Η σοβαρή αστυνομική βία εναντίον διαδηλωτών στη σύνοδο των G8 συνιστούν βασανιστήρια και απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση

ΑΠΟΦΑΣΗ                        

Azzolina κ.α. κατά Ιταλίας της 26-10-2017 (αριθ. προσφ. 28923/09 και 67599/10)

Blair κ.α. κατά Ιταλίας (αρ. 1442/14, 21319/14 και 21911/14) 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Γένοβα Ιούλιος 2001. Διεξαγωγή G8 και μαζικές διαδηλώσεις κατά της παγκοσμιοποίησης. Εκατοντάδες τραυματισμοί, λεκτικές προσβολές, ψεκασμοί με δακρυγόνα και σοβαρή αστυνομική βία συνιστούν πράξεις βασανιστηρίων και απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση. Ανεπαρκής έρευνα και ατιμωρησία δραστών. Παραβίαση άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 3 (απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης)

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Αυτές οι πέντε υποθέσεις οι οποίες υποβλήθηκαν από 59 προσφεύγοντες διαφόρων εθνικοτήτων αφορούν περιστατικά μετά τη διεξαγωγή του  G8 στη Γένοβα τον Ιούλιο του 2001, καθώς και την αποτελεσματικότητα της έρευνας και των ποινών που επιβλήθηκαν από τα εθνικά δικαστήρια.

Η πόλη της Γένοβας στην Ιταλία φιλοξένησε την 28η σύνοδο κορυφής των G8 από τις 19 έως τις 21 Ιουλίου 2001. Παράλληλα,  συνάντηση κορυφής κατά της παγκοσμιοποίησης διεξήχθη επίσης στην πόλη, στην οποία συμμετείχαν 200.000 έως 300.000 άτομα. Κατά τη διάρκεια αυτού του γεγονότος διοργανώθηκε μεγάλος αριθμός διαδηλώσεων, μερικές από τις οποίες οδήγησαν σε συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων ασφαλείας και των διαδηλωτών. Αυτές οι συγκρούσεις προκάλεσαν εκατοντάδες τραυματισμούς και από τις δύο πλευρές. Ολόκληρες συνοικίες της πόλης υπέστησαν σοβαρές ζημιές.

Δημιουργήθηκε ένα σύστημα που τέθηκε σε εφαρμογή για τα άτομα που συλλαμβάνονται στο πλαίσιο αυτών των διαδηλώσεων. Συγκεκριμένα, δύο προσωρινά κέντρα, το Forte San Giuliano και το Bolzaneto, χρησιμοποιήθηκαν ως χώροι κράτησης για συλληφθέντες λίγο πριν τη μεταφορά τους σε διάφορες φυλακές.

Οι προσφεύγοντες, οι οποίοι συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο του Bolzaneto από τις 20 έως τις 22 Ιουλίου, έμειναν εκεί για μία ή δύο μέρες πριν μεταφερθούν στη φυλακή. Ισχυρίζονται ότι κακοποιήθηκαν από τις δυνάμεις ασφαλείας και από το ιατρικό προσωπικό. Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι υπέστησαν σωματικές βλάβες και λεκτικές προσβολές, ψεκάστηκαν με δακρυγόνα, τα προσωπικά τους αντικείμενα καταστράφηκαν και υποβλήθηκαν σε άλλες μορφές κακομεταχείρισης. Σε καμία περίπτωση δεν έλαβαν θεραπεία για τους τραυματισμούς τους, και η βία συνεχίστηκε και κατά τη διάρκεια των ιατρικών εξετάσεων.

Μετά τα γεγονότα αυτά, ο Εισαγγελέας της Γένοβας άσκησε ποινική δίωξη έναντι 145 ατόμων, συμπεριλαμβανομένου ενός αναπληρωτή αστυνομικού αξιωματικού, αστυνομικών και ιατρικού προσωπικού. Στις 14 Ιουλίου του 2008 δεκαπέντε από τους εναγόμενους στην εν λόγω διαδικασία καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης από 9 μήνες έως και 5 χρόνια και τους  απαγορεύθηκε προσωρινά η κατοχή δημοσίου αξιώματος. Για δέκα από αυτούς, η ποινή τους ανεστάλη, για πέντε η ποινή τους διεγράφη. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι είχε λάβει χώρα απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, αλλά ότι οι δυσκολίες ταυτοποίησης των δραστών και το γεγονός ότι το ιταλικό ποινικό δίκαιο δεν προέβλεπε ως ποινικό αδίκημα τα βασανιστήρια, είχε περιπλέξει τη διαδικασία καταδίκης των ενόχων.

Με απόφαση της 5ης Μαρτίου 2010 ανατράπηκε εν μέρει η προαναφερθείσα απόφαση εξαιτίας ότι ορισμένα αδικήματα είχαν παραγραφεί, αν και το Εφετείο τόνισε ότι η αξιοπιστία των μαρτυρικών δηλώσεων και η σοβαρότητα της βίας ήταν πέραν αμφιβολίας, και υποστήριξε ότι η συνεχής και συστηματική κατάχρηση εναντίον των προσφευγόντων, είχε ως σκοπό να συντρίψουν την ψυχολογική και σωματική τους αντίσταση και είχαν σοβαρές συνέπειες στα θύματα ακόμα και μετά τη λήξη της κράτησής τους. Στις 14 Ιουνίου 2013 το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε την απόφαση αυτή, διαπιστώνοντας ότι σχεδόν όλα τα αδικήματα είχαν παραγραφεί.

Βασιζόμενοι ουσιαστικά στο άρθρο 3 (απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης), οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι υπέστησαν πράξεις βίας που ισοδυναμούσαν με βασανιστήρια ή απάνθρωπες και εξευτελιστικές πράξεις. Θεωρούν επίσης ότι η έρευνα ήταν ανεπαρκής λόγω, ειδικότερα, της έλλειψης κατάλληλων κυρώσεων κατά των προσώπων που θεωρούνται υπεύθυνα. Βάση τα ανωτέρω, καταγγέλλουν ειδικότερα το καθεστώς περιορισμών που ίσχυε για τα περισσότερα αδικήματα με την οποία κατηγορήθηκαν τα άτομα αυτά, την μείωση της ποινής που επιβλήθηκε σε ορισμένους από τους κατηγορούμενους και την απουσία πειθαρχικών κυρώσεων κατά των ίδιων προσώπων. Επί πλέον, επιβεβαιώνουν ότι το ιταλικό κράτος παρέλειψε να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την πρόληψη αυτού του είδους κακομεταχείρισης, παραλείποντας το αδίκημα του βασανισμού από το ιταλικό ποινικό δίκαιο.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Μετά τη συμφωνία φιλικού διακανονισμού με την ιταλική κυβέρνηση, οι προσφυγές διαγράφηκαν από τη λίστα του δικαστηρίου όσον αφορά τους τέσσερις προσφεύγοντες στην υπόθεση Blair κ.α. κατά Ιταλίας και επτά προσφεύγοντες στην υπόθεση Azzolina κ.α. κατά της Ιταλίας. Αυτοί οι έντεκα προσφεύγοντες έλαβαν 45.000 ευρώ για αποζημίωση και ηθική βλάβη και για τα έξοδα και τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν κατά τις εθνικές διαδικασίες και ενώπιον του Δικαστηρίου.

Άρθρο 3

Στην υπόθεση Azzolina κ.α. κατά Ιταλίας, η ιταλική κυβέρνηση έθεσε αρκετές προκαταρκτικές παρατηρήσεις. Ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων, ότι, κατόπιν της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, οι προσφεύγοντες είχαν επιτύχει μερική αναγνώριση των προβαλλομένων παραβιάσεων και τους χορηγήθηκε αποζημίωση για τις βλάβες που υπέστησαν.  Ως αποτέλεσμα, δεν μπορούσαν πλέον να διεκδικήσουν το καθεστώς του θύματος. Επιπλέον, καθώς οι διαδικασίες εκκρεμούσαν, δεν είχαν εξαντληθεί τα εσωτερικά ποινικά ένδικα μέσα.

Κακομεταχείριση των προσφευγόντων

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η κακομεταχείριση των προσφευγόντων είχε διαπιστωθεί από τα εθνικά δικαστήρια με λεπτομερή και ενδελεχή τρόπο, και ότι οι καταθέσεις του μάρτυρα είχαν επιβεβαιωθεί από τις δηλώσεις των αστυνομικών και των δημοσίων υπαλλήλων, τμήμα των εξομολογήσεων των εναγομένων, ιατρικές εκθέσεις και τις εκθέσεις εμπειρογνωμόνων που έχουν διαταχθεί από δικαστήριο. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι η σωματική και λεκτική κακοποίηση στην οποία υποβλήθηκαν οι προσφεύγοντες και οι συνέπειες που προέκυψαν από αυτήν είχαν αποδειχτεί. Παρατήρησε ότι η μεταχείριση αυτή λάμβανε μέρος για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να μειώνεται η ένταση της βίας. Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε σε ένα συνολικό πλαίσιο υπερβολικής και αδιάκριτης χρήσης βίας ή οποία ήταν εμφανώς δυσανάλογη.

Τέλος, το Δικαστήριο επεσήμανε τη σοβαρή παραβίαση εκ μέρους των μελών της αστυνομικής δύναμης οι οποίοι είχαν την υποχρέωση να προστατεύουν άτομα, όπως στη περίπτωση των προσφευγόντων κατά την οποία ήταν ιδιαίτερα ευάλωτα. Όλα αυτά τα στοιχεία, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, είχαν συντελέσει ώστε να καταστεί ο τόπος κράτησης των προσφευγόντων, τόπος «ανομίας» στον οποίο τα περισσότερα θεμελιώδη δικαιώματά τους είχαν παραβιαστεί.

Συνεπώς, δεδομένου ότι οι βιαιοπραγίες στις οποίες υποβλήθηκαν οι προσφεύγοντες  θεωρούνταν ως πράξεις βασανιστηρίων, το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.

Η επακόλουθη έρευνα

Αναγνωρίζοντας τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν από τα εγχώρια δικαστήρια κατά την έρευνα, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η έλλειψη συνεργασίας από την αστυνομία, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν επιτραπεί να εξετάσουν τους αστυνομικούς όσο βρίσκονταν σε κράτηση, κατέστησε δύσκολο, αν όχι αδύνατο να εντοπιστούν οι περισσότεροι δράστες, οι οποίοι, ως εκ τούτου, είχαν μείνει ατιμώρητοι. Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι από τα 45 άτομα τα οποία παραπέμφθηκαν σε δίκη, το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε την καταδίκη μόνο 8 αξιωματικών της αστυνομίας ή ανώτερων υπαλλήλων και ότι όλοι οι καταδικασθέντες είχαν λάβει είτε διαγραφή της ποινής ή αναστολή εκτέλεσης, με αποτέλεσμα στην πράξη κανένας να μην είχε περάσει μία μέρα στη φυλακή για τη κακομεταχείριση των προσφευγόντων.

Το Δικαστήριο τόνισε ότι η διάρκεια της διαδικασίας και η εφαρμογή του καταστατικού των περιορισμών στις περισσότερες από τις αξιόποινες πράξεις δεν είχαν προκληθεί, εν προκειμένω, από την απαγόρευση ή αμέλεια εκ μέρους των εισαγγελικών αρχών και των εθνικών δικαστηρίων, αλλά από διαρθρωτικές ελλείψεις της ιταλικής έννομης τάξης. Το πρόβλημα οφείλεται στο γεγονός ότι κανένα ποινικό αδίκημα δεν ήταν ικανό να καλύψει τα ζητήματα που πρόκυπταν από ενδεχόμενες πράξεις βασανισμού.

Στην απόφασή του της 7ης Απριλίου 2015 στην υπόθεση Cestaro κατά Ιταλίας, το Δικαστήριο είχε ήδη διαπιστώσει ότι η εσωτερική ποινική νομοθεσία ήταν εξαιρετικά ανεπαρκής και υστερούσε σε προληπτικά αποτελέσματα. Είχε αποφανθεί ότι η Ιταλία θα πρέπει να εφοδιαστεί με νομικά μέσα ικανά να επιβάλλουν κατάλληλες κυρώσεις στους δράστες βασανιστηρίων ή κακομεταχείρισης και να εξασφαλίσουν ότι δεν θα επωφελούνταν από τις ενέργειες αυτές ή να επιτύχουν διαγραφή της ποινής τους. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο έλαβε γνώση της έναρξης ισχύος, στις 18 Ιουλίου 2017, νέας νομοθεσίας με την οποία εισάγεται το αδίκημα του βασανισμού στο  εσωτερικό δίκαιο.

Όσον αφορά τα πειθαρχικά μέτρα, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι οι εν λόγω αστυνομικοί δεν είχαν τεθεί σε διαθεσιμότητα κατά τη διάρκεια της δίκης, ούτε ήταν σαφές από τις παρατηρήσεις της κυβέρνησης αν είχαν αποτελέσει αντικείμενο πειθαρχικών μέτρων. Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι, όταν υπάλληλοι τους κράτους κατηγορούνταν για αδικήματα που αφορούσαν κακομεταχείριση, ήταν σημαντικό να αναστέλλονται  τα καθήκοντά τους κατά τη διάρκεια διερεύνησης των γεγονότων ή της δίκης και πρέπει να απολυθούν εάν καταδικαστούν.

Συνοψίζοντας, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν πρόσβαση σε αποτελεσματική υπηρεσιακή έρευνα. Κατά συνέπεια, διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 3.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Στην υπόθεση Blair κ.α. κατά Ιταλίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ιταλία έπρεπε να καταβάλει 10.000 ευρώ σε καθέναν από τους κ. Menegon και κ. Spingi και 70.000 ευρώ σε καθένα των  υπολοίπων 22 προσφευγόντων για ηθική βλάβη και 40.320 ευρώ για δικαστικά έξοδα και δαπάνες σε 13 από τους προσφεύγοντες στην προσφυγή αριθ. 21911/14.

Στην υπόθεση Azzolina κ.α. κατά Ιταλίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ιταλία έπρεπε να καταβάλει, για ηθική βλάβη, 85.000 ευρώ στον κ. Azzolina και 80.000 ευρώ σε καθένα των  23 εναπομεινάντων προσφευγόντων(επιμέλεια echrcaselaw.com). 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες