Ελευθερία της έκφρασης: Παραβίαση από την καταδίκη για δημοσίευση άρθρου που αναφέρετο σε τρομοκρατική οργάνωση

ΑΠΟΦΑΣΗ

Özer κατά Τουρκίας της 11.02.2020 (αριθ. 3) (αριθ. προσφ.  69270/12)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης. Αρθρο σε περιοδικό που αναφέρετο σε τρομοκρατική οργάνωση.

Ο προσφεύγων, εκδότης περιοδικού, καταδικάστηκε σε 15 μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή γιατί δημοσίευσε άρθρο το οποίο αναφερόταν στην τρομοκρατική οργάνωση ΡΚΚ. Τα Τουρκικά Δικαστήρια, έκριναν ότι το περιεχόμενο του άρθρου δεν προστατεύεται από την ελευθερία της έκφρασης γιατί αποτελεί κατάχρηση αυτής.

Το Στρασβούργο υπενθύμισε τις αρχές που αναφ2έρονται στη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την ποινική δίωξη που ασκείται βάσει του άρθρου 7 (2) του νόμου αριθ. 3713, και αφορά το ποινικό αδίκημα της δημοσίευσης προπαγάνδας υπέρ της τρομοκρατίας  και διαπίστωσε ότι η ερμηνεία της από τα εθνικά δικαστήρια δεν  ήταν εξ ολοκλήρου σαφής. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα εγχώρια Δικαστήρια δεν είχαν πραγματοποιήσει επαρκή εξισορρόπηση σύμφωνα με τα κριτήρια που θέτει η νομολογία του, μεταξύ του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης  και των θεμιτών στόχων που επιδιώκονται, γεγονός που είχε οδηγήσει σε άδικες καταδίκες γιατί παρόλο που κάποια άρθρα περιείχαν απόψεις υπέρ τρομοκρατικών ομάδων, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ότι προήγαγαν την χρήση βίας.

Στην συγκεκριμένη υπόθεση, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι τα εγχώρια δικαστήρια δεν προέβησαν σε αξιολόγηση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ σχετικά με τα προφορικά ή γραπτά σχόλια που χαρακτηρίστηκαν ως υπεύθυνα για τροφοδότηση ή αποδοχή βίας και έκρινε ότι το επίμαχο μέτρο της καταδίκης του προσφεύγοντος δεν εκπλήρωνε  κάποια κοινωνική ανάγκη, και ούτε  ήταν αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία. Παραβίαση του δικαιώματος στην ελεύθερη της έκφρασης.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 10

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Aziz Özer είναι Τούρκος υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε το 1964 και ζει στην Κωνσταντινούπολη.

Η υπόθεση αφορά ποινική δίωξη κατά του κ. Özer, ιδιοκτήτη και εκδότη του περιοδικού Yeni Dünya İçin Çağrı, για το ποινικό αδίκημα της δημοσίευσης προπαγάνδας υπέρ μιας τρομοκρατικής  οργάνωσης στο περιοδικό του.

Το 2007 το γραφείο του Εισαγγελέα της Κωνσταντινούπολης άσκησε ποινική δίωξη εναντίον του ότι έκανε  προπαγάνδα υπέρ τρομοκρατικής οργάνωσης σε ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στην έκδοση του Ιανουαρίου του 2007. Το επόμενο έτος, το Κακουργιοδικείο της Κωνσταντινούπολης τον έκρινε ένοχο για το αδίκημα και τον καταδίκασε σε 15 μήνες φυλάκισης. Το Κακουργιοδικείο εξέτασε ειδικότερα ότι ορισμένα τμήματα του άρθρου, το οποίο έφερε τον τίτλο «Το κουρδικό ζήτημα: επιδίωξη λύσης και οι υποχρεώσεις μας» αποτελούσαν προπαγάνδα για το PKK (Κουρδικό Εργατικό Κόμμα, παράνομη ένοπλη οργάνωση), και δεν αντιστοιχούσε στην άσκηση του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης αλλά στην κατάχρηση αυτής της ελευθερίας.

Το 2012 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση αυτή. Την ίδια χρονιά, μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αριθ. 6352, ο προσφεύγων έλαβε τριετή αναστολή εκτέλεσης της ποινής του.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 10

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου στην απόφασή του υπενθυμίζει τις γενικές αρχές  που παρατίθνεται στη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την ποινική δίωξη που ασκείται βάσει του άρθρου 7 (2) του τουρκικού νόμου αριθ. 3713.

Στη νομολογία του το Δικαστήριο είχε παρατηρήσει έλλειψη σαφήνειας και προβλεψιμότητας στην ανωτέρω διάταξη, όπως ίσχυε έως το 2013.

Το Δικαστήριο είχε κρίνει, ειδικότερα, ότι, λαμβανομένης υπόψη τη διατύπωση του άρθρου 7, παράγραφος 2, τις δύο εκδοχές που ισχύουν διαδοχικά μεταξύ του 2003 και του 2013 και τον τρόπο με τον οποίο τα εθνικά δικαστήρια ερμήνευσαν τη διάταξη αυτή προκειμένου να καταδικάσουν τον προσφεύγοντα, ότι υπήρχαν σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με την προβλεψιμότητα της εφαρμογής του. Είχε επίσης κρίνει, στην υπόθεση Belge κατά Τουρκίας, ότι ούτε το αδίκημα της προπαγάνδας υπέρ μιας τρομοκρατικής οργάνωσης – στην εκδοχή της παραγράφου 7 (2) που ισχύει μεταξύ του 2006 και του 2013 – ούτε η ερμηνεία της από τα εθνικά δικαστήρια ήταν εξ ολοκλήρου σαφής.

Το Δικαστήριο είχε αναλύσει σε προγενέστερη νομολογία του τα ίδια τα αμφισβητούμενα έγγραφα και δηλώσεις, καθώς και άλλες πράξεις που φέρεται ότι διέπραξαν οι προσφεύγοντες. Στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι παρ’  όλο που τα έγγραφα, οι δηλώσεις και οι φερόμενες πράξεις ήταν μερικές φορές εχθρικές εκ φύσεως και επέκριναν σοβαρά τις κρατικές αρχές ή περιείχαν  απόψεις που θεωρούνταν ευνοϊκές για  ορισμένες παράνομες οργανώσεις ή  τους ηγέτες και τα μέλη τους, συνολικά δεν υπήρχε καμία  υποκίνηση στη βία, αντίσταση ή εξέγερση, ούτε ρητορική μίσους, ούτε  ενδέχεται να προωθήσουν τη βία με την ενδυνάμωση του βαθιά ριζωμένου, παράλογου μίσους των ταυτοποιημένων ατόμων.

Επίσης σε ορισμένες περιπτώσεις, το Δικαστήριο στήριξε την εκτίμησή του στη συλλογιστική που εξέδωσαν τα εθνικά δικαστήρια στις καταδικαστικές αποφάσεις τους. Ειδικότερα, είχε χρησιμοποιήσει την αναλυτική μέθοδο όπου δεν ήταν προφανές ότι τα αμφισβητούμενα έγγραφα, δηλώσεις ή πράξεις δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ότι περιλαμβάνουν υποκίνηση στη χρήση βίας, ένοπλης αντίστασης ή εξέγερσης, ή ισοδυναμούσε με ρητορική μίσους. Είχε διαπιστώσει στις υποθέσεις εκείνες ότι οι αρχές της χώρας δεν είχαν δώσει επαρκείς και βάσιμους λόγους που να δικαιολογούν τις ποινικές καταδίκες των προσφευγόντων ιδίως όσον αφορά το κατά πόσον τα αμφισβητούμενα έγγραφα, δηλώσεις ή πράξεις θα μπορούσαν, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενό τους, το πλαίσιο και την ικανότητά τους να οδηγήσουν σε επιζήμιες συνέπειες, να θεωρηθούν ως υποκίνηση στη χρήση βίας, ένοπλης αντίστασης ή εξέγερσης, ή να ανέρχονται σε ρητορική μίσους. Το Δικαστήριο είχε επίσης κρίνει ότι οι εγχώριες αρχές είχαν αποτύχει να πραγματοποιήσουν κατάλληλη ανάλυση λαμβάνοντας υπόψη όλα τα κριτήρια που καθορίστηκαν και εφαρμόστηκαν από το Δικαστήριο σε υποθέσεις που αφορούν την ελευθερία έκφρασης ή ότι δεν είχαν πραγματοποιήσει επαρκή εξισορρόπηση σύμφωνα με τα κριτήρια που θέτει η νομολογία του μεταξύ του δικαιώματος του προσφεύγοντος στην ελευθερία της έκφρασης  και των θεμιτών στόχων που επιδιώκονται.

Στην υπόθεση Hatice Çoban κατά Τουρκίας, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι, αφού παρέλειψε να απαντήσει στα σχετικά ερωτήματα που προέβαλε η προσφεύγουσα ως προς την αξιοπιστία και την ακρίβεια του περιεχομένου του κύριου αποδεικτικού στοιχείου που χρησιμοποιήθηκε για να υποστηρίξουν την ποινική καταδίκη της, τα εθνικά δικαστήρια δεν είχαν εκπληρώσει το καθήκον τους να εξισορροπήσουν τα αντικρουόμενα συμφέροντα υπό την έννοια του άρθρου 10 της Σύμβασης.

Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο διαπίστωσε παρέμβαση στο δικαίωμα του προσφεύγοντος στην ελευθερία της έκφρασής του  λόγω της επιζήμιας επίδρασης που είχε η ποινική διαδικασία, η οποία διήρκεσε 4 χρόνια και 11 μήνες, στον προσφεύγοντα και του γεγονότος της καταδίκης του σε 15 μήνες φυλάκισης  με τριετή αναστολή. Αυτή η παρέμβαση καλύφθηκε από το άρθρο 7 παράγραφος 2 του νόμου αριθ. 3713 και είχε επιδιώξει νόμιμους σκοπούς (προστασία της εθνικής και της δημόσιας ασφάλειας και πρόληψη της αναταραχής και της εγκληματικότητας).

Όσον αφορά την αναγκαιότητα της παρέμβασης, το Δικαστήριο αποφάσισε να μην εξετάσει την αιτιολογία που διατυπώθηκε από τα τουρκικά δικαστήρια προς στήριξη της καταδίκης του προσφεύγοντος. Σημείωσε ότι η αξιολόγηση που διενήργησαν τα εθνικά δικαστήρια δεν έλαβε υπόψη όλες τις αρχές που θεσπίστηκαν στο πλαίσιο της νομολογίας βάσει του άρθρου 10 σχετικά με τα προφορικά ή γραπτά σχόλια που χαρακτηρίστηκαν ως υπεύθυνα για τροφοδότηση ή αποδοχή βίας, μίσους και μισαλλοδοξίας,  δεδομένου ότι η αξιολόγηση αυτή δεν έδωσε απάντηση κατά πόσο τα επίμαχα χωρία του αμφισβητούμενου άρθρου θα μπορούσαν – λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, το πλαίσιο και τη ικανότητα να οδηγήσουν σε επιβλαβείς συνέπειες – να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνουν υποκίνηση στη χρήση βίας, ένοπλης αντίστασης ή εξέγερσης, ή έκφραση ρητορικής μίσους.

Κατά συνέπεια, οι εγχώριες αρχές δεν κατάφεραν να προβούν σε κατάλληλη εξισορρόπηση  έχοντας υπόψη όλα τα κριτήρια που καθορίζει και εφαρμόζει το Δικαστήριο σε υποθέσεις που αφορούν την ελευθερία έκφρασης  και η κυβέρνηση δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι το επίμαχο μέτρο είχε εκπληρώσει κοινωνική ανάγκη, ήταν ανάλογο προς τους θεμιτούς στόχους που επιδιώκεται να επιτευχθούν και ήταν αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία. Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης (άρθρο 10).

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Τουρκία έπρεπε να καταβάλει στον προσφεύγοντα 2.000 ευρώ για ηθική βλάβη (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες