Η αδυναμία ανάκτησης της δικαιοπρακτικής ικανότητας, παρότι η στέρησή της είχε βασιστεί μόνο σε μία παλαιότερη ψυχιατρική έκθεση, παραβίασε τόσο το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, όσο και το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Nikolyan κατά Αρμενίας της 3-10-2019 (αριθ. 74438/14)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στέρηση της δικαιοπρακτικής ικανότητας του προσφεύγοντος, κατόπιν διαδικασιών που κινήθηκαν από τη σύζυγό του και τον γιο του.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων δεν μπορούσε ούτε να υποβάλλει αίτηση διαζυγίου και έξωση εναντίον της συζύγου του, ούτε να επιδιώξει την ανάκτηση της δικαιοπρακτικής του ικανότητάς του στο δικαστήριο, επειδή ο νόμος απαγόρευε την άμεση πρόσβαση στα δικαστήρια για εκείνους που έχουν κηρυχθεί ανίκανοι. Η κατάσταση αυτή επιδεινώθηκε από  το γεγονός ότι οι αρχές είχαν διορίσει τον γιο του προσφεύγοντος ως νόμιμο κηδεμόνα του, παρότι είχαν μία σχέση σύγκρουσης.

Εξάλλου, η απόφαση που στέρησε τον προσφεύγοντα από τη δικαιοπρακτική του ικανότητα στηρίχθηκε σε μια παλαιότερη ψυχιατρική έκθεση, η οποία δεν ανέλυε λεπτομερώς τον βαθμό της ψυχικής του διαταραχής, ούτε λάμβανε υπόψιν ότι δεν είχε ιστορικό τέτοιας ασθένειας. Παραβίαση του άρθρου 6 § 1 (δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο) και παραβίαση του άρθρου 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής) της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 6

Άρθρο 8

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, ο Gurgen Nikolyan, είναι Αρμένιος υπήκοος που γεννήθηκε το 1939 και ζει στο Ερεβάν. Το 2012, ο προσφεύγων υπέβαλε αίτηση διαζυγίου και έξωσης ενώπιον των δικαστηρίων κατά της συζύγου του, ισχυριζόμενος ότι οι τεταμένες σχέσεις μεταξύ τους  καθιστούσε την συνύπαρξη αφόρητη. Ωστόσο, τα εγχώρια δικαστήρια δεν εξέτασαν ποτέ το αίτημά του, καθώς κηρύχθηκε δικαιοπρακτικά ανίκανος το 2013, μετά από διαδικασίες που κίνησε  η σύζυγός και ο γιος του, οι οποίοι ζούσαν όλοι μαζί  στο ίδιο διαμέρισμα.

Συγκεκριμένα, τον Νοέμβριο του 2013, το Επαρχιακό Δικαστήριο κήρυξε δικαιοπρακτικά ανίκανο τον προσφεύγοντα, θεωρώντας ότι έπασχε από  ψυχική διαταραχή και δεν ήταν σε θέση να καταλάβει τις πράξεις του ή να τις ελέγξει. Βάσισε τα πορίσματά του σε ψυχιατρική έκθεση του Σεπτεμβρίου του 2012, καθώς και σε δηλώσεις της συζύγου του, των γειτόνων και στη κατάθεση ενός τοπικού αστυνομικού, σχετικά με την υπερβολικά ύποπτη, φραστική και ενίοτε επιθετική συμπεριφορά του και τις παράλογες κατηγορίες εναντίον της συζύγου του.

Ο γιος του προσφεύγοντος, ο οποίος είχε οριστεί ως  κηδεμόνας του κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής, ζήτησε τον τερματισμό της διαδικασίας διαζυγίου και έξωσης. Το Επαρχιακό Δικαστήριο έκανε αποδεκτό το αίτημα τον Οκτώβριο του 2014 με το αιτιολογικό ότι το εσωτερικό δίκαιο έδινε τη δυνατότητα σε κηδεμόνα να αποσύρει τα αιτήματα προσώπου που στερείται της δικαιοπρακτικής του ικανότητας.

Ο προσφεύγων, ο οποίος βρισκόταν επίσης σε σύγκρουση με το γιο του, είχε ζητήσει από το τοπικό  όργανο που αποφάσιζε σχετικά με το διορισμό των κηδεμόνων να λάβει υπόψη την γνώμη του κατά τον διορισμό του κηδεμόνα του, χωρίς αποτέλεσμα. Αμφισβήτησε την  απόφαση κηδεμονίας ενώπιον των δικαστηρίων και του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, και λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία του προσφεύγοντος αναφορικά με τη σύγκρουση συμφερόντων και τις τακτικές διαφωνίες με τον γιο του, παρέπεμψε την υπόθεση. Το 2017 οι διαδικασίες αυτές ήταν ακόμη σε εξέλιξη και το αποτέλεσμά τους ακόμα άγνωστο.

Προέβη επίσης σε μια σειρά από ανεπιτυχείς προσπάθειες για να ανακτήσει την δικαιοπρακτική του ικανότητα, απευθυνόμενος στον Υπουργό Υγείας και σε ένα ψυχιατρικό νοσοκομείο και προσφεύγοντας στα δικαστήρια για να επανεξεταστεί η κατάσταση της υγείας του. Συγκεκριμένα, ως άτομο που στερείται της νομικής του ικανότητας, δεν του επιτράπηκε από την ισχύουσα νομοθεσία να κινήσει δικαστικές διαδικασίες.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 6 (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη / πρόσβαση σε δικαστήριο)

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο νόμος στην Αρμενία επέβαλε απαγόρευση στην άμεση δικαστική προσφυγή σε όσους κρίνονταν δικαιοπρακτικά ανίκανοι, όπως ο προσφεύγων. Μια τέτοια απαγόρευση, η οποία δεν συμπεριλάμβανε καμία εξαίρεση,  δεν ήταν σύμφωνη με τη γενική τάση σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Το μόνο κατάλληλο και αποτελεσματικό μέσο για την προστασία των νόμιμων συμφερόντων του ενώπιον των δικαστηρίων ήταν εφικτό μόνο μέσω της ανάθεσης κηδεμένο με τον οποία δεν θα είχε συγκρουσιακές σχέσεις.

Ωστόσο, το σώμα είχε ορίσει το γιο του προσφεύγοντος ως νόμιμο κηδεμόνα του, παρά το γεγονός ότι οι σχέσεις τους ήταν τεταμένες. Το Δικαστήριο αμφέβαλε κατά πόσο ο γιος θα μπορούσε να είναι πραγματικά ουδέτερος όταν εκπροσωπούσε τον πατέρα του κατά τη διάρκεια των διαδικασιών αναφορικά με το διαζύγιο και την έξωση. Επιπλέον, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν εξέτασε καθόλου αν το αίτημα του γιου να αποσύρει το αίτημα ήταν προς το συμφέρον του πατέρα. Ούτε εξάλλου είχε παράσχει καμία εξήγηση για την απόφασή του να αποδεχθεί το αίτημα αυτό.

Η αποτυχία των αρχών να εξασφαλίσουν μια κηδεμονία χωρίς συγκρούσεις είχε επιδεινώσει ακόμη περισσότερο την κατάσταση του προσφεύγοντος, δηλαδή το γεγονός ότι η γενική απαγόρευση τον εμπόδισε να ζητήσει άμεσα την αποκατάσταση της δικαιοπρακτικής του ικανότητας ενώπιον δικαστηρίου.

Ως εκ τούτου, διαπίστωσε ότι η έλλειψη πρόσβασης του προσφεύγοντος στις διαδικασίες διαζυγίου και έξωσης και αναφορικά με την επιδίωξη της ανάκτησης της δικαιοπρακτικής του ικανότητας παραβίασε το άρθρο 6 § 1.

Άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής)

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι οι αποφάσεις των εθνικών αρχών αναφορικά με τη στέρηση της δικαιοπρακτικής ικανότητας κάποιου όφειλαν να εκδίδονται μετά από αυστηρό έλεγχο των στοιχείων, δεδομένων των σοβαρών συνεπειών για την ιδιωτική ζωή του ατόμου. Σε προηγούμενες υποθέσεις είχε κρίνει ότι η πλήρης στέρηση της δικαιοπρακτικής ικανότητας κάποιου  έπρεπε να δικαιολογείται από μια διανοητική διαταραχή “ενός είδους ή βαθμού” που να δικαιολογεί ένα τέτοιο μέτρο.

Ωστόσο, ο εγχώριος νόμος δεν προέβλεπε καμία τέτοιου είδους εξατομικευμένη απάντηση. Κάνει διάκριση μόνο μεταξύ της πλήρους δικαιοπρακτικής ικανότητας ή της πλήρους ανικανότητας. Ειδικότερα, η απόφαση στερούσε από τον προσφεύγοντα την δικαιοπρακτική του ικανότητα, παρότι είχε βασιστεί σε μία μόνο ψυχιατρική έκθεση, η οποία είχε συνταχθεί πριν 14 μήνες, χωρίς να αναλύει λεπτομερώς το βαθμό της ανικανότητάς του. Η έκθεση δεν εξηγούσε ακριβώς ποιες ενέργειες ο προσφεύγων ήταν ανίκανος να κατανοήσει ή να ελέγξει, ούτε παρατηρούσε καμία αυτοτραυματική ή έντονα ανεύθυνη συμπεριφορά, αλλά ούτε διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να φροντίσει τον εαυτό του. Πράγματι, δεν είχε ιστορικό ψυχικής ασθένειας και ήταν η πρώτη φορά που είχε υποβληθεί σε ψυχιατρική εξέταση.

Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η στέρηση της δικαιοπρακτικής ικανότητας του προσφεύγοντος ήταν δυσανάλογη σε σχέση με οποιοδήποτε νόμιμο σκοπό. Το δικαίωμά του για σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής περιοριζόταν επομένως περισσότερο από ό, τι ήταν απολύτως αναγκαίο, κατά παράβαση του άρθρου 8.

Άρθρο 41 (δίκαιη ικανοποίηση)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Αρμενία έπρεπε να καταβάλει στον προσφεύγοντα 7.800 ευρώ για ηθική βλάβη.


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες