Η μη εξέταση των επιχειρημάτων της κατηγορουμένης για την αξιοπιστία των αποδεικτικών στοιχείων στα οποία βασίστηκε η καταδίκη της για μία ομιλία της παραβίασε την ελευθερία της έκφρασης

ΑΠΟΦΑΣΗ

Hatice Çoban κατά Τουρκίας της 29.10.2019 (αριθ. 36226/11)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ελευθερία της έκφρασης και μη εξέταση των επιχειρημάτων της κατηγορουμένης για τα αποδεικτικά μέσα στα οποία στηρίχθηκε η καταδίκη της.

Ποινική καταδίκη της προσφεύγουσας για άσκηση προπαγάνδας υπέρ τρομοκρατικής οργάνωσης σε ομιλία που είχε δώσει. Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι ο δίκαιος χαρακτήρας των διαδικασιών και οι διαδικαστικές εγγυήσεις ήταν παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στην αξιολόγηση της αναλογικότητας μιας παρέμβασης στην ελευθερία της έκφρασης.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν είχαν εξετάσει τα σχετικά επιχειρήματα της προσφεύγουσας, η οποία αμφισβήτησε την αξιοπιστία και την ακρίβεια των βασικών αποδεικτικών στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν για την καταδίκη της. Το Ανώτατο Δικαστήριο ενέκρινε τα συμπεράσματα του Ποινικού Δικαστηρίου συνοπτικά χωρίς να εξετάσει περαιτέρω τα επιχειρήματα που διατύπωσε η προσφεύγουσα στην αναίρεσή της. Συνεπώς, τα εθνικά δικαστήρια δεν είχαν εκπληρώσει την αποστολή τους να σταθμίσουν τα διάφορα συμφέροντα που διακυβεύονται για τους σκοπούς του άρθρου 10 της Σύμβασης. Παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 10

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα Hatice Çoban, είναι υπήκοος της Τουρκίας η οποία γεννήθηκε το 1965 και ζει στην Άγκυρα. Ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Κόμματος για μια Δημοκρατική Κοινωνία (DTP, Demokratik Toplum Partisi).

Το 2007 η προσφεύγουσα κατηγορήθηκε για άσκηση προπαγάνδας υπέρ μιας τρομοκρατικής οργάνωσης λόγω μιας ομιλίας που είχε δώσει σε διαδήλωση για την «Παγκόσμια Ημέρα Ειρήνης» που διοργάνωσε το DTP.

Το 2008, το Κακουργιοδικείο καταδίκασε την κυρία Çoban σε ποινή φυλάκισης δύο ετών και ενός μηνός. Διαπίστωσε, ειδικότερα, ότι υποστήριξε δήλωση του PKK (Κόμμα Εργατών του Κουρδιστάν, παράνομη ένοπλη οργάνωση) ότι καλούσε την Τουρκική Δημοκρατία να αρχίσει συνομιλίες με το ΡΚΚ  και ότι είχε δηλώσει ότι το PKK συμμετείχε σε μια εκστρατεία για την ταυτότητα και την ελευθερία στο όνομα των Κούρδων, ότι η ύπαρξη αυτής της οργάνωσης ήταν απαραίτητη και ότι τα μέλη της δεν πρέπει ποτέ να παραδοθούν στις δυνάμεις ασφαλείας.

Η προσφεύγουσα άσκησε αναίρεση. Ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι αστυνομικοί που παρίσταντο στη διαδήλωση δεν είχαν αποδώσει το πλήρες περιεχόμενο της ομιλίας της στην έκθεσή τους με ημερομηνία 2 Σεπτεμβρίου 2006, ότι, χωρίς να έχουν καταγράψει την ομιλία της, είχαν παραμορφώσει τα λεγόμενά της, και ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν θα μπορούσαν νόμιμα να παρίστανται στη διαδήλωση και να κρατούν σημειώσεις και παρατηρήσεις ελλείψει δικαστικής απόφασης. Επιπλέον, η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι η εκδοχή της ομιλίας της η οποία καταχωρήθηκε στον τύπο διαφέρει από εκείνη που καταγγέλλεται από την αστυνομία, και ότι το Κακουργιοδικείο δεν είχε προσπαθήσει να διαφωτίσει αυτή την ασυμφωνία ή να λάβει στα χέρια του κάποια καταγραφή της ομιλίας της. Τέλος, εξήγησε ότι η ομιλία αφορούσε την ανάγκη επίλυσης του κουρδικού ζητήματος με δημοκρατικό τρόπο και με ειρηνικά μέσα. Η αναίρεσή της απορρίφθηκε.

Το 2014, το Κακουργιοδικείο, σύμφωνα με νέο νόμο, αποφάσισε να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής της, η οποία δεν είχε ακόμη αρχίσει.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 10 (ελευθερία έκφρασης)

Το ζήτημα που τίθεται ήταν αν η ποινική διαδικασία κατά της Çoban ήταν δίκαιη, συμπεριλαμβανομένου  του τρόπου με τον οποίο είχαν ληφθεί αποδεικτικά στοιχεία για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών. Το Δικαστήριο επανέλαβε εν προκειμένω ότι η δίκαιη δίκη και οι διαδικαστικές εγγυήσεις πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση της αναλογικότητας μιας παρέμβασης στην ελευθερία της έκφρασης.

Εν προκειμένω, επισήμανε ότι το Κακουργιοδικείο δεν είχε προσπαθήσει να εξακριβώσει αν το μόνο αποδεικτικό στοιχείο που ενοχοποιούσε την προσφεύγουσα, δηλαδή την έκθεση της 2ας Σεπτεμβρίου 2006 όπως υποβλήθηκε από τη δίωξη και στη συνέχεια επιβεβαιώθηκε από τους αστυνομικούς που την είχαν συντάξει, επιβεβαιώνονταν από άλλα στοιχεία, όπως δηλώσεις ανεξάρτητων μαρτύρων ή άλλων καταγραφών που θα μπορούσαν να έχουν γίνει από τα ΜΜΕ. Ούτε το Κακουργιοδικείο εξήγησε γιατί  είχε θεωρήσει την απολογία της προσφεύγουσας, η οποία αρνήθηκε τις κατηγορίες εναντίον της, ως αόριστη.

Στην αναίρεσή της, η προσφεύγουσα είχε επισημάνει την απόκλιση μεταξύ των περιεχομένων της ομιλίας της όπως καταγράφηκε στις εφημερίδες και όπως αναφέρθηκε στην έκθεση της αστυνομίας. Είχε επίσης υποστηρίξει ότι το ακριβές περιεχόμενο της ομιλίας της θα μπορούσε να έχει τεκμηριωθεί με τη κλήση  μαρτύρων που είχε ονομάσει ως παρευρισκόμενους στη διαδήλωση.

Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα πρόβαλε επιχειρήματα στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεώς της που θα μπορούσαν να θέσει υπό αμφισβήτηση την ακρίβεια των βασικών αποδεικτικών στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν για την καταδίκη της, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η συλλογιστική του Κακουργιοδικείου δεν είχε καμία πραγματική βάση. Μάλιστα, παρότι είχε ζητήσει να προσκομιστούν νέα αποδεικτικά στοιχεία, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έπρεπε απλώς να βασιστεί στο μοναδικό στοιχείο των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων (την αστυνομική έκθεση της 2ας Σεπτεμβρίου 2006) χωρίς να εξετάσει του  λόγους αναίρεσης που πρόβαλε συναφώς η προσφεύγουσα. Ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την εξέταση των επιχειρημάτων της. Ωστόσο, το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ των περιεχομένων των αντίστοιχων εγγράφων που αναφέρουν την ομιλία της – δηλαδή μεταξύ της έκθεσης της αστυνομίας και των σχετικών δημοσιευθέντων άρθρων του Τύπου – είχαν απορριφθεί από το  Ανώτατο Δικαστήριο ως άσχετα, όπως και το αίτημά της να κληθούν μάρτυρες υπεράσπισης για να προσδιορίσουν το ακριβές περιεχόμενο της ομιλίας.

Ωστόσο, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα άρθρα που αναφέρονται στην ομιλία της προσφεύγουσας  ή τις καταγραφές της ομιλίας από τα ΜΜΕ και δηλώσεις άλλων μαρτύρων εκτός από τους αστυνομικούς που είχαν καταρτίσει την αναφορά, θα μπορούσαν ενδεχομένως να ενισχύσουν τη θέση υπεράσπισης ή ακόμη και να οδηγήσουν στην αθώωση της προσφεύγουσας.  Ωστόσο, το Ανώτατο Δικαστήριο ενέκρινε συνοπτικά τα συμπεράσματα του Κακουργιοδικείου, χωρίς να εξετάσει περαιτέρω τα επιχειρήματα που προέβαλε η προσφεύγουσα στην Αίτηση Αναίρεσής της. Παρόλο που μια τέτοια προσέγγιση ήταν καταρχήν αποδεκτή για ένα δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, όπου η πραγματική βάση για τη συλλογιστική του Κακουργιοδικείου αμφισβητήθηκε από βάσιμα επιχειρήματα, δεν ικανοποίησε τις απαιτήσεις μιας δίκαιης δίκης.

Κατά συνέπεια, τα εθνικά δικαστήρια δεν είχαν εξετάσει τα σχετικά επιχειρήματα που πρόβαλε η προσφεύγουσα σχετικά με την αξιοπιστία και την ακρίβεια των βασικών αποδεικτικών στοιχείων στα οποία βασίστηκε η καταδίκη της και δεν είχαν εκπληρώσει το καθήκον να σταθμίσουν τα διάφορα συμφέροντα κατά την έννοια του άρθρου 10 της σύμβασης. Συνεπώς, τα εθνικά δικαστήρια δεν εφάρμοσαν τα πρότυπα σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 10 της Σύμβασης ή δεν μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι οι αποφάσεις τους βασίστηκαν σε μια αποδεκτή εκτίμηση των σχετικών γεγονότων.

Υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 της Σύμβασης.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Τουρκία πρέπει να καταβάλει στην προσφεύγουσα ποσό  2.500 ευρώ για την ηθική της βλάβη.

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες