Μη νόμιμη λειτουργία Εφετείου επειδή o διορισμός εφέτη δεν ήταν νόμιμος. Παράβαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ

Guðmundur Andri Ástráðsson κατά Ισλανδίας της 12.03.2019 (αριθμ. προσφ.  26374/18),

 βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Διορισμός εφέτη κατά παραβίαση της εθνικής νομοθεσίας. Ο διορισμός που έγινε κατόπιν επιλογής από την Υπουργό Δικαιοσύνης εκτός της επιλεχθείσας λίστας των υποψηφίων δικαστών από ειδική Επιτροπή εμπειρογνωμόνων κατέστησε το Εφετείο στο οποίο συμμετείχε η επιλεχθείσα εφέτης ως μη νομίμως λειτουργόν δικαστήριο. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε κατά πλειοψηφία παραβίαση του άρθρου 6  παρ. 1 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που έχει συσταθεί με νόμο).

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 6 § 1

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα Guðmundur Andri Ástráðsson είναι Ισλανδή υπήκοος που γεννήθηκε το 1985 και ζει στο Kópavogur (Ισλανδία).

Το Εφετείο (Landsréttur) ιδρύθηκε ως νέο δικαστήριο την 1η Ιανουαρίου 2018.

Σύμφωνα με τον νέο νόμο περί των δικαστηρίων, η Επιτροπή αξιολόγησης εμπειρογνωμόνων είχε εντολή να αξιολογήσει τους υποψήφιους για τις θέσεις των αρχικών 15 δικαστών στο δικαστήριο. Συνολικά, 37 άτομα υπέβαλαν αίτηση συμπεριλαμβανομένων της Α.Ε. Τον Μάιο του 2017, ο Πρόεδρος της Επιτροπής παρέδωσε στην Υπουργό Δικαιοσύνης  την έκθεση αξιολόγησής του με έναν κατάλογο 15 υποψηφίων που θεωρούνταν οι πλέον κατάλληλοι. Η Α.Ε. είχε σειρά κατάταξης 18 και συνεπώς δεν συμπεριλήφθηκε από την  Επιτροπή στους πρώτους 15. Με επιστολή της 29.05.2017, η παραπάνω Υπουργός παρουσίασε την πρότασή της σχετικά με τους  15 υποψήφιους δικαστές του Εφετείου ενώπιον του Προέδρου του Κοινοβουλίου. Η πρόταση περιλάμβανε μόνο 11 από τους 15 υποψηφίους τους οποίους είχε επιλέξει η Επιτροπή. Η Υπουργός πρότεινε 4 άλλους υποψήφιους, με σειρά κατάταξης  17, 18, 23 και 30 για να διοριστούν, συμπεριλαμβανομένου της Α.Ε. Η Υπουργός παρουσίασε επιχειρήματα σχετικά με τις αλλαγές που είχε αποφασίσει να κάνει ως προς τα πορίσματα της Επιτροπής.

Την 01.06.2017, το Κοινοβούλιο ενέκρινε με πλειοψηφία την πρόταση της Υπουργού να ορίσει τα 15 άτομα ως δικαστές του Εφετείου. Στις 08.06.2017 ο Πρόεδρος της Ισλανδίας υπέγραψε τις αποφάσεις διορισμού για αυτούς τους υποψηφίους, συμπεριλαμβανομένου της A.E.

Τον Ιούνιο του 2017 δύο υποψήφιοι, οι οποίοι ήταν μεταξύ των 15 υποψηφίων που η Eπιτροπή θεώρησε πιο κατάλληλους, αλλά είχαν διαγραφεί από τον τελικό κατάλογο των υποψηφίων, προσέφυγαν ενώπιον ενός περιφερειακού δικαστηρίου κατά του Ισλανδικού κράτους αμφισβητώντας τη νομιμότητα του διορισμού. Με αμετάκλητες αποφάσεις της 19.12.2017, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε και τις δύο αιτήσεις αποζημίωσης για χρηματική ζημία. Ωστόσο, χορηγήθηκαν στον κάθε ένα  ποσό 700.000 ISK (περίπου 5.700 ευρώ) ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Το Ανώτατο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Υπουργός είχε παραβιάσει το διοικητικό δίκαιο, επειδή δεν υπέβαλε τεκμηριωμένη πρόταση στο Κοινοβούλιο μέσω ανεξάρτητης έρευνας, η οποία θα έριχνε φως στα στοιχεία που είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση των νέων προτεινόμενων υποψηφίων. Η διαδικασία στο Κοινοβούλιο ήταν επίσης εσφαλμένη, καθώς το Κοινοβούλιο ενέκρινε τον τροποποιημένο κατάλογο, χωρίς να ψηφίσει για κάθε υποψήφιο χωριστά, όπως απαιτείται από το νόμο.

Ο κ. Ástráðsson καταδικάστηκε το Μάρτιο του 2017 για οδήγηση χωρίς νόμιμη άδεια και βρισκόμενος υπό την επήρεια ναρκωτικών. Απέστειλε την απόφαση στο Ανώτατο Δικαστήριο. Καθώς η υπόθεση δεν είχε εξεταστεί πριν από το τέλος του 2017, η υπόθεση παραπέμφθηκε σύμφωνα με τον ισλανδικό νόμο στο Εφετείο. Τον Ιανουάριο του 2018, το Εφετείο ενημέρωσε τον κ. Ástráðsson και την εισαγγελική αρχή των ονομάτων των τριών δικαστών που θα προέδρευαν στην Επιτροπή για την υπόθεση, συμπεριλαμβανομένου της Α. Ε., ο οποίος δεν ήταν ένας από τους 15 δικαστές που θεωρούνταν οι πλέον κατάλληλοι από την επιτροπή αξιολόγησης.

Ο προσφεύγων ζήτησε από την ΑΕ να αποσυρθεί από την υπόθεση λόγω παρατυπιών στη διαδικασία όταν είχε διοριστεί ως δικαστής στο Εφετείο, αλλά η Αίτησή του απορρίφθηκε. Με απόφαση της 23.03.2018, το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου επί της ουσίας. Τον Απρίλιο του 2018, ο προσφεύγων άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης στο Ανώτατο Δικαστήριο. Κυρίως υποστήριξε ότι ο διορισμός της Α. Ε. δεν ήταν σύμφωνος με το νόμο και ότι δεν είχε δίκαιη δίκη ενώπιον ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου. Με απόφαση της 24.05.2018 το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αναίρεσή του. Διαπίστωσε ότι ο διορισμός της Α. Ε. στο Εφετείο ήταν έγκυρος και ότι δεν υπήρχαν επαρκείς λόγοι για να αποδειχθεί ότι ο προσφεύγων δεν είχε δίκαιη δίκη ενώπιον ανεξάρτητων και αμερόληπτων δικαστών, παρά τα ελαττώματα της διαδικασίας.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 6 § 1 (δικαίωμα σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που έχει συσταθεί με νόμο)

Πρώτον, το Δικαστήριο επισήμανε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο της Ισλανδίας διαπίστωσε, με την απόφασή του της 19.12.2017, ότι τόσο η Υπουργός Δικαιοσύνης όσο και το Κοινοβούλιο είχαν παραβιάσει τους ισχύοντες κανόνες σχετικά με τον διορισμό δικαστών στο Εφετείο. Δεύτερον, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι το γεγονός και μόνο ότι ένας δικαστής, δεν είχε διοριστεί νόμιμα κατά την έννοια του άρθρου 6 § 1, θα αρκούσε για τη διαπίστωση παραβίασης αυτής της διάταξης.

Τρίτον, και κρίσιμο, το Δικαστήριο επισήμανε τα πορίσματα του Ανώτατου Δικαστηρίου χωρίς την ανεξάρτητη επί της ουσίας εξέταση των 4  υποψήφιων και χωρίς περαιτέρω συλλογή αποδεικτικών στοιχείων ή άλλου υλικού που να τεκμηριώνει τα συμπεράσματά του.

Συνεπώς, υπήρξαν θεμελιώδεις διαδικαστικές παραβιάσεις του εθνικού δικαίου. Επιπλέον, δεν προέβη σε λεπτομερή σύγκριση των ικανοτήτων των 4 υποψηφίων με τους 15 υποψήφιους που θεωρούνταν οι πλέον κατάλληλοι, όπως απαιτούν οι γενικές διοικητικές αρχές. Τέτοιες παραβιάσεις αποτελούσαν πλημμέλειες θεμελιώδους χαρακτήρα στη συνολική διαδικασία διορισμού των δικαστών.

Τέταρτον, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η Υπουργός θεωρήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ενήργησε σε πλήρη παραβίαση της εθνικής νομοθεσίας θέτοντας σε προφανή κίνδυνο τα συμφέροντα δύο από των τεσσάρων υποψηφίων, οι οποίοι είχαν κινήσει διαδικασίες ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων. Δεν είχε δώσει επαρκή αιτιολόγηση για την απόφασή της, αν και είχε συμβουλευθεί πραγματογνώμονες και δικηγόρους. Η εμπιστοσύνη της στην προηγούμενη δικαστική εμπειρία δεν βασιζόταν σε ανεξάρτητη αξιολόγηση ή πρόσφατα ληφθείσες πληροφορίες ή άλλη τεκμηρίωση. Έτσι, αυτές οι παραβιάσεις της εθνικής νομοθεσίας απέδειξαν επίσης την πρόδηλη παραβίαση της ισχύουσας νομοθεσίας.

Πέμπτον, το εσωτερικό νομικό πλαίσιο είχε θεσπιστεί ρητώς για να περιορίσει τη διακριτική ευχέρεια της εκτελεστικής εξουσίας στη διαδικασία διορισμού, απαιτώντας να αξιολογούνται οι υποψήφιοι από την Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε ερμηνεύσει τις σχετικές διατάξεις με την υπόθεση της προσφεύγουσας απαιτώντας από το ίδιο το Κοινοβούλιο να ψηφίσει τον κάθε υποψήφιο σε ξεχωριστή ψηφοφορία. Με το να μην το πράξει, το Κοινοβούλιο δεν είχε εφαρμόσει τον ισχύοντα νόμο κατά τη διαδικασία διορισμού που καθορίζει το ίδιο στην πρωτογενή νομοθεσία.

Δεν είχε διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην εκτίμηση του Δικαστηρίου σχετικά με τη σοβαρότητα αυτής της διαδικαστικής παραβίασης ότι το Ανώτατο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν ήταν «σημαντική». Η συλλογιστική του είχε αποδείξει ότι η αξιολόγηση  πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του καθορισμού του κατά πόσον η παράβαση οδήγησε να θεωρείται ο διορισμός της ΑΕ ως «άκυρος», αποτελώντας έτσι οι αποφάσεις της ένα «νεκρό γράμμα» και επίσης κατά πόσον αυτή η παραβίαση καθιστούσε την δίκη του προσφεύγοντος άδικη. Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν είχε έτσι αξιολογήσει την υπόθεση ως προς το κατά πόσο η συνολική διαδικασία του διορισμού της Α.Ε. ως  δικαστή συνιστούσε κατάφωρη παραβίαση εκ μέρους της Υπουργού και του Κοινοβουλίου, των εφαρμοστέων κανόνων υπό το φως του άρθρου 6 § 1.

Ωστόσο, με βάση το άρθρο 6 § 1, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι το θεσμοθετημένο σύστημα, απαιτώντας την ενεργό συμμετοχή του Κοινοβουλίου, είχε ως στόχο να εξυπηρετήσει το δημόσιο συμφέρον της διασφάλισης της δικαστικής ανεξαρτησίας έναντι της εκτελεστικής. Αυτό το νομοθετικό πλαίσιο είχε ως στόχο να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο επηρεασμού των πολιτικών συμφερόντων του κόμματος στην διαδικασία, κατά την οποία τα προσόντα κάθε υποψήφιου πρέπει να αξιολογούνται και να επιβεβαιώνονται από το νομοθετικό σώμα. Το Δικαστήριο υπογράμμισε τη σημασία μιας δημοκρατικής κοινωνίας που διέπεται από το κράτος δικαίου, εξασφαλίζοντας τη συμμόρφωση με το εθνικό δίκαιο υπό το πρίσμα της αρχής του διαχωρισμού των εξουσιών.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η αποτυχία του Κοινοβουλίου να τηρήσει τον εθνικό κανόνα της ξεχωριστής ψηφοφορίας για κάθε υποψήφιο είχε επίσης ως αποτέλεσμα να επιφέρει σοβαρή πλημμέλεια στη διαδικασία διορισμού.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία με την οποία η Α.Ε. διορίστηκε δικαστής του Εφετείου, λαμβάνοντας υπόψη τις διαδικαστικές παραβιάσεις του εσωτερικού δικαίου, όπως επιβεβαιώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ισλανδίας, είχε καταλήξει σε κατάφωρη παραβίαση των ισχυόντων κανόνων κατά τον εν λόγω χρόνο.

Το εκτελεστικό όργανο είχε ασκήσει αδικαιολόγητη διακριτική ευχέρεια στην επιλογή των 4 δικαστών, συμπεριλαμβανομένου της Α.Ε., η οποία είχε συσχετιστεί με το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο δεν τήρησε το νομοθετικό σχέδιο που θεσπίστηκε για την εξασφάλιση επαρκούς ισορροπίας μεταξύ του εκτελεστικού και του νομοθετικού κλάδου στη διαδικασία διορισμού.

Εξάλλου, η Υπουργός Δικαιοσύνης δεν τήρησε κατά πρόδηλο τρόπο τους εφαρμοστέους κανόνες  όταν αποφάσισε να αντικαταστήσει 4 από τους 15 υποψηφίους με άλλους 4 υποψηφίους, οι οποίοι αξιολογήθηκαν ως λιγότερο ικανοί από την Επιτροπή. Επομένως, η διαδικασία είχε παραβιάσει την ίδια την ουσία της αρχής ότι ένα δικαστήριο πρέπει να συσταθεί με νόμο, μια από τις θεμελιώδεις αρχές του κανόνα δικαίου. Το Δικαστήριο τόνισε ότι μια διαφορετική διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης ισοδυναμεί με την άποψη ότι αυτή η θεμελιώδης εγγύηση που προβλέπεται στο άρθρο 6 § 1 θα στερούνταν σημαντικής προάσπισης. Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1.

Άρθρο 6 § 1 (δικαίωμα σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο)

Λαμβάνοντας υπόψη τα συμπεράσματα που συνήχθησαν στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους της καταγγελίας της προσφεύγουσας με βάση την ίδια διάταξη, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να εξεταστεί η καταγγελία αυτή χωριστά.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαπίστωση παραβίασης του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης αποτελεί από μόνη της επαρκή δίκαιη ικανοποίηση και επιδίκασε στον προσφεύγοντα 15.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα και δαπάνες.

Ξεχωριστές απόψεις

Οι δικαστές Lemmens και Griţco εξέφρασαν κοινή αντίθετη γνώμη(επιμέλεια echrcaselaw.com). 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες