Συνθήκες και διάρκεια κράτησης σε κέντρο υποδοχής μεταναστών στην Ελλάδα

ΑΠΟΦΑΣΗ

J.R. κ.α. κατά Ελλάδας 25.01.2018 (αριθμ. προσφ. 22696/16)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Καταγγελία μεταναστών για συνθήκες κράτησης και διάρκεια κράτησης σε κέντρο υποδοχής και ταυτοποίησης μεταναστών, ενώ είχαν κάνει αίτηση για άσυλο. Παραβίαση άρθρου 5 § 2 (δικαίωμα άμεσης ενημέρωσης σχετικά με τις κατηγορίες) διότι παρά τα ενημερωτικά φυλλάδια δεν είχαν ενημερωθεί πλήρως για τους λόγους κράτησης. Μη παραβίαση άρθρου 5 § 1 στοιχείο στ (δικαίωμα στην ελευθερία και ασφάλεια) και άρθρου 3 (απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης), λόγω κράτησης αναγκαίας και όχι υπερβολικής, ενώ οι συνθήκες ήταν απόρροια της τότε δυσμενούς κατάστασης της Ελλάδας.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 5 § 1 στοιχείο στ

Άρθρο 5 § 2

Άρθρο 3

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες, J.R., N.R. και τον A.R., είναι υπήκοοι του Αφγανιστάν οι οποίοι γεννήθηκαν το 1990, το 1994 και 1989. Οι δύο πρώτοι είναι αδέλφια ενώ ο κ. A.R. είναι ο φίλος της κας N.R. Στις 21 Μαρτίου 2016 οι τρεις προσφεύγοντες μαζί με τα δύο τέκνα της κας N.R., ηλικίας 4 και 7 ετών, έφτασαν στο νησί της Χίου, όπου συνελήφθησαν και τοποθετήθηκαν στο κέντρο VIAL (κέντρο υποδοχής, ταυτοποίησης, εγγραφής μεταναστών σε ένα εγκαταλελειμμένο  εργοστάσιο, γνωστό με το αρκτικόλεξο VIAL).

Παρέμειναν στο κέντρο έως τον Σεπτέμβριο του 2016 (J.R.) και τον Νοέμβριο του 2016 (Ν.Κ. and Α.Ρ.). Στο μεταξύ κατέθεσαν αίτημα για άσυλο. Μεταξύ 21 Μαρτίου και τέλους Απριλίου 2016, μετά την έναρξη ισχύος της δήλωσης ΕΕ-Τουρκίας (μια συμφωνία σχετικά με την επιστροφή των παράνομων μεταναστών από την Ελλάδα στην Τουρκία), το κέντρο υποδέχονταν μεγάλο αριθμό νέων αφίξεων, με αποτέλεσμα το κέντρο να φιλοξενεί πάνω από 2.000 – περισσότερο από το διπλάσιο της χωρητικότητάς του. Πέρα του υπερπληθυσμού, υπήρχαν και κακές συνθήκες διαβίωσης, σύμφωνα με τους προσφεύγοντες συνθήκες οι οποίες επιβεβαιώθηκαν εν μέρει από εκθέσεις διαφόρων οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των Human Rights Watch, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων (CPT) και του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες: υπήρχε ανεπαρκής τροφή, έλλειψη υγιεινής, η παροχή νερού συχνά κόβονταν και η ιατρική περίθαλψη και η νομική συνδρομή ήταν ελάχιστη.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 5 § 1 (δικαίωμα στην ελευθερία και ασφάλεια)

Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι στις 21 Απριλίου 2016 το κέντρο «Βιάλ» μετατράπηκε σε κέντρο ημιυπαίθριου χαρακτήρα και ότι οι προσφεύγοντες μπορούσαν επομένως να βγουν έξω κατά τη διάρκεια της ημέρας. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, η κράτηση στο κέντρο μεταξύ 21 Μαρτίου και 21 Απριλίου ισοδυναμούσε με στέρηση της ελευθερίας, ενώ μετά την ημερομηνία αυτή, υπόκεινται μόνο σε περιορισμό της κυκλοφορίας.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω κατάσταση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχείο στ της Σύμβασης. Οι προσφεύγοντες είχαν συλληφθεί με σκοπό την απέλασή τους, εμποδίζοντάς τους να παραμείνουν στην Ελλάδα παρανόμως και να ταυτοποιηθούν και να καταχωρηθούν σύμφωνα με τις διατάξεις της «συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας». Σημείωσε ότι η στέρηση της ελευθερίας των προσφευγόντων βασίστηκε στο άρθρο 76 του νόμου αριθ. 3386/2005 και είχε ως πρωταρχικό στόχο την εγγύηση της δυνατότητας απομάκρυνσής τους. Παρατήρησε ότι η περίοδος κράτησης ενός μηνός δεν έπρεπε να θεωρείται υπερβολική για τους σκοπούς των αναγκαίων διοικητικών διατυπώσεων. Τέλος, σημείωσε ότι οι προσφεύγοντες ελευθερώθηκαν ένα μήνα και δέκα ημέρες μετά την έκφραση επιθυμίας τους για άσυλο.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι η κράτηση των προσφευγόντων δεν ήταν αυθαίρετη και ότι δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως “παράνομη” κατά την έννοια του άρθρου 5 § 1 στοιχείο στ. Δεν υπήρχε, συνεπώς, παραβίαση αυτής της διάταξης.

Άρθρο 5 § 2 (δικαίωμα άμεσης ενημέρωσης σχετικά με τις κατηγορίες)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι είναι πιθανόν, ενώ οι προσφεύγοντες θα μπορούσαν να γνωρίζουν ότι είχαν εισέλθει στην Ελλάδα παρανόμως, ίσως να μην γνώριζαν ότι η κατάστασή τους καλύπτονταν και ορίζονταν από την δήλωση  «ΕΕ-Τουρκία», η οποία υπογράφηκε μια ημέρα πριν την άφιξή τους. Σημείωσε ότι, ακόμη και αν είχαν λάβει  ενημερωτικό φυλλάδιο, όπως δήλωσε η κυβέρνηση, το περιεχόμενό του δεν ήταν τέτοιο ώστε να τους παρέχει επαρκείς λεπτομέρειες σχετικά με τους λόγους της σύλληψής τους ή των διορθωτικών μέτρων που έχουν στη διάθεσή τους.

Έτσι, το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του Άρθρου 5 § 2 της Σύμβασης.

Άρθρο 3 (απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης)

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι τα εν λόγω γεγονότα έλαβαν χώρα κατά τη στιγμή μιας εξαιρετικής και απότομης αύξησης των μεταναστευτικών ροών στην Ελλάδα, οι οποίες είχαν δημιουργήσει οργανωτικές, υλικοτεχνικές και διαρθρωτικές δυσκολίες. Το Δικαστήριο  επανέλαβε ότι, λόγω του απόλυτου χαρακτήρα του άρθρου 3, οι παράγοντες που συνδέονται με την αύξηση της εισροής των μεταναστών δεν θα μπορούσε να απαλλάξει τα κράτη από τις υποχρεώσεις τους να διασφαλίσουν ότι όλα τα άτομα που στερούνται της ελευθερίας τους κρατούνταν σε συνθήκες συμβατές με τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Παρατήρησε ότι αρκετές ΜΚΟ είχαν επισκεφθεί το κέντρο και επιβεβαίωσαν ορισμένους από τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων σχετικά με την γενική κατάσταση.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η CPT δεν ήταν ιδιαίτερα επικριτική για τις συνθήκες που επικρατούσαν στο κέντρο, όσον αφορά την κατάσταση των προσφευγόντων. Η κριτική της  CPT επικεντρώθηκε κυρίως στην ιατρική περίθαλψη, την έλλειψη επαρκούς ενημέρωσης και νομικής βοήθειας και την κακή ποιότητα του πόσιμου νερού και των τροφίμων. Από τη δικογραφία προέκυψε ότι αυτά τα προβλήματα δεν ήταν ικανά να επηρεάσουν υπερβολικά τους προσφεύγοντες κατά την έννοια του άρθρου 3 της Συμβάσεως. Το Δικαστήριο επίσης σημείωσε ότι η κράτηση των προσφευγόντων ήταν σύντομη, δηλαδή τριάντα ημέρες. Επομένως θεωρούσε ότι το κατώτατο όριο σοβαρότητας που απαιτείται ώστε η κράτηση τους να χαρακτηριστεί ως απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης δεν επιτεύχθηκε. Επομένως, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3.

Άρθρο 34 (δικαίωμα ατομικής προσφυγής)

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι δεν ήταν κατ ‘αρχήν πρόσφορο για τις αρχές ενός κράτους  να έλθει σε άμεση επαφή με έναν προσφεύγοντα σε σχέση με την υπόθεσή του ενώπιον του Δικαστηρίου, αν και δεν μπορούσαν όλες οι έρευνες των αρχών σχετικά με μια εκκρεμούσα προσφυγή να θεωρηθούν ως μέσο εκφοβισμού. Η κλήση και η ανάκριση στην οποία υποβλήθηκε ο J.R. αφορούσαν τη συλλογή για την προετοιμασία των παρατηρήσεων της Κυβέρνησης ενώπιον του Δικαστηρίου, πληροφοριών για την κατάσταση των προσφευγόντων μετά την έξοδό τους από το κέντρο και την εκπροσώπησή τους. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου τίποτα δεν αποδείκνυε ότι ο σκοπός της συνέντευξης ήταν να πείσει τους προσφεύγοντες να αποσύρουν ή να τροποποιήσουν την προσφυγή τους ή να τους εμποδίσουν στην αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματός τους ούτε υπήρξε καμία ένδειξη ότι επέφερε τέτοιο αποτέλεσμα.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το εναγόμενο κράτος δεν παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει το άρθρο 34.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ελλάδα οφείλει να καταβάλει στους προσφεύγοντες 620 ευρώ (ευρώ) στο καθένα για ηθική βλάβη και 1.000 ευρώ στους προσφεύγοντες από κοινού για τα έξοδα και τα δαπάνες (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες