Το τεκμήριο αθωότητας τράπεζας και η καταβολή εγγύησης στην προδικασία.

ΑΠΟΦΑΣΗ

UBS AG κατά Γαλλίας της  12-1-2017 (αριθμ. προσφ. 29778/15)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Τεκμήριο αθωότητας. Η τράπεζα UBS AG και η θυγατρική της UBS Γαλλίας τέθηκαν υπό έρευνα, σχετικά με τη παράνομη απευθείας πώληση τραπεζικών ή χρηματοοικονομικών προϊόντων σε Γάλλους υπηκόους και για τον εφοδιασμό της UBS AG με μέσα που της επέτρεπε να διαπράττει το αδίκημα της παράνομης άμεσης πώλησης τραπεζικών προϊόντων στη Γαλλία μεταξύ του 2004 και του 2011. Η τράπεζα UBS AG τέθηκε υπό δικαστική εποπτεία και διετάχθη η καταβολή υψηλού προστίμου, ενώ παράλληλα ξεκίνησε και ποινική έρευνα. Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι εγχώριες  αποφάσεις – είτε η απόφαση των εισαγγελέων είτε οι αποφάσεις του Διερευνητικού Τμήματος και του Αρείου Πάγου- δεν περιείχαν κανένα συλλογισμό ο οποίος να αποδεικνύει ότι οι δικαστές έκριναν ότι η τράπεζα UBS AG είναι ένοχη. Κατά συνέπεια, δεν υπήρξε παραβίαση της του δικαίωμα τεκμηρίου αθωότητας του προσφεύγοντος.

Εγγύηση. Η εγγύηση αποτελεί προσωρινό μέτρο το οποίο δεν προδίκαζε την έκβαση της διαδικασίας, καθώς το ποσό που καταβάλλεται επιστρέφεται στο τέλος της διαδικασίας. Δεν στοιχειοθετείται παραβίαση του άρθρου 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.

ΣΧΟΛΙΟ-ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ

Δεν υπάρχει παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας εταιρίας όταν δεν υπάρχει κείμενο για ενοχή της εταιρίας σε δικαστικές ή εισαγγελικές αποφάσεις η διατάξεις.

Η καταβολή εγγύησης δεν συνιστά παραβίαση του δικαιώματος στην περιουσία.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Παρ. 6 παρ. 2

Άρθρο 1 ΠΠΠ

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα, η τράπεζα UBS AG, είναι μια ελβετική εταιρεία με έδρα στη Βασιλεία και στη Ζυρίχη (Ελβετία).
Η τράπεζα UBS AG και η θυγατρική της UBS Γαλλίας τέθηκαν υπό έρευνα, αντίστοιχα, σχετικά με τη παράνομη απευθείας πώληση τραπεζικών ή χρηματοοικονομικών προϊόντων σε Γάλλους υπηκόους και για τον εφοδιασμό της UBS AG με μέσα που της επέτρεπε να διαπράττει το αδίκημα της παράνομης άμεσης πώλησης τραπεζικών προϊόντων στη Γαλλία μεταξύ του 2004 και του 2011.

Η τράπεζα UBS AG τέθηκε υπό δικαστική εποπτεία και διετάχθη να καταβάλλει εγγύηση ύψους 2.875.000 ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 706 – 45 του Κώδικα Ποινικής Διαδικασίας. Στις 23 Ιουλίου 2014 η UBS AG, επίσης, τέθηκε υπό έρευνα για παράνομη νομιμοποίηση εσόδων από φορολογική απάτη. Την ίδια ημέρα οι εισαγγελείς τροποποίησαν τους όρους του δικαστηρίου σχετικά με το ένταλμα επιτήρησης. Αφού συνόψισαν τα καταγγελλόμενα γεγονότα και τα διάφορα ευρήματα και σημειώνοντας ότι η τράπεζα δεν ήταν σε θέση ή δεν επιθυμεί να αποκαλύψει τα ονόματα των πελατών ή την ποσότητα των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, οι εισαγγελείς έκριναν ότι, ακόμη και έπαιρναν τυχαία ένα τυχαίο χαμηλό ποσό, τα ποσά που αποκτήθηκαν με δόλο και νομιμοποιήθηκαν ανέρχονταν σε 9.760 εκατομμύρια ευρώ ετησίως, με αποτέλεσμα το πρόστιμο να είναι ύψους 4.880.000.000 ευρώ. Τέλος, έχοντας επίσης εξετάσει τους πόρους της προσφεύγουσας τράπεζας, οι εισαγγελείς διαπίστωσαν ότι μια εγγύηση των 1.100.000.000 ευρώ ήταν συμβατή με του εν λόγω πόρους. Το ποσό  ύψους ενός εκατομμυρίου ευρώ είχε ως στόχο να εξασφαλίσει την παρουσία της προσφεύγουσας τράπεζας σε όλα τα στάδια της δίκης, ενώ 1.099.000.000  ευρώ προβλέφθηκαν για να καλύψουν τις δαπάνες που προέβαλε η πολιτική αγωγή ως αποζημίωση (του γαλλικού κράτους), σχετικά με την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε και για την πληρωμή των προστίμων. Η προσφεύγουσα τράπεζα άσκησε έφεση κατά της διατάξεως αυτής. Στις 22 Σεπτεμβρίου του 2014 το Τμήμα Ερευνών του Εφετείου του Παρισιού επικύρωσε τη απόφαση. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως επί νομικών ζητημάτων από την τράπεζα.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το άρθρο 6 § 2

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι έπρεπε να γίνει διάκριση μεταξύ των αποφάσεων ή δηλώσεων στις οποίες διαφαίνονταν η ενοχή του ενδιαφερόμενου και εκείνων στις οποίες εμπεριέχονταν υποψίες. Η πρώτη παραβίαζε το τεκμήριο αθωότητας, ενώ η δεύτερη ήταν σύμφωνες με το πνεύμα του άρθρου 6 της Σύμβασης. Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο σημείωσε ότι οι εγχώριες  αποφάσεις – είτε η απόφαση των εισαγγελέων είτε οι αποφάσεις του Διερευνητικού Τμήματος και του Αρείου Πάγου- δεν περιείχαν καμία σκέψη, η  οποία να αποδεικνύει ότι οι δικαστές έκριναν ότι η τράπεζα UBS AG ήταν ένοχη. Κατά συνέπεια, δεν υπήρξε παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας της προσφεύγουσας.

Το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου Νο 1

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι η επέμβαση από τις αρχές στην άσκηση του δικαιώματος του προσφεύγοντος σχετικά με την ειρηνική απόλαυση της περιουσίας του ήταν νόμιμη, δεδομένου ότι η καταβολή της εγγύησης προβλεπόταν ρητά από το άρθρο 706-45 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Επιπλέον, το Δικαστήριο δεν είχε καμία αμφιβολία ότι στην προσπάθειά να εξασφαλιστεί, σύμφωνα με το άρθρο 142 του κώδικα, η παρουσία του προσώπου υπό έρευνα σε όλα τα στάδια της διαδικασίας και για στην εκτέλεση της δικαστικής απόφασης, καθώς και για την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από το αδίκημα και την καταβολή των προστίμων, οι παρεμβάσεις επιδίωξαν σκοπό γενικού συμφέροντος.

Τέλος, αναφορικά με την αναλογικότητα της παρέμβασης, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η αναπτυσσόμενη και εύλογη ανησυχία τόσο στην Ευρώπη όσο και διεθνώς  αναφορικά με τις οικονομικές παραβάσεις, οι οποίες αποτελούσαν κοινωνικά απαράδεκτες συμπεριφορές, και τη δυσκολία της καταπολέμησης αυτών των αδικημάτων. Τόνισε επίσης ότι στη παρούσα υπόθεση, πρώτον, η εγγύηση αποτελούσε προσωρινό μέτρο το οποίο δεν προδίκαζε την έκβαση της διαδικασίας, καθώς το ποσό που κατελήφθην θα επιστρέφονταν στο τέλος της διαδικασίας, αν ο ενδιαφερόμενος δεν έχει καταδικαστεί. Δεύτερον, το ποσό της εγγύησης είχε εξεταστεί από τους εισαγγελείς και από τη Διεύθυνση Ερευνών, χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με βάση τα πορίσματα των ερευνών, τα καταγγελλόμενα γεγονότα, το μέγεθος των αδικημάτων και τη πιθανή βλάβη, καθώς και το ποσό του προστίμου που θα καταβάλλονταν σε περίπτωση καταδίκης. Η αξιολόγηση είχε επίσης βασιστεί ρητά στους πόρους της προσφεύγουσας τράπεζας.

Επιπλέον, δόθηκαν στη τράπεζα επαρκείς διαδικαστικές διασφαλίσεις, καθώς ήταν σε θέση να κάνει χρήση των ένδικων μέσων που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο, προκειμένου να προσβάλει την εν λόγω απόφαση και να συζητηθεί στις κατ’ αντιμωλίες διαδικασίες οι παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη από τους δικαστές, αρχικά ενώπιον  του Εφετείου και στη συνέχεια ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Κατά συνέπεια, και λαμβάνοντας υπόψη το περιθώριο εκτιμήσεως που δίνεται στο κράτος σε αυτόν τον τομέα, το Δικαστήριο έκρινε ότι η παρέμβαση δεν ήταν δυσανάλογη και ότι είχε επιτευχθεί δίκαιη ισορροπία στην προκειμένη περίπτωση. Έκρινε ότι μέρος της προσφυγής ήταν προδήλως αβάσιμη και την απέρριψε αναλόγως.


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες