Απαλλοτρίωση. Οι δικηγόροι έχουν δικαίωμα άσκησης ευθείας αγωγής προς επιδίωξη της επιδικασθείσας δικηγορικής αμοιβής και δικαστικής δαπάνης απαλλοτρίωσης

ΑΠΟΦΑΣΗ

Κανδαράκης κατά Ελλάδας της 11.06.2020 (αρ. προσφ. 48345/12, 48348/12 και 67463/12)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Είσπραξη επιδικασθείσας  δικηγορικής αμοιβής και δικαστικών εξόδων. Δικαίωμα πρόσβασης. Δικαιώματα δικηγόρων.

Απόρριψη, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης, της αγωγής των δικηγόρων που εκπροσώπησαν τους εντολείς τους σε υπόθεση απαλλοτρίωσης. Οι δικηγόροι ζητούσαν  να υποχρεωθεί η οφειλέτρια εταιρία να παρακαταθέσει τα επιδικασθέντα ποσά δικηγορικής αμοιβής και δικαστικής δαπάνης υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου του οποίου ήταν μέλη. Το Στρασβούργο έκρινε ότι η απόρριψη της αγωγής συνιστά περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο των δικηγόρων, ο οποίος προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας.

Τα άρθρα 8 και 18 του Ν.  2882/2001, προβλέπουν ότι τόσο η δικαστική δαπάνη όσο και η αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων πρέπει να καθορίζονται από το δικαστήριο που θα επιδικάσει την αποζημίωση της απαλλοτρίωσης και θα πρέπει να κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Τα εθνικά δικαστήρια  με το να απορρίψουν την αγωγή των δικηγόρων αποστέρησαν κατά παράβαση του 6-1 της ΕΣΔΑ το δικαίωμα άσκησης ευθείας αγωγής στα μέλη των  Δικηγορικών Συλλόγων-δικαιούχους της αμοιβής, δεδομένο ότι από καμία  διάταξη του ελληνικού δικονομικού μας συστήματος δεν προβλέπεται ρητά αφενός η δικονομική δυνατότητα του Δικηγορικού Συλλόγου προς άσκηση αγωγής για την αμοιβή των μελών του και αφετέρου η μη δυνατότητα του φορέα του δικαιώματος δικηγόρου να ασκήσει ευθεία αγωγή για την είσπραξη της αμοιβής του, μέσω κατάθεσης του ποσού στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο.

Κατά το ΕΔΔΑ το ως άνω νομοθετικό πλαίσιο και ο τρόπος εφαρμογής του από τα εθνικά δικαστήρια δεν προσέφερε στους προσφεύγοντες σαφή, πρακτική και αποτελεσματική ευκαιρία να διεκδικήσουν τις απαιτήσεις τους, καθώς δεν προέκυπτε με σαφήνεια ποιος θα μπορούσε να ασκήσει αγωγή ζητώντας  το ποσό που επιδικάζεται ως αμοιβή δικηγόρου από τα δικαστήρια που αποφασίζουν για τις απαλλοτριώσεις.

Το Στρασβούργο επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη και των δύο προσφευγόντων το ποσό των 20.000 ευρώ.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 6παρ.1

Άρθρο 1 ΠΠΠ

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες Αλέξανδρος Κανδαράκης και Μιχαήλ Κανδαράκης, είναι Έλληνες υπήκοοι που γεννήθηκαν το 1938 και 1979 αντίστοιχα και ζουν στην Αθήνα.

Η υπόθεση αφορούσε δικαστικές αποφάσεις σχετικά με την καταβολή των δικηγορικών αμοιβών σε διαδικασίες απαλλοτρίωσης.

Οι προσφεύγοντες είναι δικηγόροι, εγγεγραμμένοι στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, εκπροσωπούσαν δε εντολείς  οι οποίοι έλαβαν αποζημίωση για απαλλοτριωθέντα ακίνητα. Η πρώτη σειρά διαδικασιών πραγματοποιήθηκε στη πόλη των Καλαβρύτων, η δεύτερη στην Κόρινθο και η τρίτη στην Αθήνα.

Σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο, τα δικαστήρια έπρεπε να επιδικάσουν δικαστική δαπάνη σε τέτοιες περιπτώσεις απαλλοτρίωσης, συμπεριλαμβανομένων των δικηγορικών αμοιβών. Η αμοιβή έπρεπε να κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το οποίο με τη σειρά του θα κατέθετε το ποσό της αμοιβής  στο Δικηγορικό Σύλλογο, ο οποίος θα το κατέθετε στους δικηγόρους, αφαιρουμένης μιας μικρής παρακράτησης.

Στην περίπτωση των προσφευγόντων, η εταιρεία «ΕΡΓΑ ΟΣΕ AE», η οποία ήταν η καθ’ ής στις δύο πρώτες περιπτώσεις, κατέθεσε τις αμοιβές στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων προς όφελος του Δικηγορικού Συλλόγου Καλαβρύτων και Κορίνθου μετά από αποφάσεις που εκδόθηκαν το 2007. Στην τρίτη περίπτωση, στην οποία η απόφαση αποζημίωσης εκδόθηκε το 2002, οι αμοιβές κατατέθηκαν στο ανωτέρω Ταμείο από το εναγόμενο ΥΠΕΧΩΔΕ, στο όνομα στου Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, αλλά το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων αρνήθηκε να μεταβιβάσει τα χρήματα.

Οι προσφεύγοντες κίνησαν διαδικασίες σχετικά με τις δύο πρώτες υποθέσεις για την κατάθεση των ως άνω ποσών προς όφελος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Τα αιτήματά τους απορρίφθηκαν λόγω του ότι δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικά να εγείρουν ευθεία αγωγή, αντίθετα ο ίδιος ο Δικηγορικός Σύλλογος έπρεπε να κινήσει τη διαδικασία, ως και έπραξε.

Στην πρώτη περίπτωση, το Εφετείο το 2017 παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο και εκκρεμεί η έκδοση απόφασης. Στη δεύτερη περίπτωση, η οριστική δικαστική απόφαση διαπίστωσε το 2018 ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος Κορίνθου είχε ήδη καταβάλει πάνω από το μισό του ποσού που επιδικάσθηκε ως δικηγορική αμοιβή στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών και ότι η απαίτηση σχετικά με το άλλο μισό είχε παραγραφεί.

Στην τρίτη περίπτωση, ο προσφεύγων αμφισβήτησε την άρνηση του Ταμείου να καταβάλει τις αμοιβές στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών,  αλλά η υπόθεσή του τελικά δεν είχε επιτυχή έκβαση με την αιτιολογία ότι μόνο ο Σύλλογος θα μπορούσε να κινήσει διαδικασία. Ξεκίνησε μια τέτοια διαδικασία από το Σύλλογο το Νοέμβριο του 2013, η οποία τελικά κατέληξε στο να καταβληθεί από το Ταμείο το μεγαλύτερο από το αιτηθέν ποσό.

Οι προσφεύγοντες διαμαρτυρήθηκαν ιδίως ότι η απόρριψη των αγωγών τους με αίτημα να υποχρεωθεί η εναγόμενη εταιρία να παρακαταθέσει την επιδικασθείσα δικηγορική αμοιβή τους μαζί με τη δικαστική δαπάνη υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου, με το σκεπτικό ότι δεν νομιμοποιούμασταν ενεργητικά, παραβίασε το δικαιώματά τους σε δίκαιη δίκη), υπό την ειδικότερη πτυχή της πρόσβασης σε δικαστήριο (άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ).

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6

(i) Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

Το Δικαστήριο επισήμανε εξαρχής ότι, εκτός από το δικαίωμα πρόσβασης των προσφευγόντων σε δικαστήριο, οι διάδικοι προέβαλαν επιχειρήματα σχετικά με το ζήτημα του κατά πόσον ο Δικηγορικός Σύλλογος πρέπει να είναι ο δικαιούχος των ποσών που καθορίζονται ως αμοιβές δικηγόρων. Ωστόσο, στην υπό κρίση υπόθεση το καθήκον του Δικαστηρίου, λαμβανομένων υπόψη των καταγγελιών που του έχουν υποβληθεί, είναι να ελέγξει εάν παρεμποδίστηκε το δικαίωμα πρόσβασης των προσφευγόντων σε δικαστήριο λόγω της απόρριψης της αγωγής τους από τα εθνικά δικαστήρια.

(ii) Ο περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης

Οι προσφεύγοντες, αφού εκπροσώπησαν τους εντολείς τους σε διαδικασία απαλλοτρίωσης, προσέφυγαν στα εθνικά δικαστήρια ζητώντας να κατατεθούν τα ποσά που επιδικάστηκαν ως δικηγορικές αμοιβές,  από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στον Δικηγορικό Σύλλογο του οποίου ήταν εγγεγραμμένα μέλη, πλην όμως  οι  αγωγές τους απορρίφθηκαν λόγω έλλειψης locus standi. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η απόρριψη των αγωγών των προσφευγόντων από τα εθνικά  δικαστήρια (με το σκεπτικό ότι δεν είχαν δικαίωμα να προσφύγουν) ισοδυναμούσε σαφώς με παρέμβαση στο δικαίωμα πρόσβασης των προσφευγόντων σε δικαστήριο. Με τον τρόπο αυτό, τα εθνικά δικαστήρια επικαλέστηκαν τα άρθρα 8 και 18 του Ν.2882/2001, που προέβλεπε ότι τα ποσά που επιδικάσθηκαν  ως δικαστική δαπάνη και ως δικηγορικές  αμοιβές  σε διαδικασίες απαλλοτρίωσης θα πρέπει να κατατεθούν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπερ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Συνεπώς, τα εθνικά δικαστήρια κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι μόνο ο δικηγορικός σύλλογος θα μπορούσε να καταθέσει ευθεία αγωγή, ενώ οι προσφεύγοντες θα μπορούσαν να ασκήσουν μόνο πλαγιαστική αγωγή.

Αντικείμενο λοιπόν εξέτασης από το  Δικαστήριο είναι εάν ο επίμαχος περιορισμός ήταν δικαιολογημένος, δηλαδή αν επιδίωκε θεμιτό σκοπό και παρουσίαζε εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν και του επιδιωκόμενου στόχου.

(iii) Ο περιορισμός επιδιώκει θεμιτό σκοπό;

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι, σύμφωνα με την Κυβέρνηση, η επίμαχη νομοθεσία εξυπηρετούσε τον θεμιτό σκοπό να εξασφαλίσει ότι ο Δικηγόρος θα λάβει την αμοιβή του και ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος θα λάβει τα ποσά που αντιστοιχούν στο ποσοστό που θα διανεμηθεί στα μέλη του. Το Δικαστήριο δεν βλέπει κανένα λόγο να αμφισβητήσει ότι, απορρίπτοντας τις αγωγές των προσφευγόντων, τα εθνικά δικαστήρια επιδίωξαν θεμιτό σκοπό, δηλαδή να διασφαλίσουν ότι τόσο ο Δικηγόρος που χειρίστηκε τις επίμαχες υποθέσεις όσο και ο Δικηγορικός Σύλλογος θα λάμβαναν τα οφειλόμενα ποσά σύμφωνα με το νομοθεσία. Πρέπει επομένως να ελεγχθεί εάν, υπό το φως όλων των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης, υπήρξε εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ του ως άνω σκοπού και των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξή του.

(iv) Ο περιορισμός ήταν αναλογικός;

Προκειμένου να εκτιμήσει την αναλογικότητα του περιορισμού πρόσβασης των προσφευγόντων σε δικαστήριο, το ΕΔΔΑ λαμβάνει υπόψη δύο κριτήρια και συγκεκριμένα:

α) εάν ο περιορισμός αυτός ήταν προβλέψιμος βάσει του εσωτερικού νομικού πλαισίου και της νομολογίας (βλ. μεταξύ άλλων αρχών, Lupaş κ.λπ. κατά Ρουμανίας, αρ. 1434/02 και 2 ακόμη, § 69, ΕΣΔΑ 2006 XV (αποσπάσματα)), β) εάν οι προσφεύγοντες είχαν άλλα ένδικα βοηθήματα  για να διεκδικήσουν τις απαιτήσεις τους (βλ., mutati mutandis , Δημητράς κατά Ελλάδας, αρ. 11946/11, § 41, 19 Απριλίου 2018).

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι δεν χρειάστηκε να αξιολογήσει το ελληνικό σύστημα που διέπει την καταβολή των αμοιβών των δικηγόρων σε διαδικασίες απαλλοτρίωσης. Αντίθετα, έπρεπε να περιορίσει την προσοχή του όσο το δυνατόν περισσότερο στο ζήτημα που θίγεται από τη συγκεκριμένη υπόθεση ενώπιον του. Ωστόσο, όφειλε να εξετάσει τις σχετικές διατάξεις στον βαθμό στον οποίο ο περιορισμός στο δικαίωμα πρόσβασης του ατόμου ήταν στην πραγματικότητα αποτέλεσμα της εφαρμογής τους.

Συναφώς, το Δικαστήριο παρατήρησε καταρχάς ότι οι διατάξεις που εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση αναφέρονται αποκλειστικά στις αμοιβές των δικηγόρων στο πλαίσιο της διαδικασίας απαλλοτρίωσης και δεν αφορούσαν το γενικό σύστημα που διέπει τις αμοιβές των δικηγόρων. Συγκεκριμένα, τα άρθρα 8 και 18 του Ν.  2882/2001, προβλέπουν ότι τόσο η δικαστική δαπάνη όσο και η αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων θα πρέπει να καθορίζονται από το δικαστήριο που θα επιδικάσει την αποζημίωση της απαλλοτρίωσης και θα πρέπει να κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία διάταξη που να επιτρέπει αποκλειστικά στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο να ζητήσει αυτό το ποσό ή – για το θέμα αυτό, να εξαιρέσει έναν διάδικο ή τον Δικηγόρο του από το ζητήσει να κατατεθεί το επίμαχο ποσό στο Δικηγορικό Σύλλογο.

Συναφώς, το Δικαστήριο θεώρησε σημαντικό ότι οι ενέργειες των προσφευγόντων είχαν ως στόχο την εξασφάλιση της κατάθεσης των σχετικών ποσών στο Δικηγορικό τους Σύλλογο σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Ως εκ τούτου, οι ενέργειές τους αποσκοπούσαν στη διασφάλιση ότι τα σχετικά ποσά είχαν κατατεθεί πράγματι στους αντίστοιχους Δικηγορικούς Συλλόγους τους και, ως εκ τούτου, ο σκοπός του νόμου θα είχε εκπληρωθεί εάν είχαν γίνει δεκτές οι αγωγές των προσφευγόντων. Δεν προκύπτει σαφώς από το εθνικό νομοθετικό πλαίσιο, γιατί απορρίφθηκαν οι αγωγές των προσφευγόντων (που επιδίωκαν να αποδοθούν τα ποσά που καταβλήθηκαν στους πελάτες τους ως δικηγορικές αμοιβές στους αντίστοιχους δικηγορικούς συλλόγους) – ειδικά εάν ληφθεί υπόψη η απόφαση υπ’ αριθμ. 26/1993 του ΑΕΔ με την οποία αναγνωρίστηκε ένα τέτοιο δικαίωμα σε σχέση με τους μηχανικούς για την είσπραξη αμοιβών έναντι των πελατών τους.

Καμία από τις διατάξεις που αναφέρονται στην εθνική νομολογία δεν στερεί ρητά από τους προσφεύγοντες δικηγόρους το δικαίωμα να ασκήσουν σχετική αγωγή. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι υπό κρίση υποθέσεις και το σύστημα που διέπει τις αμοιβές των δικηγόρων σε διαδικασίες απαλλοτρίωσης διαφέρει από την περίπτωση των μηχανικών, την οποία το Δικαστήριο εξέτασε στην υπόθεση Φίλης κατά Ελλάδος και κατέληξε στην έκδοση της προαναφερθείσας απόφασης. Ωστόσο, διαθέτουν ένα κοινό χαρακτηριστικό, δεδομένου ότι, στην υπόθεση Φίλης, καθώς και στις παρούσες περιπτώσεις, οι δικαιούχοι στερούνταν άμεσου locus standi για να διεκδικήσουν τις αξιώσεις τους, πέρα από τη δυνατότητα που προσφέρει το εθνικό δίκαιο στους αρμόδιους επαγγελματικούς φορείς να υποβάλλουν σχετικό αίτημα.

Το Δικαστήριο αναφέρεται στο επιχείρημα της Κυβέρνησης ότι οι δικηγορικές αμοιβές αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος των ποσών που καθορίστηκαν ως δικαστική δαπάνη και είχαν επιδικασθεί στα πρόσωπα των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία είχαν απαλλοτριωθεί, ήτοι στους πελάτες των προσφευγόντων. Ωστόσο παρατήρησε, ότι το επιχείρημα αυτό έρχεται σε αντίθεση με τη διατύπωση των άρθρων 8 και 18 του νόμου αριθ. 2882/2001, στην οποία η δικαστική δαπάνη αναφέρεται ξεχωριστά από τις αμοιβές των δικηγόρων, καθώς και με τις εγχώριες αποφάσεις που ανέφεραν τα δύο ποσά ξεχωριστά. Επιπλέον, ενώ τα εγχώρια δικαστήρια έχουν αποφανθεί ότι ένα ποσό που καταλογίζεται ως αμοιβή δικηγόρου ανήκει στον διάδικο που κερδίζει την εν λόγω διαδικασία, το Δικαστήριο σημείωσε ότι, σύμφωνα με τη σχετική εθνική νομοθεσία, ο δικαιούχος θεωρείται ο αντίστοιχος Δικηγορικός Σύλλογος.

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο και ο τρόπος εφαρμογής του από τα εγχώρια δικαστήρια δεν προσέφερε στους προσφεύγοντες σαφή, πρακτική και αποτελεσματική ευκαιρία να διεκδικήσουν τις απαιτήσεις του, καθώς δεν προέκυπτε με σαφήνεια ποιος θα μπορούσε να ασκήσει αγωγή αιτούμενος το ποσό που επιδικάσθηκε ως αμοιβή δικηγόρου από τα δικαστήρια που αποφάσισαν για τις απαλλοτριώσεις. Ωστόσο, για να συμπεράνει ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης των προσφευγόντων σε δικαστήριο, το ΕΔΔΑ όφειλε να ελέγξει εάν υπήρχαν άλλα εσωτερικά ένδικα βοηθήματα  για τους προσφεύγοντες προκειμένου να είναι σε θέση να διεκδικήσουν τις απαιτήσεις τους.

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο εξέτασε τις άλλες δυνατότητες που η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι προσέφερε το εθνικό δίκαιο – δηλαδή τη δυνατότητα άσκησης πλαγιαστικής αγωγής και της δυνατότητα άσκησης ευθείας αγωγής. Όσον αφορά την πλαγιαστική αγωγή το Δικαστήριο σημείωσε ότι είναι γενικά αποδεκτό ότι αποτελεί ειδική ενέργεια που αποσκοπεί στη διαφύλαξη της περιουσίας ενός οφειλέτη προς όφελος ενός πιστωτή. Ένα άτομο που καταθέτει το εν λόγω αίτημα πρέπει να αποδείξει ότι είναι ο πιστωτής ενός οφειλέτη που έχει αμελήσει να ασκήσει τα δικαιώματά του. Ωστόσο, η κυβέρνηση δεν είχε προβεί σε επίκληση  εθνικών αποφάσεων με τις οποίες τα εθνικά δικαστήρια έχουν κάνει δεκτή αγωγή αποζημίωσης από δικηγόρο που επιδιώκει να καθορίσει αμοιβές από εθνικά  δικαστήρια σε διαδικασίες απαλλοτρίωσης που κατατέθηκαν σε Δικηγορικό Σύλλογο. Επιπλέον, οι διατάξεις σχετικά με τη δυνατότητα άσκησης  πλαγιαστικής αγωγής αποζημίωσης αφορούν τη σχέση μεταξύ πιστωτή και οφειλέτη, επομένως, δεν συνάγεται η ως άνω ερμηνεία στην οποία προέβησαν τα ελληνικά δικαστήρια.

Οι ίδιες εκτιμήσεις ισχύουν για την ευθεία αγωγή που ασκείται από Δικηγόρο εναντίον του πελάτη του. Σύμφωνα με τη σχετική εθνική νομοθεσία, αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει αποτελεσματικό ένδικο μέσο σε διαδικασίες κατά τις οποίες έχει συμφωνηθεί αμοιβή μεταξύ του δικηγόρου και τον πελάτη του. Ωστόσο, κατά τη διαδικασία απαλλοτρίωσης, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται από το δικαστήριο και φαίνεται ότι το σύστημα που διέπει τις αμοιβές των δικηγόρων σε διαδικασίες απαλλοτρίωσης διαφέρει από το συνηθισμένο σύστημα. Το Δικαστήριο αναφέρεται στις εγχώριες αποφάσεις που υποστηρίζουν ότι το ποσό αυτό είναι ξεχωριστό από τη πραγματική αμοιβή  που συμφωνήθηκε από δικηγόρο και τον πελάτη του. Ωστόσο, ενώ οι αποφάσεις αυτές επιβεβαίωσαν το δικαίωμα ενός δικηγόρου να ζητήσει ανεξάρτητα και απευθείας την αμοιβή του από τον πελάτη του (ανεξάρτητα από το τι είχε εκδώσει το δικαστήριο απαλλοτρίωσης), το Δικαστήριο δεν έχει ενημερωθεί για οποιαδήποτε πραγματική υπόθεση δικηγόρου που άσκησε επιτυχώς μια τέτοια αγωγή μετά την διαδικασία απαλλοτρίωσης. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι η Σύμβαση αποσκοπεί στη διασφάλιση πρακτικών και αποτελεσματικών δικαιωμάτων και όχι θεωρητικών και απατηλών. Το γεγονός ότι υπάρχουν ορισμένα ένδικα βοηθήματα θεωρητικά δεν πρέπει να οδηγήσει το Δικαστήριο να καταλήξει ότι είναι διαθέσιμα στην πράξη, ειδικά όταν η κυβέρνηση δεν έχει επικαλεστεί σχετική εγχώρια νομολογία που να αποδεικνύει την αποτελεσματικότητα ενός τέτοιου ένδικου μέσου. Στην παρούσα υπόθεση, η εθνική νομολογία που επικαλείται η ελληνική κυβέρνηση αναφέρονται σε διαδικασίες διαφορετικές από την απαλλοτρίωση, οι οποίες, ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, διέπονται από ένα διαφορετικό σύστημα ως προς τις αμοιβές των δικηγόρων.

Συναφώς, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι οι αρχές πρέπει να σέβονται και να εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία με προβλέψιμο και συνεπή τρόπο και ότι τα προβλεπόμενα στοιχεία πρέπει να αναπτυχθούν επαρκώς και να είναι διαφανή στην πράξη προκειμένου να εξασφαλίζεται νομική και διαδικαστική ασφάλεια (βλ. Jovanović κατά Σερβίας, αριθ. 32299/08, § 50, 2 Οκτωβρίου 2012).

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο περιορισμός που επιβλήθηκε στο δικαίωμα πρόσβασης των προσφευγόντων σε δικαστήριο δεν ήταν ανάλογος. Ειδικότερα, το Δικαστήριο δεν καλύφθηκε ως προς το ότι οι σχετικοί κανόνες που ίσχυαν εν προκειμένω πληρούσαν την απαίτηση ποιότητας δικαίου βάσει της Σύμβασης και ήταν επαρκώς προβλέψιμοι. Οι προσφεύγοντες είχαν το δικαίωμα να αναμένουν την ύπαρξη ενός συνεκτικού συστήματος βασισμένο σε μια σαφή, πρακτική και αποτελεσματική ευκαιρία να διεκδικήσουν τις αξιώσεις τους (βλ. De Geouffre de la Pradelle, προπαρατεθείσα, § 34), κάτι που δεν συνέβη εδώ. Τα προαναφερθέντα συμπεράσματα δεν έρχονται σε αντίθεση με το γεγονός ότι στο τέλος οι προσφεύγοντες έλαβαν μέρος ή το σύνολο των αμοιβών τους  που επιδικάσθηκαν στις αντίστοιχες περιπτώσεις, μετά από τις ενέργειες του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Οι προσφεύγοντες εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζουν την έλλειψη ενός συνεκτικού συστήματος για τη διεκδίκηση των αξιώσεών τους, δηλαδή δεν είχαν την δυνατότητα να αξιώσουν την καταβολή των δικηγορικών αμοιβών που επιδικάσθηκαν από το δικαστήριο που καθόρισε την αποζημίωση της απαλλοτρίωσης υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου του οποίου ήταν μέλη, αλλά και, την  έλλειψη ενός εναλλακτικού εσωτερικού ενδίκου βοηθήματος με το οποίο, θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι είναι θύματα παραβίασης του δικαιώματός τους πρόσβασης σε δικαστήριο.

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, το Δικαστήριο  απορρίπτει τις ενστάσεις της Κυβέρνησης σχετικά με την έλλειψη της ιδιότητας των θυμάτων και την εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων. Συνεπώς, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης των προσφευγόντων σε δικαστήριο.

Κατά συνέπεια, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη υπό την ειδικότερη έκφανσή του της πρόσβασης σε δικαστήριο (άρθρου 6 της Σύμβασης).

ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1 ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ

Το Δικαστήριο επιςήμανε ότι η Κυβέρνηση υπέβαλε διάφορες ενστάσεις σχετικά με το παραδεκτό των παρόντων καταγγελιών. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο εδώ να διαχωρίσει τις προσφυγές.

Προσφυγή αρ. 67463/12

Όσον αφορά την προσφυγή αρ. 67463/12, το Δικαστήριο εκτίμησε ότι, για τους λόγους που αναφέρονται παρακάτω, δεν υπάρχει αντικειμενικός λόγος για τη συνέχιση εξέτασης αυτής της καταγγελίας και ότι, ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να εφαρμοστεί το άρθρο 37 παρ. 1 της Σύμβασης, και αποφάσισε  να διαγράψει την προσφυγή από τον κατάλογο των υποθέσεων.

Προκειμένου να εξακριβωθεί εάν το άρθρο 37 § 1β) εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο όφειλε να απαντήσει σε δύο ερωτήματα: πρώτον, αν εξακολουθούν να υφίστανται οι περιστάσεις που καταγγέλλει ο προσφεύγων και, δεύτερον, αν έχουν επίσης αντιμετωπιστεί τα αποτελέσματα πιθανής παραβίασης της Σύμβασης λόγω αυτών των περιστάσεων.

Όσον αφορά το πρώτο κριτήριο, δεν υπήρξε αμφιβολία ότι δεν υφίστανται πλέον οι καταγγελίες του προσφεύγοντος. Συγκεκριμένα, ύστερα από αγωγή που ασκήθηκε από το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, ο προσφεύγων ειςέπραξε το ποσό που καταβλήθηκε ως δικηγορική αμοιβή στη διαδικασία απαλλοτρίωσης στην οποία εκπροσώπησε τον πελάτη του. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της φερόμενης παραβίασης, το Δικαστήριο θεώρησε ότι τα αποτελέσματα της πιθανής παραβίασης είχαν επίσης αντιμετωπιστεί από τον προσφεύγοντα που έλαβε το σχετικό ποσό. Το Δικαστήριο έκρινε συνεπώς ότι πληρούνται και οι δύο προϋποθέσεις για την εφαρμογή του Άρθρου 37 § 1 (β) της Σύμβασης. Κατά συνέπεια, η υπόθεση όφειλε να διαγραφεί από τον κατάλογο όσον αφορά την καταγγελία βάσει του άρθρου 1 του Πρώτου πρωτοκόλλου της σύμβασης.

Προσφυγές αρ. 48345/12 και 48348/12

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι μέρος των προκαταρκτικών ενστάσεων της Κυβέρνησης αφορούσε τη μη συμμόρφωση των προσφευγόντων με τον κανόνα εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων.

Όσον αφορά τις περιστάσεις των υπό κρίση υποθέσεων, το Δικαστήριο επισήμανε ότι οι προσφεύγοντες προσέφυγαν στα εγχώρια δικαστήρια ζητώντας να κατατεθούν οι σχετικές αμοιβές που είχαν επιδικασθεί ως δικηγορικές αμοιβές στις οποίες είχαν εκπροσωπήσει ορισμένους πελάτες, υπέρ των Δικηγορικών Συλλόγων. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι σε καμία από τις ενέργειές τους οι προσφεύγοντες δεν επικαλέστηκαν ρητά ή έθεσαν ένα ζήτημα σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης. Επιπλέον, οι προσφεύγοντες δεν προέβαλαν συγκεκριμένα επιχειρήματα σχετικά με φερόμενη παραβίαση του δικαιώματός τους για ειρηνική απόλαυση της περιουσίας τους (ακόμη και επί της ουσίας) ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.

Συναφώς, το Δικαστήριο επισήμανε ότι από τη νομολογία του προκύπτει ότι το απλό γεγονός ότι ο προσφεύγων υπέβαλε την υπόθεσή του στο αρμόδιο δικαστήριο δεν συνιστά από μόνο του συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του άρθρου 35 § 1 της Σύμβασης, καθώς και σε εκείνες τις δικαιοδοσίες όπου τα εθνικά δικαστήρια είναι σε θέση, ή ακόμη και υποχρεωμένα, να εξετάσουν την υπόθεση αυτεπαγγέλτως, οι προσφεύγοντες δεν απαλλάσσονται από την υποχρέωση να προβάλουν ενώπιον τους καταγγελία την οποία θα υποβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Επομένως, για να εξαντληθούν τα εσωτερικά ένδικα μέσα, δεν αρκεί η παραβίαση της Σύμβασης να είναι «εμφανής» από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης ή από τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος. Αντίθετα, ο προσφεύγων πρέπει όντως να έχει διαμαρτυρηθεί (ρητά ή κατ ‘ουσία) γι’ αυτό με τρόπο που δεν αφήνει αναμφίβολα ότι η ίδια καταγγελία που υποβλήθηκε στη συνέχεια στο Δικαστήριο είχε πράγματι προβληθεί σε εθνικό επίπεδο.

Στην επίδικη υπόθεση, για τους προαναφερθέντες λόγους, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι προσφεύγοντες υπέβαλαν τις καταγγελίες τους σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου  Πρωτοκόλλου ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων πριν από την υποβολή της καταγγελίας ενώπιον του Δικαστηρίου.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο εκτίμησε ότι οι προσφεύγοντες δεν εξάντλησαν αποτελεσματικά τα εσωτερικά ένδικα μέσα και, επομένως, δεν παρείχαν στις εθνικές αρχές τη δυνατότητα – κάτι που καταρχήν προορίζεται να παρασχεθεί στα συμβαλλόμενα κράτη δυνάμει του άρθρου 35 § 1 του Σύμβαση – για την αντιμετώπιση (και με αυτόν τον τρόπο την αποτροπή ή τη διόρθωση) της συγκεκριμένης παραβίασης της Σύμβασης που φέρεται εναντίον τους.

Επομένως, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι προσφεύγοντες στις προσφυγές αριθ. 48345/12 και 48348/12 δεν έχουν εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα αναφορικά με τις επικαλούμενες καταγγελίες τους σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της σύμβασης και επομένως οι καταγγελίες αυτές πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες σύμφωνα με το άρθρο 35 §§ 1 και 4 της Σύμβασης.

Δίκαιη ικανοποίηση

Το ΕΔΔΑ επιδίκασε σε καθένα των προσφευγόντων ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική τους βλάβη το ποσό των 10.000 ευρώ  και για έξοδα και δαπάνες ποσό 1500 ευρώ από κοινού.


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες