

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η υποχρέωση διεξαγωγής αποτελεσματικής διερεύνησης των ισχυρισμών για κακομεταχείριση που παραβιάζουν το άρθρο 3 που υπέστησαν άτομα από δημοσίους υπαλλήλους είναι παγιωμένη στη νομολογία του Δικαστηρίου. Σε περιπτώσεις σκόπιμης κακομεταχείρισης, η παραβίαση του άρθρου 3 δεν μπορεί να αποκατασταθεί μόνο με αποζημίωση του θύματος. Αυτό συμβαίνει επειδή, εάν οι αρχές θα μπορούσαν να περιορίσουν την αντίδρασή τους σε περιπτώσεις κακομεταχείρισης από κρατικούς υπαλλήλους μόνο στην καταβολή αποζημίωσης, χωρίς να λαμβάνουν μέτρα για να διώξουν και να τιμωρήσουν τους υπεύθυνους, θα ήταν δυνατόν σε ορισμένες περιπτώσεις το κράτος να καταχραστεί τα δικαιώματα των ατόμων που βρίσκονται υπό τον έλεγχό τους με εικονική ατιμωρησία και η γενική νομική απαγόρευση των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης, παρά τη θεμελιώδη σημασία τους, θα ήταν στην πράξη ανενεργή.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο σημειώνει ότι το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ρητώς ότι παραβιάστηκε το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ έναντι του προσφεύγοντα , τόσο σε σχέση με την κακομεταχείριση που υπέστη υπό κράτηση όσο και ως προς την αναποτελεσματική διερεύνησή της. Επομένως, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι με βάσει τα προσκομισθέντα έγγραφα αποδεικνύονται οι  τραυματισμοί που προκλήθηκαν κατά τη διάρκεια της κράτησης και στις αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο προσφεύγων υποβλήθηκε σε κακομεταχείριση ενώ ήταν σε κράτηση.

Στην περίπτωση του προσφεύγοντος δεν διεξήχθη ποτέ αποτελεσματική έρευνα, καθώς ο εισαγγελέας αρνήθηκε να κινήσει έρευνα στις 17.05.2007. Από τα στοιχεία των διαδίκων προκύπτει επίσης ότι μετά την έκδοση της απόφασης της 17.05.2007 σχετικά με τον προσφεύγοντα, διεξήχθη περαιτέρω έρευνα. Παρά το γεγονός ότι το 2010 το Ανώτατο Δικαστήριο διαπίστωσε την κακή μεταχείρισή του, η εισαγγελία αποφάσισε να διακόψει την έρευνα στις 26.10.2011. Επιπλέον, η ποινική δίωξη δεν άνοιξε εκ νέου καμία από τις έρευνες μετά την αμετάκλητη απόφαση της 09.04.2013 που επιβεβαίωσε ότι είχε λάβει χώρα κακομεταχείριση. Αντ’ αυτού, οι αρχές αποφάσισαν να καταστρέψουν τα μόνα έγγραφα που αφορούσαν τον αρχικό έλεγχο της καταγγελίας του. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι αυτή η αδράνεια των αρχών, που δεν  προσπάθησαν  αποτελεσματικά να ερευνήσουν τα γεγονότα που οδήγησαν στην κακομεταχείριση που υπέστη ο προσφεύγων, είναι εντυπωσιακή. Έτσι δεν μπορεί παρά να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά των αρχών συνιστούσε προφανή παραβίαση των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από την ΕΣΔΑ, οι οποίες διακυβεύουν επίσης την ικανότητά τους να διερευνήσουν σωστά την υπόθεση στο μέλλον.

Υπό αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο  διαπίστωσε ότι οι αρχές της Μολδαβίας δεν έχουν εκπληρώσει την υποχρέωσή τους να διερευνήσουν τους σοβαρούς ισχυρισμούς περί κακομεταχείρισης. Ως εκ τούτου, ο προσφεύγων μπορεί ακόμη να ισχυριστεί ότι είναι θύμα παραβίασης του άρθρου 3 της Σύμβασης και επομένως η ένσταση της Κυβέρνησης απορρίπτεται. Επιπλέον, το Δικαστήριο κρίνει ότι, υπό το πρίσμα των διαπιστώσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου,  ο προσφεύγων υποβλήθηκε σε κακομεταχείριση ενώ ήταν σε κράτηση.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 3 στο ουσιαστικό  και διαδικαστικό του σκέλος όσον αφορά τον προσφεύγοντα.

ΙΙΙ. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

Θεωρεί ότι, υπό το πρίσμα των διαπιστώσεών του ως προς την αναποτελεσματικότητα της έρευνας και την παράβαση του διαδικαστικού σκέλους των άρθρων 2 και 3 δεν απαιτείται να εξεταστεί χωριστά η καταγγελία βάσει του άρθρου 13.

Το ΕΔΔΑ καταδίκασε την Μολδαβία για παραβίαση του ουσιαστικού και του διαδικαστικού  σκέλους του άρθρου 2 (δικαίωμα στη ζωή) που αφορά τον αποβιώσαντα αδελφό του προσφεύγοντος και για παραβίαση του ουσιαστικού και διαδικαστικού  σκέλους του άρθρου 3 (κακομεταχείριση) όσον αφορά τον προσφεύγοντα.

Δίκαιη ικανοποίηση: Το ΕΔΔΑ επιδίκασε ποσό 40.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 650 ευρώ για έξοδα και δαπάνες (επιμέλεια echrcaselaw.com).

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες