Μαζικές υποκλοπές και παρακολουθήσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο υπό το πρίσμα της ΕΣΔΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ

Big Brother Watch κ. α. κατά του Ηνωμένου Βασιλείου 13.09.2018 (αριθ. προσφ. 58170/13, 62322/14 και 24960/15)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Καταγγελίες δημοσιογράφων και οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων για μαζική παρακολούθηση των επικοινωνιών τους, ανταλλαγή πληροφοριών με ξένες κυβερνήσεις και απόκτηση δεδομένων επικοινωνιών από πάροχους υπηρεσιών επικοινωνιών. Ανεπαρκής επίβλεψη της επιλογής των φορέων διαδικτύου για την παρακολούθηση, το φιλτράρισμα, την αναζήτηση και την επιλογή των παρακολουθούμενων επικοινωνιών και έλλειψη εγγυήσεων που να διέπουν την επιλογή των «σχετικών δεδομένων» επικοινωνίας προς εξέταση. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η λειτουργία ενός καθεστώτος μαζικής παρακολούθησης δεν παραβίαζε κατ’ αρχήν τη Σύμβαση, αλλά πρέπει να τηρεί τα κριτήρια που έχουν τεθεί σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου. Παραβίαση δικαιώματος ιδιωτικής ζωής. Τόσο το καθεστώς παρακολούθησης, όσο και το καθεστώς απόκτησης δεδομένων επικοινωνίας από τους παρόχους πρόσβασης στο διαδίκτυο, παραβίασαν το άρθρο 10 της Σύμβασης, καθώς δεν παρείχαν επαρκείς εγγυήσεις όσον αφορά τις εμπιστευτικές δημοσιογραφικές πηγές.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 8

Άρθρο 10

Άρθρο 6

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι τρεις κοινές προσφυγές είναι η Big Brother Watch κ.α.κατά Ηνωμένου Βασιλείου (αριθ. 58170/13), το Γραφείο Διερευνητικής Δημοσιογραφίας και Alice Ross κατά Ηνωμένου Βασιλείου (αριθ. 62322/14) και 10 Οργανισμοί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κ.α. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (αριθ. 24960/15). Οι 16 προσφεύγοντες είναι οργανώσεις και άτομα που είτε είναι δημοσιογράφοι, είτε δραστηριοποιούνται σε εκστρατείες σε θέματα πολιτικών ελευθεριών.

Οι προσφυγές υποβλήθηκαν, αφότου ο Edward Snowden, πρώην ανάδοχος της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ (NSA), αποκάλυψε την ύπαρξη προγραμμάτων παρακολούθησης και ανταλλαγής πληροφοριών που χρησιμοποιούν οι υπηρεσίες πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ηνωμένου Βασιλείου.

Οι προσφεύγοντες πίστευαν ότι λόγω της φύσης των δραστηριοτήτων τους τα ηλεκτρονικά στοιχεία επικοινωνίας τους ήταν πιθανό να έχουν υποκλαπεί ή αποκτηθεί από τις μυστικές υπηρεσίες του Ηνωμένου Βασιλείου.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το παραδεκτό

Το Δικαστήριο εξέτασε αρχικά κατά πόσον η πρώτη και δεύτερη ομάδα προσφευγόντων είχαν εξαντλήσει τα ένδικα μέσα, ως μέρος της διαδικασίας του παραδεκτού, επειδή δεν είχαν υποβάλει τις καταγγελίες τους ενώπιον του Tribunal Powers Investigation (IPT), ένα ειδικό όργανο επιφορτισμένο με την εξέταση των ισχυρισμών περί παράνομης επέμβασης στις επικοινωνίες από τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Διαπίστωσε ότι, ενώ το IPT έχει αποδειχθεί ότι αποτελεί αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα, το οποίο οι προσφεύγοντες έπρεπε να χρησιμοποιήσουν, κατά τον χρόνο που οι δύο αυτές ομάδες προσφευγόντων υπέβαλαν τις προσφυγές τους στο Δικαστήριο, υπήρχαν ειδικές περιστάσεις που τους απάλλασσαν από την απαίτηση αυτή και δεν μπορούσε να τους καταλογιστεί ότι επικαλέστηκαν την απόφαση του Δικαστηρίου του 2010 στην απόφαση Kennedy κατά Ηνωμένου Βασιλείου ως αρχή για το επιχείρημα ότι το IPT δεν αποτελούσε αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα για καταγγελία σχετικά με τη γενική συμμόρφωση της Σύμβασης του καθεστώτος επιτήρησης.

Άρθρο 8

Διαδικασία παρακολούθησης 

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η μαζική παρακολούθηση των επικοινωνιών ρυθμίζονταν από το άρθρο 8 (4) του νόμου περί ελέγχου των εξουσιών Παρακολούθησης (RIPA) 2000.

Η εφαρμογή ενός συστήματος μαζικής παρακολούθησης δεν ήταν per se κατά παράβαση της Σύμβασης και οι κυβερνήσεις είχαν ευρεία διακριτική ευχέρεια («ευρύ περιθώριο εκτίμησης») για να αποφασίσουν ποιο είδος συστήματος επιτήρησης ήταν απαραίτητο για την προστασία της εθνικής ασφάλειας. Ωστόσο, η λειτουργία τέτοιων συστημάτων έπρεπε να ικανοποιήσει έξι βασικές απαιτήσεις, όπως αυτές εκτίθενται στην υπόθεση Weber και Saravia κατά Γερμανίας. Το Δικαστήριο απέρριψε αίτημα των προσφευγόντων να αναθεωρήσει τις απαιτήσεις Weber, ισχυριζόμενοι ότι κάτι τέτοιο ήταν αναγκαίο λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων.

Το Δικαστήριο σημείωσε, στη συνέχεια, ότι υπήρχαν τέσσερα στάδια βάσει του άρθρου 8 παράγραφος 4: η παρακολούθηση των επικοινωνιών που διαβιβάζονται σε επιλεγμένους φορείς του διαδικτύου, η χρήση επιλογών για φιλτράρισμα και απόρριψη πληροφοριών- σε σχεδόν πραγματικό χρόνο – εκείνων των παρεμπιπτόμενων επικοινωνιών που είχαν ελάχιστη ή καθόλου αξία, η εφαρμογή των αναζητήσεων στις υπόλοιπες παρακολουθούμενες επικοινωνίες, και την εξέταση κάποιου ή του συνόλου του υπολειπόμενου υλικού από έναν αναλυτή.

Ενώ το Δικαστήριο ήταν πεπεισμένο ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών του Ηνωμένου Βασιλείου λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τις υποχρεώσεις τους από τη Σύμβαση και δεν έκαναν κατάχρηση των εξουσιών τους, ωστόσο διαπίστωσε ότι υπήρξε ανεπαρκής ανεξάρτητη εποπτεία των διαδικασιών επιλογής των φορέων διαδικτύου για την παρακολούθηση, το φιλτράρισμα, την αναζήτηση και την επιλογή των παρακολουθούμενων επικοινωνιών προς εξέταση.

Επιπλέον, δεν υπήρχαν πραγματικές διασφαλίσεις για την επιλογή των σχετικών δεδομένων επικοινωνίας προς εξέταση, παρόλο που τα δεδομένα αυτά θα μπορούσαν να αποκαλύψουν πολλά για τις συνήθειες και τις επαφές ενός ατόμου.

Αυτά τα μειονεκτήματα σήμαιναν ότι το άρθρο 8 (4) δεν ανταποκρινόταν στην απαίτηση της Σύμβασης και πιο συγκεκριμένα στην “ποιότητα δικαίου” και δεν μπορούσαν να δικαιολογήσουν παρέμβαση  που «ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία». Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης.

Απόκτηση δεδομένων από παρόχους πρόσβασης στο διαδίκτυο

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η δεύτερη ομάδα προσφευγόντων είχε καταγγείλει ότι το Κεφάλαιο II της RIPA επέτρεπε σε ένα ευρύ φάσμα δημόσιων φορέων να ζητήσουν πρόσβαση σε δεδομένα επικοινωνιών από εταιρείες επικοινωνιών σε διάφορες ακατάλληλες περιστάσεις .

Αρχικά, απέρριψε το επιχείρημα της κυβέρνησης ότι η προσφυγή  των προσφευγόντων ήταν απαράδεκτη και διαπίστωσε ότι ως δημοσιογράφοι που διενεργούσαν έρευνες οι επικοινωνίες τους θα μπορούσαν να υπάγονται στις εν λόγω διαδικασίες. Στη συνέχεια, επικεντρώθηκε στην ιδέα της Σύμβασης ότι οποιαδήποτε παρέμβαση στα δικαιώματα έπρεπε να είναι “σύμφωνη με το νόμο”.

Σημείωσε ότι το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαιτεί ότι κάθε καθεστώς που επιτρέπει την πρόσβαση σε δεδομένα που κατέχουν οι πάροχοι υπηρεσιών επικοινωνιών πρέπει να περιορίζεται με το σκοπό της καταπολέμησης του “σοβαρού εγκλήματος” και ότι η πρόσβαση σε πληροφορίες υπόκειται σε προηγούμενη εξέταση από δικαστήριο ή ανεξάρτητο διοικητικό όργανο. Καθώς η έννομη τάξη της ΕΕ είναι ενσωματωμένη σε εκείνη του Ηνωμένου Βασιλείου και έχει υπεροχή όταν υπάρχει σύγκρουση με το εσωτερικό δίκαιο, η κυβέρνηση παραδέχτηκε σε πρόσφατη εγχώρια υπόθεση ότι ένα πολύ παρόμοιο σύστημα που εισήχθη από το νόμο 2016 περί εξουσιών παρακολούθησης ήταν ασυμβίβαστο με τα θεμελιώδη δικαιώματα του Ευρωπαϊκού δικαίου, διότι δεν περιλάμβανε τις εν λόγω διασφαλίσεις. Μετά την εν λόγω παρατήρηση το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε την κυβέρνηση να τροποποιήσει τις σχετικές διατάξεις του νόμου. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, δεδομένου ότι το καθεστώς του κεφαλαίου II δεν διέθετε τις διασφαλίσεις, δεν ήταν σύμφωνο με το εσωτερικό δίκαιο όπως ερμηνεύεται από τις εγχώριες αρχές υπό το πρίσμα του δικαίου της ΕΕ. Ως εκ τούτου, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8.

Διαδικασίες ανταλλαγής πληροφοριών

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η διαδικασία για την υποβολή αίτησης είτε για την παρακολούθηση, είτε για τη διαβίβαση υλικού παρακολούθησης από ξένα πρακτορεία πληροφοριών είχε καθοριστεί με επαρκή σαφήνεια στο εσωτερικό δίκαιο και στον σχετικό πρακτικό κώδικα. Συγκεκριμένα, υλικό/πληροφορίες από ξένους οργανισμούς θα μπορούσε να αναζητηθεί μόνο εάν πληρούνται όλες οι απαιτήσεις αναζήτησης υλικού που έχουν ληφθεί από τις υπηρεσίες ασφαλείας του Ηνωμένου Βασιλείου. Επιπλέον, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι δεν υπήρχαν ενδείξεις σημαντικών ελλείψεων στην εφαρμογή και λειτουργία του καθεστώτος, ούτε και κατάχρησης.

Συνεπώς, το καθεστώς ανταλλαγής πληροφοριών δεν παραβίασε το άρθρο 8.

Άρθρο 10

Το Δικαστήριο έχει κηρύξει απαράδεκτες τις καταγγελίες της τρίτης ομάδας προσφευγουσών, αλλά διαπίστωσε παραβίαση των δικαιωμάτων δεύτερης ομάδας, οι οποίοι προσφεύγοντες είχαν καταγγείλει ότι τα καθεστώτα επιτήρησης βάσει του άρθρου 8 παράγραφος 4 και του κεφαλαίου II της RIPA δεν παρέχουν επαρκή προστασία για δημοσιογραφικές πηγές ή για εμπιστευτικό δημοσιογραφικό υλικό.

Όσον αφορά το καθεστώς μαζικής παρακολούθησης, το Δικαστήριο εξέφρασε ιδιαίτερη ανησυχία για την απουσία τυχόν δημοσιευμένων διασφαλίσεων που αφορούν τόσο τις περιστάσεις υπό τις οποίες θα μπορούσε να επιλεγεί εκ προθέσεως εμπιστευτικό δημοσιογραφικό υλικό όσο και την προστασία του απορρήτου όπου είχε επιλεγεί είτε σκόπιμα ή με άλλο τρόπο, για εξέταση. Λόγω του ενδεχόμενου παρεμβολής στην εμπιστευτικότητα των δημοσιογραφικών πληροφοριών και ιδίως των πηγών τους στην ελευθερία του Τύπου, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το καθεστώς μαζικής παρακολούθησης παραβίασε επίσης το άρθρο 10.

Όσον αφορά τα αιτήματα παροχής δεδομένων από τους παρόχους πρόσβασης στο διαδίκτυο βάσει του κεφαλαίου II, το Δικαστήριο σημείωσε ότι οι σχετικές διασφαλίσεις εφαρμόζονται μόνο όταν σκοπός αυτού του αιτήματος ήταν να αποκαλυφθεί η ταυτότητα πηγής δημοσιογράφου. Δεν εφαρμόζονταν σε περιπτώσεις όπου υπήρχε αίτημα για δεδομένα επικοινωνίας δημοσιογράφου ή όπου πιθανόν να υπήρχαν εγγυήσεις. Επιπλέον, δεν υπήρχαν ειδικές διατάξεις που να περιορίζουν την πρόσβαση με σκοπό την καταπολέμηση του “σοβαρού εγκλήματος”. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διαπίστωσε επίσης παραβίαση του άρθρου 10 όσον αφορά το καθεστώς του κεφαλαίου ΙΙ.

Άρθρο 6

Η Τρίτη ομάδα προσφευγουσών διαμαρτυρήθηκε ότι το IPT στερούνταν ανεξαρτησίας και αμεροληψίας. Ωστόσο, το Δικαστήριο σημείωσε ότι το IPT είχε εκτεταμένη εξουσία να εξετάζει καταγγελίες σχετικά με την παράνομη επέμβαση στις επικοινωνίες και ότι αυτές οι εκτεταμένες εξουσίες είχαν χρησιμοποιηθεί στην υπόθεση των προσφευγόντων για να εξασφαλιστεί η δίκαιη δίκη. Πιο συγκεκριμένα, το ΙΡΤ είχε πρόσβαση σε ανοιχτό και κλειστό υλικό και είχε ορίσει δικηγόρο στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης για να υποβάλει υπομνήματα εκ μέρους των προσφευγουσών αναφορικά με τη κλειστή διαδικασία. Επιπλέον, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του καθεστώτος μυστικής παρακολούθησης, το οποίο αποτελούσε σημαντικό εργαλείο για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και των σοβαρών εγκλημάτων, οι περιορισμοί των διαδικαστικών δικαιωμάτων των προσφευγόντων ήταν τόσο αναγκαίοι και αναλογικοί, και δεν είχαν παρέμβει με την ουσία των δικαιωμάτων τους βάσει του άρθρου 6.

Συνολικά, η αιτίαση των προσφευγουσών ήταν προδήλως αβάσιμη και έπρεπε να απορριφθεί.

Λοιπά άρθρα

Το τρίτο σύνολο προσφευγόντων υπέβαλε καταγγελία σύμφωνα με το άρθρο 14, σε συνδυασμό με τα άρθρα 8 και 10, ότι άτομα εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν δυσανάλογα πιθανό να έχουν οι επικοινωνίες τους υποκλοπεί, καθώς ο νόμος παρέχει μόνο πρόσθετες διασφαλίσεις σε άτομα που είναι γνωστό ότι βρίσκονται και διαμένουν στη Βρετανία.

Το Δικαστήριο απέρριψε την καταγγελία αυτή ως προδήλως αβάσιμη. Οι προσφεύγουσες δεν είχαν τεκμηριώσει το επιχείρημά τους ότι οι άνθρωποι εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου είχαν περισσότερες πιθανότητες να υποκλέψουν τις επικοινωνίες τους. Επιπλέον, οποιαδήποτε πιθανή διαφορά στη μεταχείριση δεν οφείλεται στην εθνικότητα αλλά στη γεωγραφική θέση και ήταν δικαιολογημένη.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Οι προσφεύγοντες δεν ζήτησαν καμία αποζημίωση για χρηματική ή ηθική βλάβη και το Δικαστήριο δεν είχε κανένα λόγο να προβεί σε κάτι τέτοιο. Εντούτοις, μερικώς  απένειμε το ποσό των δικαστικών δαπανών και λοιπών εξόδων που ζήτησαν οι προσφεύγουσες στην πρώτη και τη δεύτερη από τις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις. Οι προσφεύγουσες στην τρίτη συνεκδικαζόμενη υπόθεση δεν υπέβαλαν αίτημα για τη καταβολή δικαστικών εξόδων και δαπανών.

Ξεχωριστές απόψεις

Οι δικαστές Pardalos και Eicke εξέφρασαν κοινή μερικώς αντίθετη και εν μέρει σύμφωνη γνώμη και ο δικαστής Koskelo, μαζί με τον δικαστή Turković, εξέφρασε μια εν μέρει και εν μέρει αποκλίνουσα γνώμη.

Οι γνώμες αυτές επισυνάπτονται στο κύριο σώμα της απόφασης (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες