Η αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος κρατουμένου, καταδικασθέντος για τρομοκρατική ενέργεια, για μεταφορά του σε φυλακή πλησίον της οικογενείας του του δεν παραβίασε το δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής του ζωής

ΑΠΟΦΑΣΗ

Fraile Iturralde κατά Ισπανίας της 28.05.2019 (αριθ. 66498/17)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Κρατούμενος που καταδικάστηκε ως μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης για συμμετοχή σε τρομοκρατική ενέργεια ζήτησε να μεταφερθεί σε φυλακή πιο κοντά στην οικογένειά του. Άρνηση των εθνικών αρχών στη μεταφορά του. Το Στρασβούργο διαπίστωσε ότι η αιτιολογία της άρνησης για την μεταφορά του σε άλλη φυλακή ήταν επαρκώς αιτιολογημένη αφού διερευνήθηκε: α) η προσωπική του κατάσταση που έδειξε ότι διατηρούσε τακτικές επαφές με την οικογένειά του και β) η γενική πολιτική των φυλακών, η οποία τοποθετούσε κρατούμενους που καταδικάστηκαν για τρομοκρατικά αδικήματα σε διαφορετικές εγκαταστάσεις προκειμένου να αποφευχθούν ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια και την διασύνδεση με την εγκληματική οργάνωση. Έτσι δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε  παρέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής του κρατουμένου, η δε ανωτέρω άρνηση ήταν σύμφωνη με το νόμο και ανάλογη των περιστάσεων. Μη παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.

Το ΕΔΔΑ έκρινε επίσης ότι η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την προσφυγή του, δεν αποτελούσε δυσανάλογο εμπόδιο στο δικαίωμα πρόσβασης του προσφεύγοντος στο δικαστήριο. Μη παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 8

Άρθρο 6

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, Jorge Fraile Iturralde, είναι Ισπανός υπήκοος που γεννήθηκε το 1970. Εκτίει ποινή φυλάκισης 25 ετών από το 1998 για συνεργασία με μια τρομοκρατική οργάνωση, τη Βασκική αποσχιστική κίνηση ETA. Κρατούνταν στη φυλακή Badajoz από τον Ιούνιο του 2010.

Το 2016 ο προσφεύγων υπέβαλε καταγγελία ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων σχετικά με την απόφαση συνέχισης της κράτησής του στη φυλακή Badajoz υπό στενό καθεστώς παρακολούθησης. Παραπονείται ειδικότερα ότι οι αρχές των φυλακών αρνήθηκαν να του επιτρέψουν να εκτίσει την ποινή του πλησιέστερα στον τόπο κατοικίας της οικογένειάς του, στο Durango. Υποστήριξε ότι το ταξίδι των 700 χιλιομέτρων από το Durango στο Badajoz ήταν δύσκολο για τη σύζυγό του και την πεντάχρονη κόρη του. Οι γονείς του, οι οποίοι ήταν σε προχωρημένη ηλικία, δεν μπορούσαν να τον επισκεφτούν καθόλου.

Οι καταγγελίες του απορρίφθηκαν το ίδιο έτος αφού εξετάστηκαν σε δύο επίπεδα, δηλαδή στο Κεντρικό Πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το Audiencia Nacional στο πλαίσιο της έφεσης.

Τα δικαστήρια διαπίστωσαν ότι η παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα ότι οι κρατούμενοι πρέπει να κρατούνται σε εγκαταστάσεις κοντά στην οικογένεια και τους φίλους δικαιολογούνταν από τη γενική πολιτική των φυλακισμένων για τρομοκρατικές ενέργειες. Αυτή η πολιτική διασκόρπιζε κρατούμενους της ΕΤΑ σε διάφορες φυλακές ως μέσο για τη διακοπή των σχέσεων τους με την τρομοκρατική οργάνωση. Η συγκέντρωση των κρατουμένων ΕΤΑ σε ορισμένες φυλακές είχε οδηγήσει στο παρελθόν στην στοχοποίηση της  ομάδας ελέγχου των φυλακών και  του προσωπικού των σωφρονιστικών ιδρυμάτων.

Τα δικαστήρια έλαβαν επίσης υπόψη την επιθετική και βίαιη συμπεριφορά του προσφεύγοντος στη φυλακή, για την οποία είχε επανειλημμένως τιμωρηθεί, και το γεγονός ότι συνέχιζε να λαμβάνει οδηγίες από την τρομοκρατική οργάνωση στη φυλακή.

Επιπλέον, διαπίστωσαν ότι, σύμφωνα με τις εκθέσεις φυλακών, είχε σε κάθε περίπτωση τη δυνατότητα να τηλεφωνεί τακτικά και να ανταλλάσσει επιστολές με στενούς συγγενείς και φίλους, καθώς και δέχονταν συχνές επισκέψεις από την οικογένειά του.

Η συνταγματική προσφυγή του ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου κηρύχθηκε απαράδεκτη το 2017. Υποστηρίζοντας τα ευρήματα των δικαστηρίων του πρώτου βαθμού, το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι η υπόθεση δεν παρουσίαζε κάποια παραβίαση των δικαιωμάτων που υπόκεινται σε τέτοιες προσφυγές.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής)

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση δεν χορηγούσε στους κρατουμένους το δικαίωμα να επιλέξουν το δικό τους τόπο κράτησης και το γεγονός ότι οι κρατούμενοι ήταν χωρισμένοι από τις οικογένειές τους ήταν αναπόφευκτη συνέπεια της φυλάκισής τους. Ήταν, ωστόσο, ένα ουσιαστικό μέρος των δικαιωμάτων των κρατουμένων οι  αρχές να τους βοηθούν να διατηρούν επαφή με τη οικογένεια.

Στην περίπτωση του προσφεύγοντος, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η απόφαση ότι πρέπει να παραμείνει στη φυλακή Badajoz μακριά από την οικογένειά του είχε παρεμποδίσει το δικαίωμά του σε σεβασμό της οικογενειακής του ζωής. Ωστόσο, αυτή η παρεμβολή ήταν σύμφωνη με το ισπανικό δίκαιο, δηλαδή το νόμο περί φυλακών και τους κανονισμούς των φυλακών. Συγκεκριμένα, αυτοί οι νόμοι προέβλεπαν την ατομική εκτίμηση των υποθέσεων σχετικά με τη μεταφορά σε φυλακές και κάθε μεταγενέστερη δικαστική επανεξέταση. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η παρέμβαση ήταν “σύμφωνη με το νόμο” κατά την έννοια του άρθρου 8 της Σύμβασης.

Επιπλέον, η αιτιολόγηση των ισπανικών αρχών για άρνηση μεταφοράς ήταν νόμιμη, καθώς είχε ως στόχο να εξασφαλίσουν πειθαρχία στις φυλακές και να εφαρμόσουν την πολιτική τους όσον αφορά τους φυλακισμένους της ΕΤΑ. Επιπλέον, η άρνηση είχε βασιστεί τόσο σε ατομική εκτίμηση της κατάστασής του, όσο και στη  γενική πολιτική των φυλακών.

Συγκεκριμένα, τα εθνικά δικαστήρια είχαν αναφέρει εκθέσεις, τις οποίες ο προσφεύγων δεν αμφισβήτησε, δείχνοντας ότι είχε διατηρήσει τακτικές επαφές με την οικογένειά του. Δεν υπήρχαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι μετακινήσεις των στενών του φίλων και της οικογένειας του δημιουργούσαν πρόβλημα.

Όσον αφορά την πολιτική των φυλακών, είχε περιορισμένο πεδίο εφαρμογής, καθώς είχε εφαρμοστεί μόνο σε όσους καταδικάστηκαν για τρομοκρατικά αδικήματα και είχε λάβει υπόψη τις συνθήκες εκείνη την εποχή, δηλαδή ότι η  ΕΤΑ δεν είχε διαλυθεί.

Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι περιορισμοί του δικαιώματος του προσφεύγοντος σχετικά με το σεβασμό της οικογενειακής του ζωής δεν ήταν δυσανάλογοι σε σχέση με τον στόχο της πρόληψης της διαταραχής και της εγκληματικότητας και της προστασίας  των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο απέρριψε την καταγγελία του προσφεύγοντος βάσει του άρθρου 8 ως προδήλως αβάσιμη.

Άρθρο 6 (πρόσβαση στο δικαστήριο)

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν αποτελούσε δυσανάλογο εμπόδιο στο δικαίωμα πρόσβασης του προσφεύγοντος στο δικαστήριο. Λαμβάνοντας υπόψιν τον ρόλο του Συνταγματικού Δικαστηρίου και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, οι προϋποθέσεις του παραδεκτού ήταν αυστηρότερες από ό, τι για μια συνηθισμένη προσφυγή.

Επιπλέον, η υπόθεση του προσφεύγοντος είχε ήδη εξεταστεί σε δύο επίπεδα, χωρίς κάποιο στοιχείο αυθαιρεσίας ή φανερής αδικίας. Επαρκούσε για το Συνταγματικό Δικαστήριο, κατά την άρνηση εξέτασης καταγγελίας, να αναφερθεί στις νομικές διατάξεις που διέπουν τη διαδικασία  εάν τα ερωτήματα που τέθηκαν δεν ήταν θεμελιώδους σημασίας ή αν η προσφυγή δεν είχε προοπτική επιτυχίας.

Συνεπώς, το Δικαστήριο απέρριψε επίσης την καταγγελία του προσφεύγοντος βάσει του άρθρου 6 § 1 ως προδήλως αβάσιμη(επιμέλεια echrcaselaw.com).

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες