Απόρριψη αιτήματος διεμφυλικού ατόμου για αλλαγή ονόματος και φύλου. Παραβίαση δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής

ΑΠΟΦΑΣΗ

Y.T. κατά Βουλγαρίας της 09.07.2020  (αριθ. προσφ. αριθ. 41701/16)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δικαιώματα διεμφυλικών, αυτοπροσδιορισμός φύλου και δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής.

Ο προσφεύγων ενώ καταγράφηκε επίσημα κατά τη γέννησή του το φύλο του ως  γυναίκα, αυτοπροσδιορίστηκε  ως άντρας και μετέβη σε αντρικό φύλο με χειρουργική επέμβαση. Υπέβαλε στα εγχώρια δικαστήρια αίτηση για αλλαγή του ονόματος και του φύλου του στα έγγραφα οικογενειακής κατάστασης και ληξιαρχικής πράξης γέννησης, όμως το αίτημα του απορρίφθηκε.

Το Στρασβούργο διαπίστωσε ότι τα εγχώρια δικαστήρια απέρριψαν το αίτημα του προσφεύγοντος, για λόγους δημοσίου συμφέροντος χωρίς όμως να έχουν προσδιορίσει με ακρίβεια το δημόσιο συμφέρον και χωρίς να το εξισορροπήσουν με το δικαίωμα του προσφεύγοντος για αλλαγή της ταυτότητας του.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι αυτή η άκαμπτη συλλογιστική δημιούργησε στον προσφεύγοντα αισθήματα ταπείνωσης και άγχους και έκρινε ότι η άρνηση των εθνικών αρχών να χορηγήσουν την νομική αναγνώριση αλλαγής του φύλου του,  χωρίς επαρκείς λόγους και χωρίς να εξηγήσουν  γιατί ήταν δυνατό να αναγνωριστεί η αλλαγή του φύλου σε άλλες περιπτώσεις, είχε δημιουργήσει αδικαιολόγητη παρέμβαση στο δικαίωμα του προσφεύγοντος στο σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής.

Παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Το ΕΔΔΑ επιδίκασε στον προσφεύγοντα το ποσό των 7.500 ευρώ για ηθική βλάβη.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 8

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Y.T. είναι Βούλγαρος υπήκοος που γεννήθηκε το 1970 και ζει στη Stara Zagora (Βουλγαρία). Κατά τη γέννησή του, ο Υ.Τ. καταγράφηκε στο ληξιαρχείο ως γυναίκα με αντίστοιχο γυναικείο όνομα.  Ωστόσο, ισχυρίσθηκε ότι συνειδητοποίησε την ανδρική του ταυτότητα κατά την εφηβεία και ότι ζούσε έκτοτε  στην κοινωνία ως άντρας με αντρικό  όνομα και επώνυμο. Ο προσφεύγων συζεί από το 2008 με μια γυναίκα, η οποία γέννησε ένα παιδί το 2010 μέσω τεχνητής γονιμοποίησης Ο προσφεύγων και το παιδί θεωρούν ο ένας τον άλλον ως πατέρας και γιος. Στη φωτογραφία του στο δελτίο ταυτότητας, που εκδόθηκε το 2011, η εμφάνιση του Y.T. ήταν αυτή του άνδρα.

Το 2014, στο πλαίσιο της διαδικασίας αλλαγής του φύλου του, ο προσφεύγων προέβη εθελοντικά σε χειρουργική επέμβαση για αφαίρεση των μαστών και του παρεγχυματικού ιστού.

Το 2015 υπέβαλε αίτηση στο περιφερειακό δικαστήριο, ζητώντας να αλλάξουν τα ονόματά του, το πατρώνυμο και επίθετο στα ηλεκτρονικά μητρώα οικογενειακής κατάστασης και στη ληξιαρχική πράξη, μαζί με την ένδειξη του φύλου του και του αριθμού μητρώου. Θεώρησε ότι τα δεδομένα που καταγράφηκαν στη ληξιαρχική πράξη δεν αντιστοιχούσαν με τη πραγματικότητα. Το αίτημά του απορρίφθηκε από το περιφερειακό δικαστήριο και ο προσφεύγων άσκησε έφεση.

Το 2016 το Εφετείο επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση. Θεώρησε, μεταξύ άλλων, ότι οι χειρουργικές επεμβάσεις δεν άλλαξαν το πραγματικό φύλο, αλλά μόνο την εμφάνισή του και τη μορφολογία του φύλου.

Βασιζόμενος στο άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής), ο προσφεύγων κατήγγειλε την άρνηση από τα βουλγαρικά δικαστήρια να αλλάξουν τις καταχωρίσεις για το φύλο, το όνομα, το πατρώνυμο και το επώνυμό του στις ληξιαρχικές πράξεις.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής)

Το Δικαστήριο επισήμανε, πρώτον, ότι το νομικό πλαίσιο που εφαρμόστηκε στην παρούσα υπόθεση επέτρεψε στον προσφεύγοντα να υποβάλει το αίτημά του σχετικά με την αλλαγή του φύλου του. Ο προσφεύγων ήθελε να υποβληθεί σε μια διαδικασία για να ολοκληρώσει τη διαδικασία αλλαγής φύλου, αλλά αυτό θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο μετά από προηγούμενη αναγνώριση αλλαγής και επαναπροσδιορισμού του φύλου του με δικαστική απόφαση. Ο προσφεύγων δεν ισχυρίστηκε ότι είχε υποχρεωθεί να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση ενάντια στη θέληση του ή αποκλειστικά για να αποκτήσει νομική αναγνώριση της ταυτότητας του φύλου του. Αντίθετα, επιδίωξε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση προκειμένου η φυσική του εμφάνιση να ταιριάζει με την ταυτότητα του φύλου του. Επομένως, η υπόθεση δεν αφορούσε παρέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της φυσικής του ακεραιότητας.

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ήταν υποχρεωμένο να καθορίσει εάν η άρνηση των δικαστηρίων να χορηγήσουν την αλλαγή ταυτότητας και φύλου στις ληξιαρχικές πράξεις είχε ως αποτέλεσμα δυσανάλογη παρέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής του ζωή.

Έκρινε, εν προκειμένω, ότι τα εθνικά δικαστήρια είχαν επισημάνει ότι ο προσφεύγων ήταν άτομο τρανσέξουαλ, γεγονός βασιζόμενο σε λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με την ψυχολογική και ιατρική του κατάσταση, σε συνδυασμό με την οικογενειακή και την κοινωνική του ζωή. Ωστόσο, τα δικαστήρια αρνήθηκαν να επιτρέψουν την αλλαγή του «φύλου» στις ληξιαρχικές πράξεις. Ο συλλογισμός των αποφάσεών τους αφορούσε διάφορα επιχειρήματα και βασίστηκε σε τρεις βασικούς άξονες. Πρώτον, τα δικαστήρια εξέφρασαν την πεποίθηση ότι  η αλλαγή φύλου δεν ήταν δυνατή όταν το άτομο είχε γεννηθεί με αντίθετα σεξουαλικά φυσιολογικά χαρακτηριστικά. Δεύτερον, υποστήριξαν ότι η κοινωνικο-ψυχολογική φιλοδοξία ενός ατόμου δεν θα μπορούσε από μόνη της να είναι επαρκής για να γίνει αποδεκτό ένα αίτημα αλλαγής φύλου. Τέλος, η εθνική νομοθεσία δεν προέβλεπε κριτήρια που θα επέτρεπε μια τέτοια τροποποίηση για νομικούς σκοπούς. Όσον αφορά αυτό το τελευταίο σημείο, το περιφερειακό δικαστήριο είχε δηλώσει ρητά ότι δεν έδωσε σημασία στην τάση της νομολογίας που αναφέρει ότι  ήταν σκόπιμο να αναγνωριστεί η αλλαγή φύλου ανεξάρτητα από το αν είχε ακολουθηθεί ιατρική επέμβαση εκ των προτέρων.

Έτσι, οι δικαστικές αρχές είχαν δεχθεί ότι ο προσφεύγων είχε ξεκινήσει διαδικασία αλλαγής φύλου, είχε αλλάξει την φυσική του εμφάνιση και ότι η κοινωνική και οικογενειακή του ταυτότητα ήταν ήδη εκείνη του άντρα. Ωστόσο, θεώρησαν, κατ΄ουσίαν, ότι το δημόσιο συμφέρον δεν επιτρέπει την αλλαγή του φύλου στα επίσημα έγγραφα,  και στη συνέχεια, απέρριψαν το αίτημά του. Ωστόσο, τα δικαστήρια δεν αιτιολόγησαν το σκεπτικό τους σχετικά με τον ακριβή χαρακτήρα αυτού του δημοσίου συμφέροντος, και δεν το είχαν εξισορροπήσει με το δικαίωμα του προσφεύγοντος για νομική αναγνώριση της ταυτότητας του φύλου του.

Το Δικαστήριο χαρακτήρισε ως ακαμψία την αιτιολογία όσον αφορά την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου του Y.T., τον οποίον τον τοποθετούσε για μια παράλογη και συνεχή περίοδο, σε μια ανησυχητική θέση, στην οποία μπορούσε να βιώσει συναισθήματα ευπάθειας, ταπείνωσης και άγχους.

Έτσι το Στρασβούργο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η άρνηση των εθνικών αρχών να χορηγήσουν νομική αναγνώριση αλλαγής φύλου στον προσφεύγοντα, χωρίς σχετική και επαρκή αιτιολογία  και χωρίς να εξηγήσουν  γιατί ήταν δυνατό να αναγνωριστεί η αλλαγή του φύλου σε άλλες περιπτώσεις, είχε δημιουργήσει αδικαιολόγητη παρέμβαση στο δικαίωμα του προσφεύγοντος στο σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής.  Συνεπώς υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 8 της Σύμβασης.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Βουλγαρία όφειλε να καταβάλει στον προσφεύγοντα 7.500 ευρώ για ηθική βλάβη και 4.150 ευρώ για έξοδα και δαπάνες (επιμέλεια echrcaselaw.com).

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες