Η άσκηση κριτικής από εταιρεία σε διευθύνοντα σύμβουλο άλλης εταιρείας για τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων του προστατεύεται από την ελευθερία της έκφρασης. Η κριτική κατά μεγάλων εταιρειών μπορεί να είναι ευρύτατη

ΑΠΟΦΑΣΗ

Petro Carbo Chem S.E. κατά Ρουμανίας της 30.06.2020 (προσφ. αρ. 21768/12)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Κριτική εταιρείας σε διευθύνοντα σύμβουλο άλλης εταιρείας για το τρόπο διοίκησης της εταιρείας και ελευθερία έκφρασης.

Η προσφεύγουσα εταιρεία, που είναι μια μεγάλη πολυεθνική εταιρεία με πολλά εργοστάσια σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης, είναι και (μειοψηφικός) μέτοχος της ρουμανικής εταιρείας Oltchim, η οποία έχει το μεγαλύτερο  χημικό εργοστάσιο της Ρουμανίας. Άσκησε στα ΜΜΕ κριτική για τον τρόπο διοίκησης του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας Oltchim.

Ο διευθύνων σύμβουλος άσκησε αγωγή στα ρουμάνικα δικαστήρια για την κριτική που άσκησε η προσφεύγουσα στη διοίκησή του, θεωρώντας ότι το δυσφημεί.  Η αγωγή αυτή  έγινε δεκτή και υποχρεώθηκε η προσφεύγουσα εταιρεία  να καταβάλλει συμβολική αποζημίωση περίπου 0,23 ευρώ στον ενάγοντα.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα σχόλια της προσφεύγουσας εταιρείας αφορούσαν ζήτημα κοινού ενδιαφέροντος που σχετίζεται με την ελεύθερη ροή πληροφοριών και ιδεών στον τομέα των δραστηριοτήτων ισχυρών εμπορικών εταιρειών, και επίσης σχετικά με την ευθύνη που φέρουν οι διευθύνοντες σύμβουλοι τέτοιων εταιρειών, το οποίο απαιτούσε υψηλό επίπεδο προστασίας της ελευθερίας της έκφρασης.

Το ΕΔΔΑ έκρινε επίσης ότι η απόφαση κατά της προσφεύγουσας εταιρείας ισοδυναμούσε με παρέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος της ελευθερίας έκφρασης της εταιρείας. Σημείωσε ότι τα ρουμανικά δικαστήρια δεν είχαν εξισορροπήσει σωστά την ανάγκη προστασίας της υπόληψης του διευθύνοντος συμβούλου με την ανάγκη εξασφάλισης συμμόρφωσης με τους κανόνες της Σύμβασης, η οποία απαιτούσε σοβαρούς λόγους για να δικαιολογηθεί η επιβολή περιορισμών στην ελευθερία της έκφρασης στο πλαίσιο ζητημάτων κοινού ενδιαφέροντος για μια μεγάλη εταιρεία. Έτσι το Στρασβούργο διαπίστωσε παραβίαση της ελευθερία της έκφρασης της προσφεύγουσας εταιρείας (άρθρο 10 της ΕΣΔΑ).

Το Δικαστήριο απέρριψε όμως την καταγγελία της προσφεύγουσας εταιρείας σύμφωνα με το άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής) για προσβολή της φήμης της, με την αιτιολογία ότι ήταν προδήλως αβάσιμη. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι τα σχόλια  του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας Oltchim σχετικά με την προσφεύγουσα αφορούσαν επίσης  ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος και ότι τα όρια της αποδεκτής κριτικής αυτής της εταιρείας ήταν ευρύτερα, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα εταιρεία κατείχε πολλές βιομηχανικές εγκαταστάσεις στην Ευρώπη και ταυτόχρονα ήταν μέτοχος στην Oltchim.

ΣΧΟΛΙΟ – ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ

Εξαιρετική και ενδιαφέρουσα η απόφαση για τον εταιρικό, εμπορικό και επιχειρηματικό  κόσμο και την κριτική που ασκείται από εταιρείες σε εταιρίες και στελέχη επιχειρήσεων αλλά και για το περιθώριο ευρύτατης κριτικής που οφείλουν να ανέχονται οι μεγάλες εταιρείες που επηρεάζουν με τα προϊόντα και τα εργοστάσιά τους πολύ κόσμο. Το Δικαστήριο του Στρασβούργου διευρύνει την προστατευτική εμβέλεια της ελευθερίας της έκφρασης στην εμπορική και επιχειρηματική κριτική.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 10

Άρθρο 8

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα εταιρεία «Petro Carbo Chem S.E.», ιδρύθηκε το 2007. Βρίσκεται στο Ντούισμπουργκ (Γερμανία). Έχει στη κατοχή της πολλές βιομηχανικές εγκαταστάσεις στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένου ενός εργοστασίου χημικών στην Πολωνία.

Το 2007 έγινε ο κύριος μέτοχος της ρουμανικής εταιρείας «Oltchim S.A. Râmnicu Vâlcea», εισηγμένη εταιρεία που κατείχε το μεγαλύτερο εργοστάσιο χημικών στη Ρουμανία και στην οποία το κράτος της Ρουμανίας ήταν ο πλειοψηφικός μέτοχος (54% του μετοχικού κεφαλαίου).

Η υπόθεση αφορά την απόρριψη αστικής αγωγής που άσκησε η προσφεύγουσα εταιρεία κατά του  Διευθύνοντος  Συμβούλου (CEO) της Oltchim για βλάβη στην υστεροφημία της, στο πλαίσιο διαφοράς με τα μέσα ενημέρωσης  το 2008 και το 2009, κυρίως όσον αφορά τη διαχείριση της εταιρείας από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο.

Το 2009, μετά από διαμάχη με τα μέσα ενημέρωσης, η προσφεύγουσα εταιρεία κατέθεσε αγωγή αποζημίωσης ενώπιον των Ρουμανικών δικαστηρίων εναντίον του Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας Oltchim, ισχυριζόμενη ότι είχε δηλώσει στο τοπικό και τον εθνικό τύπο ότι εκείνη ήταν υπεύθυνη για την ασταθή κατάσταση της εν λόγω εταιρείας,  ότι είχε προσπαθήσει να εμποδίσει τη μετατροπή χρεών σε μετοχές υπέρ του κράτους και ότι προσπαθούσε να υποτιμήσει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της εταιρείας. Η προσφεύγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε ότι οι ισχυρισμοί του Διευθύνοντος Συμβούλου ήταν ψευδείς και δυσφημιστικοί και είχε βλάψει τη φήμη και την εικόνα της.

Ο Διευθύνων Σύμβουλος κατέθεσε αγωγή κατά της προσφεύγουσας εταιρείας, ισχυριζόμενος ότι αρκετές δηλώσεις των εκπροσώπων της είχαν πλήξει την τιμή και την υπόληψή του.

Το 2010, το Επαρχιακό Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή της προσφεύγουσας εταιρείας και έκανε δεκτή την αγωγή του Διευθύνοντος Συμβούλου της Oltchim. Διέταξε την προσφεύγουσα εταιρεία να του καταβάλλει το συμβολικό ποσό ενός 1 ρουμανικού λέϊ (περίπου 0,23 ευρώ) για ηθική βλάβη που απορρέει από παραβίαση του δικαιώματός του στο σεβασμό της υπόληψής του. Το δικαστήριο διέταξε επίσης τη δημοσίευση της απόφασης σε δύο διαδοχικά τεύχη της εθνικής εφημερίδας.

Σύμφωνα με το δικαστήριο, η προσφεύγουσα εταιρεία είχε πραγματοποιήσει πόλεμο στα μέσα ενημέρωσης ενάντια στα συμφέροντα της εταιρείας Oltchim και της διοίκησή της, έχοντας ως στόχο τον Διευθύνοντα Σύμβουλο, γνωστή προσωπικότητα στον επιχειρηματικό κόσμο. Αποφάνθηκε επίσης ότι όλες οι ενέργειες της προσφεύγουσας εταιρείας υπαγορεύονταν από πνεύμα αθέμιτου ανταγωνισμού και έλλειψη εχεμύθειας. Επιπλέον, έκρινε ότι οι δηλώσεις των εκπροσώπων της εταιρείας είχαν μεταδώσει μια αρνητική εικόνα της Oltchim και του Διευθύνοντος Συμβούλου της στο ευρύ κοινό και είχε δημιουργήσει ανησυχία μεταξύ των επιχειρηματικών εταίρων της εταιρείας. Τέλος, το δικαστήριο  έκρινε ότι οι δηλώσεις του Διευθύνοντος Συμβούλου είχαν ως στόχο να ηρεμήσουν και να καθησυχάσουν τους επιχειρηματικούς εταίρους και να αποκατασταθεί η αξιοπιστία τους.

Στη συνέχεια, η προσφεύγουσα εταιρεία άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής, αλλά η έφεσή της απορρίφθηκε. Απορρίφθηκε επίσης η αναίρεση στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο.

Στηριζόμενη στο άρθρο 10 (ελευθερία της έκφρασης) της Σύμβασης, η προσφεύγουσα εταιρεία κατήγγειλε  ότι είχε διαταχθεί να καταβάλει αποζημίωση λόγω των σχολίων που είχε διατυπώσει στον τύπο στρεφόμενων εναντίον του Διευθύνοντος Συμβούλου.

Επίσης στηριζόμενη στο άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής), η προσφεύγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε ότι τα ρουμανικά δικαστήρια δεν κατάφεραν να προστατεύσουν τη φήμη της και υποστήριξαν ότι είχε υποστεί ζημιά λόγω των δημόσιων δηλώσεων του Διευθύνοντος Συμβούλου.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 10 (ελευθερία έκφρασης)

Η απόφαση του αστικού δικαστηρίου εναντίον της προσφεύγουσας εταιρείας για βλάβη της υπόληψης του CEO της Oltchim και του ονόματός του, ισοδυναμούσε με παρέμβαση στην άσκηση της ελευθερίας της έκφρασης της εταιρείας. Αυτή η παρέμβαση προβλέπονταν από το νόμο και είχε ως στόχο την προστασία της υπόληψης του CEO.

Όσον αφορά την αναγκαιότητα της παρέμβασης σε μια δημοκρατική κοινωνία, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι τα σχόλια της προσφεύγουσας εταιρείας αφορούσαν τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονταν ο Διευθύνων Σύμβουλος τις δραστηριότητες της εταιρείας Oltchim, παρά οποιεσδήποτε πτυχές της ιδιωτικής του ζωής. Στο πλαίσιο αυτό, όσον αφορά τα σχόλια από τον μειοψηφικό μέτοχο σχετικά με το μέλλον της κορυφαίας εταιρείας χημικών στη Ρουμανία στην οποία το Ρουμανικό Δημόσιο ήταν ο πλειοψηφικός μέτοχος, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι επίμαχες δηλώσεις αφορούσαν θέμα δημοσίου συμφέροντος σχετικά με την ελεύθερη ροή πληροφοριών και ιδεών σε σχέση με τις δραστηριότητες ισχυρών εμπορικών εταιρειών, καθώς και όσον αφορά τη διασφάλιση ότι οι διευθυντές θα επωμίζονταν τις ευθύνες τους, ωθώντας τους να λάβουν υπόψη τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των εταιρειών τους. Αυτό απαιτούσε υψηλό επίπεδο προστασίας της ελευθερίας της έκφρασης και, κατά συνέπεια, ένα μικρότερο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας για τα συμβαλλόμενα κράτη.

Το ΕΔΔΑ σημείωσε επίσης ότι ο Διευθύνων Σύμβουλος ήταν υπεύθυνος για μία από τις σημαντικότερες εταιρείες της Ρουμανίας κατά τον κρίσιμο χρόνο, η οποία, στην παρούσα περίπτωση, τον έθεσε σε αυστηρό έλεγχο της συμπεριφοράς του, λαμβανομένων υπόψη των ευρύτερων ορίων στην αποδεκτή κριτική εναντίον του.

Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι τα ρουμανικά δικαστήρια δεν είχαν εξετάσει εάν οι δηλώσεις της προσφεύγουσας εταιρείας είχαν συμβάλει σε μια συζήτηση δημοσίου συμφέροντος και ότι δεν είχαν αξιολογήσει δεόντως αν ο Διευθύνων Σύμβουλος συμμετείχε ενεργά στη συζήτηση, εάν οι δηλώσεις του ήταν ακριβείς και τι μορφή και χροιά είχαν οι δηλώσεις. Επιπλέον, οι περισσότερες από τις πληροφορίες που κοινοποιήθηκαν αφορούσαν χρηματοοικονομικά θέματα που ενδέχεται να επηρεάσουν τα περιουσιακά στοιχεία της προσφεύγουσας εταιρείας. Επιπλέον, η πραγματική πρόθεση της προσφεύγουσας εταιρείας ήταν να ξεκινήσει μια συζήτηση για το θέμα της διαχείρισης της εταιρείας στην οποία κατείχε μετοχές, αντί να θέσει σε κίνδυνο την εμπορική επιτυχία της εταιρείας και τη βιωσιμότητα για τους μετόχους και τους υπαλλήλους της, και ευρύτερα για την ευημερία της οικονομίας.

Ως εκ τούτου, τα σχόλιά της φαίνεται ότι είχαν ως στόχο την άσκηση ενεργού ελέγχου  επί της εταιρείας προκειμένου να βελτιώσει τη διαχείριση της και να ενθαρρύνει τη δημιουργία μακροπρόθεσμων αξιών.

Όσον αφορά τη μορφή των επίμαχων δηλώσεων, τα σχόλια της προσφεύγουσας εταιρείας αυτά αναπαράχθηκαν και διαδόθηκαν τόσο μέσω άρθρων στον τύπο από δημοσιογράφους όσο και σε συνέδρια που διοργανώθηκαν από την ίδια την εταιρεία. Η διατύπωση στο άρθρο δεν είχε αποκαλύψει λεπτομέρειες για την ιδιωτική ζωή του Διευθύνοντος Συμβούλου, ούτε περιείχε προσβλητικές εκφράσεις ή ισχυρισμούς χωρίς πραγματική βάση. Εξέφραζε κυρίως απόψεις για τον τρόπο με τον οποίο ο διευθύνων σύμβουλος διαχειριζόταν τις δραστηριότητες της  Oltchim.

Παρόλο που η ποινή ήταν απλώς συμβολική και δεν είχε καμία οικονομική επίπτωση στην προσφεύγουσα εταιρεία, το Δικαστήριο θεώρησε ότι θα μπορούσε να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα.

Κατά συνέπεια, τα εγχώρια δικαστήρια δεν είχαν ισορροπήσει σωστά την ανάγκη προστασίας της υπόληψης του CEO και αυτή της διασφάλισης της συμμόρφωσης με τους κανόνες της Σύμβασης, σύμφωνα με την οποία απαιτούνταν πολύ σοβαροί λόγοι για να δικαιολογήσουν την επιβολή περιορισμών στην ελευθερία της έκφρασης στο πλαίσιο συζητήσεων για ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος σχετικά με μια μεγάλη εταιρεία. Κρίθηκε ακολούθως ότι η εξισορρόπηση των ανταγωνιστικών συμφερόντων που ασκούσαν τα εθνικά δικαστήρια υπήρξε ανεπαρκής βάσει των κριτηρίων που ορίζονται στη νομολογία του Δικαστηρίου. Επιπλέον, τα δικαστήρια απέτυχαν να επιφέρουν δίκαιη ισορροπία μεταξύ της ανάγκης προστασίας της υπόληψης του CEO και της ανάγκης προστασίας της ελευθερίας της έκφρασης της προσφεύγουσας εταιρείας.

Υπήρξε συνεπώς παραβίαση του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης της προσφεύγουσας  εταιρείας (άρθρο 10 της ΕΣΔΑ).

Άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής)

Η προσφεύγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε ότι τα σχόλια του Διευθύνοντος Συμβούλου σχετικά με αυτήν έβλαψαν τη φήμη της. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η καταγγελία είναι προδήλως αβάσιμη.

Πρώτα από όλα, σημείωσε ότι τα σχόλια από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Oltchim αφορούσε ένα ζήτημα δημοσίου συμφέροντος σχετικά με την ελεύθερη ροή των πληροφοριών και ιδεών σε σχέση με τις δραστηριότητες ισχυρών εμπορικών εταιρειών.

Επιπλέον, η προσφεύγουσα εταιρεία ήταν μια μεγάλη εταιρεία που κατέχει πολλές βιομηχανικές εγκαταστάσεις στην Ευρώπη και ήταν ταυτόχρονα μέτοχος της εταιρείας  Oltchim, γεγονός που την είχε θέσει σε αυστηρό έλεγχο των ενεργειών της.

Αυτό είχε ως εκ τούτου διευρύνει τα όρια της αποδεκτής κριτικής σχετικά με αυτήν. Δεύτερον, τα σχόλια του Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας Oltchim αφορούσαν ζητήματα που συνδέονται με πιθανή ανταγωνιστική αντιπαράθεση μεταξύ την παραπάνω εταιρείας του και της προσφεύγουσας εταιρείας. Τέλος, ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων για την απόδειξη της επίδρασης των σχολίων στην ικανότητα της προσφεύγουσας εταιρείας να συνεχίσει να επενδύει στη ρουμανική αγορά ή να ενεργεί ως διεθνής επιχειρηματικός εταίρος, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε  να εικάσει και να προβλέψει πιθανές ζημιές. Κατά συνέπεια, οι εθνικές αρχές δεν είχαν υπερβεί το περιθώριο εκτίμησής τους ή απέτυχαν στη θετική υποχρέωσή τους να εγγυηθούν το δικαίωμα της προσφεύγουσας εταιρείας στο σεβασμό της φήμης της.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαπίστωση της παραβίασης ήταν επαρκής ικανοποίηση για οποιαδήποτε ηθική βλάβη  θα μπορούσε η προσφεύγουσα εταιρεία να έχει υποστεί.


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες