Η ανεπαρκής και ελαττωματική έρευνα για πυροβολισμό πολίτη από αστυνομικό κατά τη σύλληψη παραβίασε το διαδικαστικό σκέλος του δικαιώματος στη ζωή

ΑΠΟΦΑΣΗ

Chebab κατά Γαλλίας της 23.05.2019 (αριθμ. προσφ. 542/13)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Πυροβολισμός προσφεύγοντος από αστυνομικό κατά τη διάρκεια της σύλληψής του. Πολυάριθμες ελλείψεις στην έρευνα των ισχυρισμών του προσφεύγοντος,  διαδικαστικές παρατυπίες και απώλεια σημαντικών αποδεικτικών στοιχείων. Μακρόχρονη έρευνα διάρκειας οκτώ ετών. Η διαδικασία έρευνας δεν ήταν ούτε έγκαιρη, ούτε αποτελεσματική. Παραβίαση της διαδικαστικής πτυχής του άρθρου 2 (δικαίωμα στη ζωή) της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 2

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Fouhed Chebab είναι Γάλλος υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε το 1976 και ζει στη Nancy (Γαλλία).

Στις 8 Μαρτίου 2000 ένας κάτοικος του Thionville κάλεσε την αστυνομία στις 4:30 π.μ., λέγοντας ότι δύο άνδρες προσπαθούσαν να εισέλθουν σε διαμερίσματα του κτιρίου του. Δύο αστυνομικοί προσήλθαν στο κτίριο. Ο κάτοικος τους υπέδειξε δύο άνδρες, οι οποίοι κάθονταν σε έναν πάγκο. Οι αστυνομικοί κίνησαν για να τους συλλάβουν κι ένας από τους αστυνομικούς πυροβόλησε με το όπλο του, τραυματίζοντας τον προσφεύγοντα στον αυχένα του και ατον δεξιό ώμο. Σύμφωνα με έρευνα της Περιφερειακής Αστυνομικής Υπηρεσίας, ο αστυνομικός είχε χρησιμοποιήσει το όπλο του για αυτοάμυνα απέναντι στον προσφεύγοντα που τον είχε απειλήσει με μαχαίρι.

Στις 19 Μαΐου 2000, ο προσφεύγων κλήθηκε να εμφανιστεί ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου με τη κατηγορία της  εκ προθέσεως επίθεσης με χρήση όπλου κατά ενός ατόμου που ασκεί δημόσια εξουσία. Στις 16 Ιανουαρίου 2001, το δικαστήριο κήρυξε άκυρη τη διαδικασία λόγω της καθυστέρησης κοινοποίησης του κλητηρίου θεσπίσματος στον προσφεύγοντα. Το Εφετείο του Metz επικύρωσε την απόφαση αυτή, προσθέτοντας ότι οι διαδικασίες ήταν επίσης άκυρες λόγω του παράνομου τρόπου με τον οποίο το μαχαίρι είχε κατασχεθεί. Σημείωσε, μεταξύ άλλων, ότι οι διάφορες ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν  στο εν λόγω αντικείμενο είχαν καταστήσει αδύνατο να βρεθούν τα ευρήματα που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην ανεύρεση της αλήθειας, έχοντας κατά νου ότι ο προσφεύγων και ο αστυνομικός είχαν δώσει εντελώς αντιφατικές εκδοχές του συμβάντος.

Στις 18 Ιουλίου 2002, ο προσφεύγων κατέθεσε μήνυση σχετικά με τα αδικήματα της απόπειρας ανθρωποκτονίας, της μεταβολής της κατάστασης του τόπου του εγκλήματος και της επίθεσης με χρήση όπλου από πρόσωπο που ασκεί δημόσια εξουσία. Υπέβαλε επίσης ιατρική έκθεση πραγματογνωμόνων η οποία επισήμανε ότι, εκτός από τους τραυματισμούς που προκλήθηκαν από το πυροβολισμό, υπέστη και ένα αιμάτωμα μήκους 20 εκατοστών στο δεξιό τμήμα του θώρακα. Ο γιατρός ισχυρίστηκε ότι  οι τραυματισμοί πρέπει να προήλθαν από χτύπημα που υπέστη όταν ο προσφεύγων ήταν όρθιος και είχε ως αποτέλεσμα να υποστεί κάταγμα της δεξιάς κλείδας. Ο προσφεύγων υπέβαλε επίσης πιστοποιητικό από ψυχίατρο, αναφέροντας ότι υπέφερε από μετατραυματικό στρες. Στις 17 Μαρτίου 2003, ο Εισαγγελέας ζήτησε να κινηθεί δικαστική έρευνα σχετικά με τον αστυνομικό που είχε χρησιμοποιήσει όπλο. Διεξήχθησαν δύο ψυχιατρικές εξετάσεις. Ο πρώτος πραγματογνώμονας διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων έπασχε από σχιζο-συναισθηματικές διαταραχές. Ο δεύτερος πραγματογνώμονας παρατήρησε σχιζοφρενική ψύχωση με σοβαρές αναπηρίες και επίσης σημείωσε ότι ο προσφεύγων υπέφερε από μετατραυματικό στρες.

Στις 2 Ιουλίου 2010, ο ανακριτής διέκοψε τη διαδικασία, διαπιστώνοντας ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν δεν ήταν ικανά να ακυρώσουν την εκδοχή των συμβάντων του αστυνομικού. Το Εφετείο επιβεβαίωσε τη διαταγή διακοπής, παρατηρώντας ότι ήταν δύσκολο να διαπιστωθεί τι πραγματικά συνέβη κατά τη διάρκεια της σύλληψης και ότι η ανάλυση των γεγονότων κατέληξε στην άποψη ότι ο αστυνομικός ενήργησε σε αυτοάμυνα. Το δικαστήριο πρόσθεσε ότι ο πυροβολισμός έπρεπε να  θεωρείται αναλογικός προς τις περιστάσεις. Το Ακυρωτικό Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αναίρεσης του προσφεύγοντα.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 2

Εφαρμογή

Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο προσφεύγων υπήρξε θύμα συμπεριφοράς που, από τη φύση της, απειλούσε τη ζωή του, παρόλο που είχε επιβιώσει από τους τραυματισμούς του. Εκτίμησε ότι η βία που χρησιμοποιήθηκε εναντίον του από την αστυνομία ήταν δυνητικά θανατηφόρα και ότι το άρθρο 2 της ΕΣΔΑ ήταν εφαρμόσιμο.

Ουσιαστική πτυχή

Το Δικαστήριο παρατήρησε, όπως και το εθνικό δικαστήριο (Εφετείο), ότι οι έρευνες δεν είχαν διαπιστώσει τι ακριβώς συνέβη κατά τη σύλληψη του προσφεύγοντος. Όπως και τα εθνικά δικαστήρια, το ΕΔΔΑ έκρινε, ωστόσο, ότι ο αστυνομικός, ο οποίος κλήθηκε στη μέση της νύχτας να παρέμβει σε μια απόπειρα διάρρηξης, αντιμέτωπος με ένα επιθετικό άτομο, ο οποίος τον είχε στριμώξει σε μεταλλικό φράχτη, θα μπορούσε ευλόγως να θεωρήσει ότι υπήρχε ανάγκη προσφυγής στη χρήση του όπλου του προκειμένου να εξουδετερωθεί η απειλή. Υπό τις συνθήκες αυτές, η χρήση βίας δεν είχε υπερβεί την «απολύτως απαραίτητη» για «την υπεράσπιση οποιουδήποτε προσώπου από τη βία» και ιδιαίτερα για να πραγματοποιηθεί νόμιμη σύλληψη. Επομένως, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 2 στην ουσιαστική του πτυχή.

Διαδικαστική πτυχή

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η υποχρέωση προστασίας του δικαιώματος στη ζωή απαιτεί την ύπαρξη επίσημης έρευνας στην περίπτωση που σκοτωθεί κάποιος ως αποτέλεσμα χρήσης βίας, αλλά και όποτε η βία που χρησιμοποίησε η αστυνομία είχε θέσει σε κίνδυνο τη ζωή ενός ατόμου.

Διεξήχθη έρευνα μόνο σχετικά με τα αδικήματα που φέρεται ότι διέπραξε ο προσφεύγων. Δεν συνοδεύτηκε η έρευνα από πλήρη ιατρική εξέταση του προσφεύγοντος, ούτε από βαλλιστική έκθεση, ούτε από κάποια ανάλυση των ενδυμάτων του προσφεύγοντος. Μόνο με πρωτοβουλία του προσφεύγοντος, περισσότερα από δύο χρόνια μετά το περιστατικό, ξεκίνησε δικαστική έρευνα.

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι οι αρχές έπρεπε να ενεργήσουν αυτεπαγγέλτως και ότι θα μπορούσαν να μην αφήσουν στην πρωτοβουλία του θύματος είτε να υποβάλει επίσημη καταγγελία, είτε να αναλάβει την ευθύνη για τη διεξαγωγή της διαδικασίας έρευνας.

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι υπήρξαν πολλές ελλείψεις στην έρευνα σχετικά με τα φερόμενα αδικήματα που διέπραξε ο προσφεύγων. Έτσι, τα ίδια τα εθνικά δικαστήρια είχαν διαπιστώσει ότι εν είχε γίνει κατάσχεση του μαχαιριού. Το Εφετείο έκρινε ότι η έλλειψη ακρίβειας στα αρχεία της αστυνομίας κατέστησε αδύνατο να εντοπιστεί ο τόπος και ο ακριβής χρόνος που βρέθηκε το μαχαίρι και ότι οι διάφορες ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν για το σκοπό αυτό κατέστησαν αδύνατη την συλλογή στοιχείων  που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην ανεύρεση της αλήθειας. Το ποινικό δικαστήριο, και στη συνέχεια το Εφετείο του Metz κήρυξε τη διαδικασία άκυρη λόγω της καθυστερήσεως της κοινοποίησης στον προσφεύγοντα των δικαιωμάτων του ενώ βρίσκεται υπό κράτηση. Με την εξαίρεση μιας παραγράφου, η ανάκριση των αστυνομικών από το BAC είχαν συνταχθεί με απολύτως πανομοιότυπη διατύπωση. Οι αρχές δεν μπόρεσαν να βρουν τα πρωτότυπα των αποτελεσμάτων ιατρικής απεικόνισης του προσφεύγοντος τα οποία ελήφθησαν την ημέρα του συμβάντος. Αυτά τα έγγραφα θα είχαν καταστήσει δυνατή την επαλήθευση των ισχυρισμών ότι είχε χτυπηθεί στη δεξιά πλευρά της κλείδας. Άλλα ιατρικά έγγραφα έλειπαν και δεν ήταν διαθέσιμα για έρευνα. Τέλος, τα ρούχα που φορούσε ο προσφεύγων κατά τον κρίσιμο χρόνο και είχαν κατασχεθεί, εξαφανίστηκαν. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι εθνικές αρχές όφειλαν να διασφαλίσουν την αυστηρή διαφύλαξη του σφραγισμένου υλικού και να εξασφαλίσουν τη διατήρησή του, δεδομένου ότι τα στοιχεία αυτά συνέβαλαν στην αποτελεσματικότητα μιας έρευνας και θα μπορούσαν να αποδειχθούν αποφασιστικής σημασίας κατά τη μεταγενέστερη διαδικασία.

Αυτές οι διαδικαστικές παρατυπίες και η απώλεια αποδεικτικών στοιχείων που ήταν απαραίτητα για τη διαπίστωση της αλήθειας επηρέασε την επάρκεια της έρευνας. Οι αρχές δεν είχαν λάβει τα εύλογα μέτρα που έχουν στη διάθεσή τους για να εξασφαλίσουν τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το περιστατικό της 8ης Μαρτίου 2000.

Όσον αφορά την ταχύτητα της διαδικασίας, το Δικαστήριο σημείωσε ότι έχουν περάσει 12 χρόνια μεταξύ του περιστατικού της 8ης Μαρτίου 2000 και της απόφασης του Ακυρωτικού Δικαστηρίου της 26ης Ιουνίου 2012. Η  έρευνα από μόνη της ήταν μακροχρόνια, διήρκεσε δηλ. σχεδόν οκτώ χρόνια.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία σχετικά με τα γεγονότα της 8ης Μαρτίου 2000 δεν μπορούσε να θεωρείται ως άμεση και αποτελεσματική έρευνα. Ως εκ τούτου οι γαλλικές αρχές δεν είχαν συμμορφωθεί με τις διαδικαστικές απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 2 της Σύμβασης.

Δίκαιη  ικανοποίηση (άρθρο 41)

Ο προσφεύγων ζήτησε 120.000 ευρώ  για ηθική βλάβη. Ισχυρίστηκε ότι το περιστατικό είχε σημαντικό ψυχολογικό αντίκτυπο γι’ αυτόν και συνδέονταν στενά με τη παθολογική μανία διωγμού από την οποία υπέφερε όπως περιγράφεται από τους γιατρούς που είναι υπεύθυνοι για την θεραπεία του στο παρελθόν. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Γαλλία οφείλει να καταβάλει στον προσφεύγοντα 20.000 ευρώ για ηθική του βλάβη και 7.500 ευρώ για έξοδα και δαπάνες(επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες