Η ποινική καταδίκη εκδότη για ρητορική μίσους δεν παραβίασε την ελευθερία της έκφρασης

ΑΠΟΦΑΣΗ

Atamanchuk κατά Ρωσίας της 11.02.2020 (αριθ. προσφ. 4493/11)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ρητορική μίσους και ελευθερία έκφρασης. Καταδίκη επιχειρηματία για υποκίνηση μίσους και έχθρας μετά από δηλώσεις σχετικές με αλλοδαπούς υπηκόους σε άρθρο που δημοσιεύθηκε σε τοπική εφημερίδα.

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου διαπίστωσε ειδικότερα ότι οι εκτενείς παρατηρήσεις του προσφεύγοντος δεν συνέβαλαν σε καμία δημόσια συζήτηση και συμφώνησε με την εκτίμηση των εθνικών δικαστηρίων ότι τα σχόλια ήταν προκλητικά και προκαλούσαν προκαταλήψεις κατά του τοπικού πληθυσμού μη ρωσικής καταγωγής.

Επιπλέον, τα δικαστήρια είχαν δικαιολογήσει την απόφαση επιβολής προστίμου και την απαγόρευση άσκησης δημοσιογραφίας ή δημοσίευσης για δύο χρόνια, δεδομένου ότι οι ποινές αυτές του είχαν επιβληθεί στο πλαίσιο της νομοθεσίας κατά της ρητορικής μίσους. Επιπλέον, οι ποινές δεν είχαν σημαντικές συνέπειες ως προς τον προσφεύγοντα, ο οποίος ήταν περισσότερο επιχειρηματίας, παρά δημοσιογράφος.

Μη παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης (άρθρο 10) της ΕΣΔΑ και του  δικαιώματος  δίκαιης δίκης (άρθρο 6) ως προς το δικαίωμα ακρόασης και εξέτασης του πραγματογνώμονα.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 6

Άρθρο 10

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Vladimir Atamanchuk είναι Ρώσος υπήκοος που γεννήθηκε το 1951 και ζει στο Σότσι. Είναι επιχειρηματίας και τοπικός πολιτικός. Είναι επίσης ιδιοκτήτης τοπικής εφημερίδας.

Η υπόθεση αφορούσε άρθρο που δημοσίευσε σε άλλη τοπική εφημερίδα την ημέρα πριν από τις Προεδρικές εκλογές το 2008.

Με επικεφαλίδα στο άρθρο που δημοσιεύτηκε το Μάρτιο 2008 «Γιατί δεν θα ψηφίσω σε αυτές τις εκλογές», ο προσφεύγων εξέφρασε τις απόψεις του σχετικά με την έννοια του «λαού» και έκανε παρατηρήσεις σχετικά με τα εθνικά χαρακτηριστικά των μη-ρωσικών ομάδων. Ανέγραψε ειδικότερα ότι αυτές οι ομάδες ήταν επιρρεπείς στο έγκλημα, ότι θα «έσφαζαν, βίαζαν, λήστευαν και θα υποδούλωναν, σύμφωνα με τις βάρβαρες αξίες τους» και ότι «θα συμμετείχαν στην  καταστροφή της χώρας».

Καταδικάστηκε τον Ιούλιο του 2010 για υποκίνηση μίσους και εχθρότητας και για καταπάτηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ενός προσώπου ή ομάδας ανθρώπων λόγω της εθνικότητας, της γλώσσας, της καταγωγής και των θρησκευτικών πεποιθήσεών τους. Το εθνικό δικαστήριο στήριξε ουσιαστικά τα συμπεράσματά του σε εκθέσεις που συνέταξαν πραγματογνώμονες γλωσσολογίας και ψυχολόγοι που ανέλυσαν το άρθρο και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι είχε υποκινήσει τους αναγνώστες να αισθάνονται μίσος προς τον τοπικό πληθυσμό μη ρωσικής καταγωγής, αλλά δεν καλούσε σε βίαιες πράξεις εναντίον τους.

Του επιβλήθηκε πρόστιμο 200.000 ρωσικά ρούβλια (περίπου 5.086 ευρώ την εποχή εκείνη) για το άρθρο του Μαρτίου 2008 και το ίδιο ποσό για την επακόλουθη αναδημοσίευση του άρθρου στην εφημερίδα του κατά τη διάρκεια των διαδικασιών εναντίον του. Επίσης του απαγορεύθηκε να ασκήσει οποιαδήποτε δημοσιογραφική ή εκδοτική δραστηριότητα για δύο χρόνια.

Ο προσφεύγων άσκησε έφεση, αναφέροντας ως λόγο έφεσης  ότι το πρωτόδικο δικαστήριο αρνήθηκε να καλέσει ειδικό φιλόλογο – πραγματογνώμονα, του οποίου η πραγματογνωμοσύνη είχε αναγνωστεί μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων εναντίον του. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, χωρίς να αποφανθεί επί του ανωτέρω λόγου έφεσης.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 10 (ελευθερία έκφρασης)

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι η ποινική δίωξη του προσφεύγοντος, με βάση τις σχετικές διατάξεις του ρωσικού Ποινικού Κώδικα σχετικά με την ρητορική μίσους, είχε «προβλεφθεί από το νόμο». Αποδέχθηκε επίσης ότι ο σκοπός της δίωξης και της καταδίκης του ήταν να προστατεύσει τα «δικαιώματα των άλλων», και συγκεκριμένα την αξιοπρέπεια των ατόμων μη ρωσικής καταγωγής που ζουν στην περιοχή Krasnodar της Ρωσίας.

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η ελευθερία της έκφρασης αποτέλεσε ένα από τα θεμελιώδη θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας και εφαρμοζόταν επίσης στη χρήση της γλώσσας, όπως χρησιμοποιήθηκε στο άρθρο του προσφεύγοντος, η οποία  «προσέβαλε, σόκαρε και διατάρασσε». Όλοι οι περιορισμοί στην ελευθερία της έκφρασης έπρεπε να δικαιολογούνται, λαμβάνοντας υπόψη μια αλληλεπίδραση διαφόρων παραγόντων, όπως το πλαίσιο στο οποίο  οι εν λόγω δηλώσεις έγιναν, τη φύση και τη διατύπωσή τους και το αν είχαν απευθείας ή έμμεσα καλέσει σε πράξεις βίας, μίσους ή μισαλλοδοξίας.

Το άρθρο του προσφεύγοντος είχε δημοσιευθεί στο πλαίσιο μιας προεκλογικής εκστρατείας και σκόπευε να παρουσιάσει τις απόψεις του για ποιο λόγο δεν θα συμμετείχε στις εκλογές. Ωστόσο, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ήταν αμφισβητήσιμο κατά πόσο οι δηλώσεις του, σχετικά με παρατηρήσεις για μη-ρωσικές εθνοτικές ομάδες,  είχε ακολουθήσει κάποια ιδιαίτερη λογική έναντι του αρχικού θέματος ή μάλιστα αν είχε συμβάλει σε οποιαδήποτε δημόσια συζήτηση.

Επιπλέον, το Δικαστήριο συμφώνησε με τα εθνικά δικαστήρια ότι η διατύπωση ορισμένων δηλώσεων θα μπορούσε να εκτιμηθεί λογικά ως ανάδευση συναισθημάτων ή ενσωματωμένες προκαταλήψεις κατά του τοπικού πληθυσμού μη ρωσικής εθνικότητας, ειδικά επειδή είχε δημοσιευτεί σε εφημερίδες με διανομή 8.000 και 10.000 αντιτύπων σε μια πολυεθνική περιοχή.

Παρόλο που το άρθρο δεν περιείχε ρητές εκκλήσεις για πράξεις βίας ή άλλες εγκληματικές πράξεις, ήταν στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας των αρχών («περιθώριο εκτίμησης») να αντιδράσουν με κάποιο τρόπο.

Τέλος, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η αντίδραση δεν ήταν δυσανάλογη υπό τις συνθήκες της υπόθεσης. Σημαντικό είναι ότι οι ποινές είχαν επιβληθεί στο πλαίσιο της νομοθεσίας που αποσκοπούσε στην καταπολέμηση της ρητορικής μίσους. Επιπλέον, η απαγόρευση άσκησης δημοσιογραφικών ή εκδοτικών δραστηριοτήτων δεν είχε προφανώς σημαντικές συνέπειες για τον προσφεύγοντα, του οποίου η κύρια επαγγελματική δραστηριότητα ήταν η επιχειρηματική δραστηριότητα, δημοσιεύοντας μόνο περιστασιακά άρθρα σε τοπικές εφημερίδες πέρα από τη δική του εφημερίδα.

Επομένως, έκρινε ότι τα εθνικά δικαστήρια είχαν παράσχει σχετικούς και επαρκείς λόγους στο πλαίσιο της υπόθεσης καταδικάζοντας τον προσφεύγοντα και ότι συνέτρεχαν εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούσαν τις ποινές που του επιβλήθηκαν. Επομένως δεν υπήρξε παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης (άρθρο 10).

Άρθρο 17 (απαγόρευση κατάχρησης δικαιωμάτων)

Η κυβέρνηση είχε υποστηρίξει ότι οι απαράδεκτες και ευρύτατες παρατηρήσεις του προσφεύγοντος σχετικά με τους τοπικούς πληθυσμούς μη ρωσικής καταγωγής ήταν εκτός του προστατευτικού πεδίου εφαρμογής του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ και ότι η σχετική καταγγελία σχετικά με την ποινική καταδίκη του έπρεπε να απορριφθεί με αναφορά στο άρθρο 17.

Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, το Δικαστήριο αξιολόγησε αν η παρέμβαση στην ελευθερία της έκφρασης του προσφεύγοντος λόγω της ποινικής του καταδίκης και των ποινών που του επιβλήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 10 της Σύμβασης, δηλαδή εάν είχε «προβλεφθεί από το νόμο», και αν επιδίωκε έναν θεμιτό στόχο και, πάνω απ’ όλα, αν ήταν «απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία». Έχοντας καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10, το Δικαστήριο έκρινε ομόφωνα ότι δεν ήταν αναγκαίο να αποφασιστεί κατά πόσον πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 17.

Άρθρο 6 (δικαίωμα παράστασης και εξέτασης των μαρτύρων)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι, μολονότι τα δικαστήρια δεν είχαν αιτιολογήσει την απόρριψη του αιτήματος του προσφεύγοντος να εξετάσει τον ειδικό της φιλολογίας στο δικαστήριο, η διαδικασία εναντίον του ήταν στο γενικό της πλαίσιο δίκαιη.

Οι διαπιστώσεις του ειδικού φιλολόγου, οι οποίες ήταν δυσμενείς για τον προσφεύγοντα και αναφέρθηκαν μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων που υποστήριζαν την ενοχή του, ήταν σύμφωνες με τις εκθέσεις πραγματογνωμόνων στη γλωσσολογία και στη ψυχολογία. Δεν υπήρξε κανένας ισχυρισμός ότι ο προσφεύγων είχε περιοριστεί και παρεμποδιστεί στο να αμφισβητήσει εκείνες τις πραγματογνωμοσύνες στις οποίες τόσο το πρωτόδικο δικαστήριο όσο και το εφετείο είχαν βασικά επικαλεστεί για την καταδίκη του.

Επιπλέον, δεν ήταν σαφές ποιες ήταν οι ερωτήσεις που ήθελε να θέσει ο προσφεύγων στον ειδικό φιλόλογο κατά τη διάρκεια της πρωτόδικης δίκης ή της έφεσης.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6.

Ξεχωριστές απόψεις

Ο δικαστής Lemmens εξέφρασε μια σύμφωνη γνώμη, ενώ ο δικαστής Serghides εξέφρασε αντίθετη  γνώμη. Οι γνώμες αυτές επισυνάπτονται στην απόφαση.

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες