Η άρνηση των εθνικών Δικαστηρίων να υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ, ούτε αυθαίρετη ήταν, ούτε παράλογη, αφού η προσφεύγουσα εταιρεία στην πρώτη και κύρια φάση των διαδικασιών είχε επικαλεστεί μόνο παραβίαση της εθνικής νομοθεσίας και όχι του δικαίου της ΕΕ. Μη παραβίαση της δίκαιης δίκης

ΑΠΟΦΑΣΗ

Repcevirag Szövetkezet  κατά  Ουγγαρίας της 30.04.2019 (αριθ. προσφ. 70750/14)

 βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Άρνηση εθνικών δικαστηρίων να υποβάλουν προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ. Η προσφεύγουσα εταιρεία που δραστηριοποιείται στην Ουγγαρία, καταδικάστηκε αμετάκλητα για φορολογική παράβαση. Στην αντίκρουση των ισχυρισμών των φορολογικών αρχών επικαλέστηκε παραβίαση της εσωτερικής νομοθεσίας και όχι του ενωσιακού δικαίου. Μετά την καταδίκη της άσκησε αγωγή στο Περιφερειακό Δικαστήριο της Βουδαπέστης, ζητώντας αποζημίωση λόγω της καταδίκης της από το Ανώτατο Δικαστήριο, θέτοντας και αίτημα υποβολής από το Δικαστήριο προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ επί της υπόθεσης της λόγω παραβίασης του δικαίου της Ε.Ε.. Η αγωγή απορρίφθηκε αμετάκλητα και τα εθνικά δικαστήρια αρνήθηκαν να υποβάλλουν προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ  με την αιτιολογία ότι στη πρώτη φάση της διαδικασίας με τις φορολογικές αρχές η προσφεύγουσα εταιρεία δεν επικαλέστηκε παραβίαση του δικαίου της Ε.Ε. αλλά μόνον του εθνικού δικαίου. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν υπήρχε παραβίαση της δίκαιης δίκης (άρθρου 6&1), γιατί οι αρνήσεις των εθνικών δικαστηρίων για την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος δεν ήταν ούτε αυθαίρετες ούτε παράλογες αφού η ίδια η προσφεύγουσα στις κύριες διαδικασίες της υπόθεσης που αφορούσαν την ουσία δεν επικαλέστηκε παραβίαση του κοινοτικού δικαίου.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 6  

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ  ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα εταιρία Repcevirág Szövetkezet είναι εγγεγραμμένη στο ουγγρικό δίκαιο ως συνεταιρισμός με έδρα το Aranyosgadány.

Το 2008, η εφορία επέβαλε πρόστιμο στην εταιρεία για αδικαιολόγητη αφαίρεση του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας που είχε καταβάλει για γεωργικά μηχανήματα τα οποία δάνεισε σε συνεταιριστικά μέλη.

Η προσφεύγουσα εταιρεία αμφισβήτησε ανεπιτυχώς την απόφαση ενώπιον του δικαστηρίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο τον Νοέμβριο του 2009 επιβεβαίωσε την πρωτοβάθμια δικαστική απόφαση, παραπέμποντας στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) σχετικά με την εξέταση των υπηρεσιών στην Aardappelenbewaarplats.

Το 2010, η προσφεύγουσα εταιρία κίνησε τη διαδικασία ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου της Βουδαπέστης για αποζημίωση από το Ανώτατο Δικαστήριο, επικαλούμενη την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Gerhard Köbler κατά της Δημοκρατίας της Αυστρίας.

Η εταιρεία ισχυρίστηκε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο είχε παραβιάσει το κοινοτικό δίκαιο διότι δεν εφάρμοσε τις ορθές διατάξεις στο πρώτο σκέλος της διαδικασίας, οι οποίες ισχυρίζεται ότι είναι το άρθρο 17 της έκτης οδηγίας του 1978 και όχι το άρθρο 8 της δεύτερης οδηγίας του Συμβουλίου του 1967.

Ζήτησε από το περιφερειακό Δικαστήριο της Βουδαπέστης να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ σχετικά με το εάν η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου ήταν σύμφωνη με το δίκαιο της ΕΕ και υπό ποιες συνθήκες το Ανώτατο Δικαστήριο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί υπεύθυνο για μη δίκαιη απόφαση. Τον Μάιο του 2011, το περιφερειακό Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή και δεν υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε τον Αύγουστο του 2012 από το Εφετείο της Βουδαπέστης, το οποίο αρνήθηκε επίσης να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ.

Η προσφεύγουσα εταιρεία ζήτησε από το Kúria (Ανώτατο Δικαστήριο από το 2012) να εξετάσει την προσφυγή και ζήτησε επίσης να υποβάλει τέσσερα ερωτήματα στο ΔΕΕ. Το Kúria απέρριψε το αίτημα παραπομπής και επικύρωσε την τελική απόφαση.

Διαπίστωσε ειδικότερα ότι δεν ήταν δυνατό να ασκηθεί δίωξη κατά του Ανώτατου Δικαστηρίου λόγω εσφαλμένης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, επειδή τέτοιου είδους ζητήματα θα έπρεπε να είχαν τεθεί στο πλαίσιο της πρώτης διαδικασίας, αλλά η προσφεύγουσα εταιρία δεν το είχε πράξει. Δεν ήταν επομένως δυνατό να βασιστεί κανείς σε ζήτημα δικαίου της ΕΕ στην αγωγή αποζημίωσης.

Η προσφεύγουσα εταιρεία υπέβαλε συνταγματική καταγγελία μαζί με άλλη αίτηση παραπομπής στο ΔΕΕ. Το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε την καταγγελία τον Μάιο του 2014 ως απαράδεκτη, χωρίς να θέσει το ερώτημα.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι το Kuria αιτιολόγησε την άρνησή του να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ και συνεπώς, πληρούσε ένα από τα κριτήρια της κρίσιμης απόφασης του ΔΕΕ σχετικά με τις προκαταρκτικές παραπομπές, την Srl Cilfit και Lanificio di Gavardo SpA κατά Υπουργείου Υγείας (Cilfit). Ο ρόλος του Δικαστηρίου ήταν να αξιολογήσει εάν οι λόγοι αυτοί ήταν αυθαίρετοι ή προδήλως παράλογοι.

Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι το Kúria, είχε χαρακτηρίσει το πρώτο από τα τέσσερα ερωτήματα που πρότεινε η προσφεύγουσα εταιρία για παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος  ως μη σχετικό και ότι το δεύτερο και το τέταρτο ερώτημα ήταν εκτός του πεδίου εφαρμογής της αγωγής αποζημίωσης κατά του Ανώτατου Δικαστηρίου, καθώς αφορούσαν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου.

Η τρίτη προτεινόμενη ερώτηση ήταν εάν ένα κράτος θα μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνο για παραβίαση του δικαίου της ΕΕ, εάν ο καταγγέλλων δεν είχε επικαλεσθεί καμία νομοθετική πράξη της ΕΕ κατά την αρχική διαδικασία.

Το Kúria αντιμετώπισε με έμμεσο τρόπο το ζήτημα αυτό, επισημαίνοντας ότι η προσφεύγουσα εταιρία είχε επικαλεστεί  την εσωτερική νομοθεσία, τον Αστικό Κώδικα, στην πρώτη φάση της διαδικασίας που ήταν αντίθετη με την φορολογική υπηρεσία, αντί της νομοθεσίας της ΕΕ. Ως συνέπεια, το Ανώτατο Δικαστήριο, κωλύονταν να εξετάσει ζητήματα σχετικά με τη νομοθεσία της ΕΕ  στην απόφασή του, στις διαδικασίες αυτές. Το Kuria είχε εκτιμήσει  ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει μεταγενέστερη ευθύνη του κράτους για παράβαση της νομοθεσίας της ΕΕ.

Το Δικαστήριο δήλωσε ότι το Kúria θα μπορούσε να εξηγήσει πιο ρητά γιατί αρνήθηκε να θέσει προδικαστικό ερώτημα αλλά ακόμα και η σιωπηρή αιτιολογία θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί επαρκής. Δεν ήταν αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να εξετάσει πραγματικά ή νομικά σφάλματα που φέρεται ότι διαπράχθηκαν από εγχώριο δικαστήριο, εκτός αν είχαν παραβιάσει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που προστατεύονται από τη Σύμβαση. Ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να αξιολογήσει εάν η προσέγγιση του Kúria ήταν σύμφωνη με το δίκαιο της ΕΕ.

Επισήμανε επίσης την άποψη του Kúria ότι η αγωγή της προσφεύγουσας εταιρείας κατά του Ανωτάτου Δικαστηρίου  ήταν ένας τρόπος για να αντισταθμίσει την παράλειψή στην πρώτη σειρά διαδικασιών, όπου δεν είχε επικαλεστεί οποιαδήποτε νομοθετική πράξη της ΕΕ ούτε είχε υποβάλλει αίτημα προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ.

Με τη σειρά του, το Συνταγματικό Δικαστήριο είχε αιτιολογήσει γιατί δεν ήταν αρμόδιο σχετικά με τις καταγγελίες της προσφεύγουσας εταιρείας  και το Δικαστήριο δεν μπορούσε να αμφισβητήσει την άποψη του Συνταγματικού Δικαστηρίου ότι οι αιτήσεις για προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ πρέπει να υποβάλλονται στα τακτικά δικαστήρια. Το άρθρο 6 § 1 δεν απαιτούσε από το ανώτατο δικαστήριο να παράσχει λεπτομερέστερη αιτιολόγηση όταν εφάρμοζε συγκεκριμένη νομική διάταξη για την απόρριψη ενδίκου μέσου ως μη έχοντας προοπτικές επιτυχίας.

Το Δικαστήριο με ομόφωνη απόφαση του,  έκρινε ότι οι αρνήσεις των εθνικών δικαστηρίων να υποβάλουν προδικαστικού ερωτήματος προς το ΔΕΕ,  δεν ήταν ούτε αυθαίρετες ούτε προφανώς παράλογες και δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες