Η μη αποτελεσματική ποινική προστασία των ομοφύλων από σχόλια μίσους εναντίον τους στο facebook παραβιάζει το δικαίωμα της ιδιωτικής τους ζωής

ΑΠΟΦΑΣΗ

Beizaras και Levickas κατά Λιθουανίας της 14.01.2020 (αριθμ. προσφ. 41288/15)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ομόφυλοι, σχόλια στο facebook και ευθύνη του κράτους σε προστασία των ομοφύλων.

Οι προσφεύγοντες είναι δύο νεαροί άνδρες που βρίσκονται σε σχέση. Ένας από τους προσφεύγοντες δημοσίευσε μια  φωτογραφία στην οποία φιλιούνται στη σελίδα του στο Facebook, η οποία οδήγησε σε εκατοντάδες online σχόλια μίσους.

Μερικά σχόλια αφορούσαν γενικά τους ΛΟΑΤ, ενώ άλλα απειλούσαν προσωπικά τους προσφεύγοντες. Τόσο οι εισαγγελικές αρχές όσο και τα δικαστήρια αρνήθηκαν να κινήσουν μια προκαταρκτική έρευνα για υποκίνηση σε μίσος και βία κατά των ομοφύλων, διαπιστώνοντας ότι η συμπεριφορά του ζευγαριού  ήταν προκλητική και ότι τα σχόλια, αν και «ανήθικα», δεν αξίωναν τη δίωξη.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ειδικότερα ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός των προσφευγόντων είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στο τρόπο με τον οποίο είχαν  αντιμετωπιστεί από τις αρχές όταν αρνήθηκαν να διατάξουν προκαταρκτική έρευνα. Μια τέτοια  διακριτή συμπεριφορά σήμαινε ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν προστατευθεί, όπως δικαιούνταν σύμφωνα με την ποινική νομοθεσία, από απειλές κατά της σωματικής και ψυχικής ακεραιότητάς τους.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε ομόφωνα ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος απαγόρευσης των διακρίσεων σε συνδυασμό με το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής καθώς και παραβίαση του δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 14

Άρθρο 13

Άρθρο 8

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες Pijus Beizaras και Mangirdas Levickas, είναι υπήκοοι της Λιθουανίας οι οποίοι γεννήθηκαν το 1996 και 1995 αντίστοιχα. Ζουν στο Kaunas και Panevėžys αντίστοιχα.

Οι προσφεύγοντες έχουν σχέση. Τον Δεκέμβριο του 2014 ο κ. Beizaras δημοσίευσε μια φωτογραφία στην οποία τους δείχνει να φιλιούνται  στη σελίδα του στο Facebook.

Η φωτογραφία έγινε “viral”, λαμβάνοντας εκατοντάδες σχόλια στη Λιθουανία. Τα σχόλια κατά κύριο λόγο τους προέτρεπαν να ευνουχιστούν, να πεθάνουν και να εξοντωθούν  λόγω της ομοφυλίας τους.

Οι προσφεύγοντες στράφηκαν σε μία Μη Κυβερνητική Οργάνωση, την Εθνική Επιτροπή για Λεσβίες, Ομόφυλους, Αμφιφυλόφιλους της οποίας είναι και οι δύο μέλη, ζητώντας της να υποβάλει καταγγελία στις  εισαγγελικές αρχές και να ζητήσει να κινηθεί ποινική δίωξη για υποκίνηση μίσους και βίας κατά των ομοφύλων.

Ωστόσο, ο Εισαγγελέας αποφάσισε να μην κινήσει προκαταρκτική έρευνα σχετικά με την καταγγελία. Έκρινε  ότι οι συντάκτες των σχολίων απλώς «εξέφρασαν τη γνώμη τους» και ότι, παρόλο που είχαν αντιδράσει «ανήθικα», η συμπεριφορά τους δεν δικαιολογούσε τη δίωξη. Ο εισαγγελέας επεσήμανε περαιτέρω ότι το συμπέρασμά του ήταν σύμφωνο με την πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε  τέτοιες περιπτώσεις.

Στη συνέχεια, τα εγχώρια δικαστήρια επικύρωσαν πλήρως τη στάση του Εισαγγελέα με μια αμετάκλητη απόφαση του Φεβρουαρίου 2015, προσθέτοντας ότι η συμπεριφορά των προσφευγόντων  ήταν «εκκεντρική» και σκόπιμα προκλητική. Ειδικότερα, οι προσφεύγοντες θα μπορούσαν να προβλέψουν ότι η δημοσίευση μιας φωτογραφίας δύο ανδρών οι οποίοι φιλιούνται δεν συνέβαλλε  στην κοινωνική συνοχή και στην προώθηση της ανοχής στη Λιθουανία, μια χώρα όπου «οι παραδοσιακές οικογενειακές αξίες εκτιμώνται πολύ». Θα ήταν προτιμότερο για τους προσφεύγοντες να μοιραστούν την εικόνα τους με «ομοϊδεάτες» τους, ειδικά από τότε που το Facebook έδινε τη δυνατότητα  περιορισμού της πρόσβασης σε φίλους.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 14 (απαγόρευση των διακρίσεων) και άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής)

Το Δικαστήριο διαπίστωσε σαφώς ότι οι παρατηρήσεις σχετικά με τη σελίδα Facebook του κ. Beizaras είχαν επηρεάσει τη ψυχολογική του κατάσταση και την αξιοπρέπεια των προσφευγόντων, θέτοντας την υπόθεση στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 8 και  14.

Η κυβέρνηση αναγνώρισε στις παρατηρήσεις τους ότι τα σχόλια ήταν «προσβλητικά και χυδαία». Ωστόσο, αρνήθηκε ότι οι προσφεύγοντες είχαν υποστεί διακρίσεις, υποστηρίζοντας ότι οι εγχώριες αποφάσεις αναφορικά με το γεγονός να μην κινηθεί ποινική έρευνα δεν είχε καμία σχέση με το σεξουαλικό τους προσανατολισμό.

Ισχυρίστηκε ιδίως ότι οι αποφάσεις είχαν στηριχθεί: α) στη συμπεριφορά των προσφευγόντων, η οποία ήταν προκλητική, μεταξύ άλλων λόγω της ύπαρξης ενός σταυρού στη μπλούζα του δεύτερου προσφεύγοντος, που θα μπορούσε να πυροδοτήσει συγκρούσεις με ανθρώπους διαφορετικού πολιτιστικού και θρησκευτικό υπόβαθρου και β) στο γεγονός ότι τα επίμαχα σχόλια δεν είχαν ξεπεράσει το όριο ώστε να θεωρούνται ποινικά κολάσιμες πράξεις.

Από την άλλη πλευρά, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο ομοφυλικός προσανατολισμός των προσφευγόντων είχε παίξει καθοριστικό ρόλο  για τον τρόπο με τον οποίο είχαν αντιμετωπιστεί από τις αρχές. Εστιάζοντας σε αυτά που θεωρούσαν ότι αποτελεί εκκεντρική συμπεριφορά των προσφευγόντων, τα ποινικά δικαστήρια είχαν ρητά αναφέρει το σεξουαλικό προσανατολισμό  τους στις αποφάσεις τους. Εξάλλου, είχαν σαφώς εκφράσει την αποδοκιμασία τους προς τους προσφεύγοντες  όταν οι τελευταίοι δήλωσαν δημοσίως τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους όταν αρνήθηκαν να ξεκινήσουν προδικαστική έρευνα, αναφέροντας την ασυμβατότητα των «παραδοσιακών οικογενειακών αξιών» με την κοινωνική αποδοχή της ομοφυλίας.

Λόγω της διακριτής συμπεριφοράς των αρχών, οι προσφεύγοντες δεν είχαν προστατευθεί, όπως  δικαιούνταν από το ποινικό δίκαιο, από αυτό που θα μπορούσε να περιγραφεί μόνο ως απρόσμενη έκκληση για επίθεση κατά της σωματικής και πνευματικής τους ακεραιότητας.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε έτσι ότι τα σχόλια μίσους είχαν εμπνευσθεί από την προκατειλημμένη  στάση έναντι της  ομοφυλικής κοινότητας γενικά και ότι η ίδια διακριτική αντιμετώπιση βρίσκονταν στο πυρήνα της αδυναμίας των αρχών να συμμορφωθούν με το καθήκον τους να ερευνήσουν αποτελεσματικά κατά πόσο  τα σχόλια αυτά αποτελούσαν υποκίνηση μίσους και βίας. Με την υποβάθμιση του κινδύνου  από τέτοιου είδους σχόλια, οι αρχές είχαν αποδεχτεί τουλάχιστον το περιεχόμενο.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι προσφεύγοντες είχαν υποστεί δυσμενή διάκριση λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού τους. Επιπλέον, έκρινε ότι η κυβέρνηση δεν είχε παράσχει καμία αιτιολογία  που να δείχνει ότι η διαφορετική μεταχείριση ήταν συμβατή με τα πρότυπα της Σύμβασης.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 14, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της Σύμβασης.

Άρθρο 13 (δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής)

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Λιθουανίας, όπως εφαρμόζεται από τον Εισαγγελέα, του οποίου  η απόφαση αυτή είχε επικυρωθεί από τα εθνικά δικαστήρια, δεν είχε προβλέψει αποτελεσματικό εγχώριο ένδικο μέσο  για καταγγελίες περί ομοφυλικών διακρίσεων.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο επισήμανε με ανησυχία ότι η νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου τόνιζε την  «εκκεντρική συμπεριφορά» των ατόμων που ανήκουν σε σεξουαλικές μειονότητες και το καθήκον τους «να σέβονται τις απόψεις και τις παραδόσεις των άλλων» όταν ασκούν τα δικά τους δικαιώματα. Επιπλέον, αν και το δικαστήριο αυτό είχε προηγουμένως εξετάσει υπόθεση σχετικά με ομοφοβική ομιλία, δεν ήταν ποτέ τόσο σοβαρή όσο η περίπτωση των προσφευγόντων και το δικαστήριο δεν είχε έτσι την ευκαιρία να αποσαφηνίσει τα πρότυπα που πρέπει να εφαρμοστούν.

Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώθηκε από στατιστικές που έδειξαν ότι από τις 30 προκαταρκτικές έρευνες σχετικά με ομοφοβικό μίσος που κινήθηκαν στη Λιθουανία μεταξύ του 2012 και του 2015, όλες σταμάτησαν και οι υποθέσεις αρχειοθετήθηκαν.  Πράγματι, το εθνικό δικαστήριο που είχε εκδώσει την αμετάκλητη απόφαση στο πλαίσιο της δίκης των προσφευγόντων, είχε ακόμη υποδείξει ότι η κίνηση της ποινικής διαδικασίας θα ήταν «χάσιμο χρόνου και πόρων».

Επιπλέον, εκθέσεις διεθνών οργανισμών, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας (ECRI), επιβεβαίωσε ότι υπάρχει αυξανόμενη μισαλλοδοξία έναντι των σεξουαλικών μειονοτήτων στη Λιθουανία και ότι οι αρχές δεν διέθεταν μια σφαιρική στρατηγική προσέγγιση για την αντιμετώπιση της ρατσιστικής και ομοφοβικής ρητορικής μίσους.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπήρξε επίσης παραβίαση του άρθρου 13 της Σύμβασης διότι οι προσφεύγοντες είχαν στερηθεί αποτελεσματικής εγχώριας προσφυγής για τις καταγγελίες τους για παραβίαση της ιδιωτικής ζωής τους λόγω διακρίσεων εξαιτίας του σεξουαλικού προσανατολισμού τους.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Λιθουανία οφείλει να καταβάλει σε κάθε προσφεύγοντα 5.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 5.000 ευρώ για έξοδα.

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες