Ασκήσεις ισορροπίας του περιορισμού του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης και του επιδιωκόμενου σκοπού στη «δοκό» του ΕΔΔΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ 

Olafsson κατά Ισλανδίας της 16-3-2017 (αριθμ. προσφ. 58493/13)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ελευθερία έκφρασης. Συκοφαντική δυσφήμιση. Υποψήφιος σε εκλογές. Δημόσιο πρόσωπο. Ιστοσελίδα.  Ο προσφεύγων ήταν συντάκτης ιστοσελίδας στην οποία είχε δημοσιεύσει άρθρα που με βάση καταγγελίες δύο αδερφών  ότι ένας υποψήφιος στις επικείμενες εκλογές της Συνταγματικής Συνέλευσης εμφανιζόταν να έχει σχέση με υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων. Ο υποψήφιος στράφηκε δικαστικά εναντίον του προσφεύγοντος . Το πρώτο δικαστήριο απέρριψε την  αγωγή  με το σκεπτικό ότι αυτά που αναγράφοντας στα άρθρα ήταν για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος. Ωστόσο, στο Ανώτατο Δικαστήριο η απόφαση ανετράπη στο μεγαλύτερο της μέρος, καθώς κρίθηκε ότι οι επίδικες  δημοσιεύσεις ήταν δυσφημιστικές. Το Ανώτατο Δικαστήριο, σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, δεν είχε δώσει τη δέουσα προσοχή στις αρχές και στα κριτήρια που καθορίζονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου αναφορικά με την εξισορρόπηση του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης. Κατά το Στρασβούργο ο υποψήφιος σε εκλογές είναι δημόσιο πρόσωπο και θα έπρεπε να αναμένει να υποβληθεί σε δημόσιο έλεγχο. Συνεπώς τα όρια την αποδεκτής κριτικής πρέπει επομένως να είναι ευρύτερα από ό, τι στην περίπτωση ενός ιδιώτη. Με τον τρόπο αυτό, το εθνικό Δικαστήριο υπερέβη το περιθώριο εκτίμησης που παρέχεται σε αυτό και απέτυχε να επιτύχει εύλογη ισορροπία μεταξύ των επιβαλλόμενων μέτρων, του περιορισμού του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης του προσφεύγοντος, και του επιδιωκόμενου σκοπού. Ως εκ τούτου, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 (ελευθερία της έκφρασης ).

ΣΧΟΛΙΟ ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ

Οι υποψήφιοι σε εκλογές είναι δημόσια πρόσωπα και οφείλουν να αναμένουν κριτική και δημόσιο έλεγχο μεγαλύτερο από ότι ένας απλός ιδιώτης.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 10

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, Steingrímur Sævarr Olafsson, είναι Ισλανδός υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε το 1965 και ζει στο Ρέικιαβικ. Κατά τον κρίσιμο χρόνο, ο κ. Olafsson ήταν συντάκτης στην ιστοσελίδας media web-based Pressan.

Από το Νοέμβριο του 2010 έως και τον Μάιο του 2011, η Pressan δημοσίευσε μια σειρά άρθρων σχετικά με ισχυρισμούς κακοποίησης των παιδιών έναντι του A, οι οποίες διατυπώθηκαν από δύο ενήλικες αδελφές, οι οποίες είχαν οικογενειακούς δεσμούς με τον Α. Την περίοδο που εκδόθηκαν τα πρώτα άρθρα, ο Α. ήταν υποψήφιος στις επικείμενες εκλογές. Οι  δύο αδελφές υποστήριξαν ότι είχαν κακοποιηθεί σεξουαλικά από τον ίδιο και υποστήριξαν ότι δεν ήταν άξιος να κατέχει δημόσιο αξίωμα. Ο Α. αρνήθηκε τις καταγγελίες. Ένα άρθρο ανέφερε ότι ο δικηγόρος του Α. συναντήθηκε με τις αδελφές ζητώντας τους να διευθετήσουν το ζήτημα, αλλιώς ο Α. θα προσέφευγε στα δικαστήρια για συκοφαντική δυσφήμηση.

Ωστόσο, ο Α. άσκησε αγωγή συκοφαντικής δυσφήμισης εναντίον του κ. Olafsson. Σε πρώτο βαθμό, το δικαστήριο απέρριψε την αξίωση, κατ ‘ουσίαν, με την αιτιολογία ότι αυτά που αναγράφονταν στα άρθρα ήταν προς το δημόσιο συμφέρον, και οι καταγγελίες δεν διατυπώθηκαν από τον  κ. Olafsson, αλλά αντιθέτως τις διέδιδε. Ωστόσο, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε μεγάλο μέρος της παρούσας απόφασης. Έκρινε ότι οι δηλώσεις σχετικά με τον Α. αναφορικά με τη κακοποίηση των παιδιών ήταν δυσφημιστικές. Το δικαστήριο κήρυξε τους ισχυρισμούς ψευδείς και καταδίκασε τον κ. Olafsson να καταβάλλει 200.000 Ισλανδικά Kronur (περίπου 1.600 ευρώ) για ηθική βλάβη, και 800.000 Kronur (περίπου 6.500 ευρώ) για τα δικαστικά έξοδα.

Ενώ το δικαστήριο δέχθηκε ότι οι εν δυνάμει δημόσιοι υπάλληλοι έπρεπε να υπομένουν σε μεγάλο βαθμό τον δημόσιο έλεγχο, έκρινε ότι οι εν λόγω πράξεις δεν μπορούσαν να δικαιολογήσουν τις κατηγορίες κατά του Α. στα ΜΜΕ – κυρίως, επειδή ο Α δεν είχε βρεθεί ένοχος για τη φερόμενη συμπεριφορά και δεν βρίσκονταν υπό έρευνα.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το άρθρο 10 (ελευθερία έκφρασης)

Παραβίαση του άρθρου 10, υφίσταται όταν υπάρχει επέμβαση στο δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης του ατόμου και η εν λόγω παρέμβαση δεν είναι επιβεβλημένη από το νόμο, κατά την επιδίωξη θεμιτού σκοπού, ή αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Και τα δύο μέρη συμφώνησαν ότι ο καταλογισμός ευθύνης στον κ. Olafsson για συκοφαντική δυσφήμιση είχε προκαλέσει παρέμβαση του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασής του, επιδιώκοντας θεμιτό σκοπό.  (κυρίως, η προστασία της υπόληψης ή των δικαιωμάτων τρίτων). Τα ερωτήματα για το Δικαστήριο, ως εκ τούτου ήταν κατά πόση η παρέμβαση προβλέπονταν από το νόμο, και αν ήταν απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η παρέμβαση προβλεπόταν από το νόμο. Η τιμωρία των δηλώσεων και η επιβολή ηθικής βλάβης  προβλέπονταν από την εθνική νομοθεσία. Το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε σε μια από τις προηγούμενες αποφάσεις του, υπόθεση αρ. 100 / 2011, και διαπίστωσε ότι, σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο ο κ. Olafsson είχε την εποπτική ευθύνη ως ο συντάκτης να αποφευχθεί η δημοσίευση του δυσφημιστικού περιεχομένου στο δικτυακό τόπο. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της εν λόγω εκδοτικής δραστηριότητας, ότι η ευθύνη του κ. Olafsson ήταν προβλέψιμη, καθώς και τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ευθύνη του κ. Olafsson του προβλέπονταν και κατοχυρώνονταν στο εθνικό δίκαιο.

Όσον αφορά το ερώτημα του κατά πόσο η απόδοση ευθύνης ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι το εθνικό Δικαστήριο έπρεπε να εκτιμήσει κατά πόσον υπήρξε κατάλληλη εξισορρόπηση του δικαιώματος του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής (άρθρο 8), καθώς και του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης (άρθρο 10). Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά στοιχεία της υπόθεσης, δεν επιτεύχθηκε κατάλληλη ισορροπία από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ο Α. ήταν υποψήφιος στις εκλογές (δημόσιο πρόσωπο) και θα έπρεπε να αναμένει να υποβληθεί σε δημόσιο έλεγχο. Συνεπώς τα όρια την αποδεκτής κριτικής πρέπει επομένως να είναι ευρύτερα από ό, τι στην περίπτωση ενός ιδιώτη. Τα άρθρα σχετικά με το πρόσωπό του είχαν δημοσιευθεί καλή πίστη και σύμφωνα με τα συνήθη δημοσιογραφικά πρότυπα (Ειδικότερα, ο συγγραφέας των άρθρων είχε πάρει συνέντευξη από ένα ευρύ φάσμα ανθρώπων, προκειμένου να εξετάσει την αξιοπιστία των ισχυρισμών των αδελφών, και είχε δημοσιευθεί επίσης την άποψη του A. ότι οι ισχυρισμοί τους ήταν ψευδείς).

Επιπλέον, τα άρθρα συνέβαλαν στη συζήτηση του δημοσίου συμφέροντος, δεδομένου ότι ο Α. επρόκειτο να καταλάβει θέση δημοσίου συμφέροντος και το ζήτημα της σεξουαλικής βίας και ειδικότερα παιδιών αποτελούσε σημαντικό δημόσιο ζήτημα.

Ενώ οι ισχυρισμοί ήταν δυσφημιστικοί, δεν υποβλήθηκαν από τον ίδιο τον κ. Olafsson, αλλά αντιθέτως από τις δύο αδελφές. Είχαν ήδη δημοσιευθεί στην ιστοσελίδα των αδελφών, καθώς και τα άρθρα που γράφθηκαν στην Pressan ήταν η αυτούσια απόδοση των σχολίων των αδελφών, γεγονός που επιβεβαίωσαν οι ίδιες. Αναφορικά με την ευθύνη του κ. Olafsson σχετικά με το έννομο συμφέρον προστασίας του Α. έναντι δυσφημιστικών σχολίων των αδελφών, αυτό είχε σε μεγάλο βαθμό καταχωρηθεί από το γεγονός ότι ο Α. ήταν σε θέση να μηνύσει τις αδελφές. Ωστόσο, ο ίδιος είχε επιλέξει να μην μηνύσει τις αδελφές. Αναφορικά με την ευθύνη του, ο κ. Olafsson είχε διαταχθεί να καταβάλει αποζημίωση και τα δικαστικά έξοδα. Αν και η καταβολή των ανωτέρω δεν είχε ποινικό χαρακτήρα και το ποσό αυτό δεν μπορεί να χαρακτηριστεί μεγάλο, στο πλαίσιο της αξιολόγησης της αναλογικότητας αυτό που έχει σημασία είναι το ίδιο το γεγονός της έκδοσης καταδικαστικής αποφάσεως.

Υπό το φως των σκέψεων αυτών, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα επιχειρήματα των εθνικών δικαστηρίων, αν και σχετικά, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως επαρκή για να δικαιολογήσουν την επέμβαση στο ζήτημα. Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν είχε δώσει τη δέουσα προσοχή στις αρχές και στα κριτήρια που καθορίζονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου αναφορικά με την εξισορρόπηση του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης. Με τον τρόπο αυτό, υπερέβη το περιθώριο εκτιμήσεως που παρέχεται σε αυτό και απέτυχε να επιτύχει εύλογη ισορροπία μεταξύ των επιβαλλόμενων μέτρων, του περιορισμού του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης του προσφεύγοντος, και του επιδιωκόμενου σκοπού. Ως εκ τούτου, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10.

Το ΕΔΔΑ δεν απέδωσε στον κ. Olafsson οιοδήποτε ποσό για ηθική βλάβη , δεδομένου ότι δεν είχε υποβάλει σχετικό αίτημα.


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες