Συμβατές με την ΕΣΔΑ οι περικοπές σε μισθούς, επιδόματα και συντάξεις των εργαζομένων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο Δημόσιο τομέα κατ’ εφαρμογή επειγόντων μέτρων προς αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης.

Aπόφαση :

Ιωάννα Κουφακή κατά Ελλάδας και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας, 7.5.2013, (Αριθ. Προσφυγών 57665/12 και 57657/12), που δημοσιεύθηκε στο ΝοΒ (2013) 61, σελ.1347-1361, με σχόλιο της Εβίτας Σαλαμούρα.

Περίληψη :

Έννοια της «περιουσίας» κατά το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) της ΕΣΔΑ: Οι γενικές αρχές του άρθρου 1 των ΕΓΠ εφαρμόζονται και σε υποθέσεις που αφορούν την αμοιβή και τις κοινωνικές παροχές. Ωστόσο, το άρθρο 1 του ΠΠΠ δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως αναγνωρίζοντας το δικαίωμα σε συγκεκριμένο ποσό συνταξιοδότησης ή σε συγκεκριμένο ποσό αποδοχών .

Οι περιορισμοί που εισάγονται με την κείμενη νομοθεσία (ν. 3833, 3845, 3847/2010) δεν συνιστούν «στέρηση της ιδιοκτησίας», αλλά παρεμβάσεις στην απόλαυση του οικοδομικού δικαιώματος επιτήρησης της περιουσίας, κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου του άρθρου 1 των ΠΠΠ.

Πρoϋποθέσεις επιτρεπτής επέμβασης στην περιουσία: 1. Η πρόβλεψη από το νόμο, 2. Η ύπαρξη δημόσιας ωφέλειας, 3. Η επίτευξη δίκαιης ισορροπίας: Οιαδήποτε δημόσια επέμβαση στην απόλαυση του δικαιώματος σεβασμού της περιουσίας πρέπει να είναι νόμιμη και να εξυπηρετεί το νόμιμο σκοπό της «δημόσιας ωφέλειας». Αρχή της αναλογικότητας: Μία τέτοια επέμβαση πρέπει να είναι ανάλογη με το νόμιμο σκοπό που εξυπηρετεί, δηλαδή να επιτυγχάνεται μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στις απαιτήσεις του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου. Τέτοια ισορροπία δεν επιτυγχάνεται εάν το άτομο υποβάλλεται σε υπερβολική επιβάρυνση.

Δημόσια Ωφέλεια – Ευρεία Διακριτική ευχέρεια των εθνικών αρχών κατά την χάραξη κοινωνικής-οικονομικής πολιτικής: Η έννοια της «δημόσιας ωφέλειας» είναι από τη φύση της ευρεία. Η ψήφιση νόμων που αποβλέπουν στην εξισορρόπηση εσόδων και δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού προϋποθέτει τακτική επανεξέταση πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών ζητημάτων. Ο νομοθέτης διαθέτει ευρύ περιθώριο για την άσκηση οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Το Δικαστήριο σέβεται, ως εκ τούτου, τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τις απαιτήσεις της «δημόσιας ωφέλειας», εκτός εάν η απόφασή του στερείται εύλογης βάσης. Δεδομένου ότι διακυβεύονται ζητήματα γενικής πολιτικής, επί των οποίων είναι εύλογο να παρουσιάζονται έντονες αποκλίσεις σε ένα δημοκρατικό κράτος, είναι απαραίτητο να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στο ρόλο του λαμβάνοντος τις εθνικές αποφάσεις. Αυτή, η ευρεία διακριτική ευχέρεια των εθνικών αρχών διευρύνεται ακόμα περισσότερο στα επίδικα ζητήματα, τα οποία αφορούν στον καθορισμό των προτεραιοτήτων σχετικά με την κατανομή των περιορισμένων πηγών του Κράτους.

Το ΕΔΔΑ απεφάνθη ότι, αποφασίζοντας την περικοπή των αποδοχών και των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων, ο εθνικός νομοθέτης εξυπηρετούσε λόγους δημοσίας ωφέλειας λόγω: α) της ύπαρξης μίας χωρίς προηγούμενο εξαιρετικής κρίσης στην σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας, β) του ότι, ως έκρινε και το ΣτΕ, η μείωση αυτή αποτελούσε μέρος ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και εφαρμογής διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο, στο σύνολό του σχεδιάστηκε για να αντιμετωπίσει την επείγουσα ανάγκη για χρηματοδότηση της χώρας και να βελτιώσει την οικονομική και χρηματοπιστωτική της κατάσταση για το μέλλον και γ) του ότι, εκτός από τα μέτρα μισθολογικής φύσης που λήφθηκαν με την επίδικη νομοθεσία, εισήχθησαν και άλλα μέτρα με άλλους νόμους όπως, μεταξύ άλλων, μέτρα για την εγκαθίδρυση της φορολογικής δικαιοσύνης, την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, την αναμόρφωση του συστήματος εθνικής ασφάλισης και συνταξιοδότησης των δημοσίων υπαλλήλων, την αναθεώρηση των διαδικασιών βεβαίωσης και ελέγχου των δημοσίων οικονομικών, την απελευθέρωση ορισμένων κλειστών επαγγελμάτων και την εξυγίανση των δημοσίων επιχειρήσεων. Δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και των επιταγών της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων επιτυχγάνεται όταν τα άτομα δε υποβάλλονται σε υπερβολική επιβάρυνση, όπως και στην παρούσα υπόθεση. Η πιθανή ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων δε μπορεί να καθιστά την εν λόγω νομοθεσία αδικαιολόγητη, αφού ο νομοθέτης δεν υπερέβη τα όρια της ευρείας διακριτικής του ευχέρειας. (Άρθρα 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 1, 2, 3 ν. 3833/2010, 3, 4 ν. 3845/2010, ν. 3847/2010.

 

Σχόλιο:

Συμβατές με την ΕΣΔΑ οι περικοπές σε μισθούς, επιδόματα και συντάξεις των εργαζομένων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο Δημόσιο τομέα κατ’ εφαρμογή επειγόντων μέτρων προς αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης.

Πρόκειται για μία πολιτικής σημασίας απόφαση του Πρώτου Τμήματος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δημοσιευθείσα σε μία κρίσιμη στιγμή για το Ελληνικό Κράτος, όπου η εφαρμογή των Μνημονίων στο όνομα της δημοσιονομικής κρίσης επέφερε βαθύτατες ανατροπές στην κοινωνική οργάνωση του κράτους, με άμεση συνέπεια τη δραματική πτώση του βιοτικού επιπέδου της ζωής του μεγαλύτερου μέρους του ελληνικού πληθυσμού.

Το ΕΔΔΑ, κατόπιν της σημαντικής πρωτοβουλίας του ΔΣΑ, μέσω της πρώτης προσφεύγουσας, Ιωάννας Κουφάκη, δικηγόρου Αθηνών και της ΑΔΕΔΥ που αποφάσισαν να στραφούν κατά του Ελληνικού Κράτους ενώπιον του, κλήθηκε να αποφανθεί κατά πόσο οι δραστικότατες περικοπές σε μισθούς, επιδόματα και συντάξεις των εργαζομένων του Δημοσίου, κατ΄ εφαρμογή των ν. 3833/2012, 3845/2010, 3847/2010, πλήττουν τον πυρήνα του δικαιώματος σεβασμού της περιουσίας της πρώτης προσφεύγουσας, αλλά και εν γένει του συνόλου των ελλήνων πολιτών, ως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Στην ίδια νομολογιακή γραμμή που χάραξε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με την υπ’ αριθμ. 668/2012 απόφασή της, το ΕΔΔΑ, δεχόμενο αφενός ότι οι περικοπές εξυπηρετούν λόγους «δημοσίας ωφέλειας», δεδομένης της άνευ προηγουμένου εξαιρετικής οικονομικής κρίσης στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας, αφετέρου δε, ότι τα επιβαλλόμενα μέτρα δεν υποβάλλουν in concreto την προσφεύγουσα σε υπερβολική επιβάρυνση και ως εκ τούτου είναι συμβατά με την αρχή της αναλογικότητας, κατέληξε ότι οι ανωτέρω προσφυγές είναι προδήλως αβάσιμες και τις απέρριψε.

Συγκεκριμένα, η πρώτη προσφεύγουσα, δικηγόρος του ΔΣΑ, μέλος του επιστημονικού προσωπικού του Συνηγόρου του Πολίτη, προσληφθείσα με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και αποσπασθείσα εν συνεχεία στο ΤΕΕ, ισχυρίστηκε ότι με τη θέσπιση των επίμαχων νομοθετημάτων, η ειδική πρόσθετη αμοιβή που ελάμβανε μειώθηκε αναδρομικά, όπως επίσης και τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, τα οποία τελικά καταργήθηκαν. Πλέον, κατόπιν της επιβολής των επίμαχων μέτρων, ο καθαρός μηνιαίος μισθός της ανέρχεται σε 1.885,79 ευρώ. Η μείωση αυτή που υπέστη, σε συνδυασμό με την υιοθέτηση και την επιβολή εις βάρος της δυσβάσταχτων οικονομικών μέτρων (τέλος επιτηδεύματος, έκτακτο φόρο ακίνητης περιουσίας αλλά και πρόσθετους φόρους), αλλά και την αύξηση των τιμών των ειδών πρώτης ανάγκης, των καυσίμων, του κόστους των δημοσίων υπηρεσιών, είχαν ως άμεση συνέπεια τη δραματική πτώση του βιοτικού της επιπέδου.

Η δεύτερη προσφεύγουσα, η ΑΔΕΔΥ, επικαλέστηκε ότι η μείωση των επιδομάτων των δημοσίων υπαλλήλων, καθώς και η κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού, πλήττουν αδιακρίτως τους υψηλόμισθους και τους χαμηλόμισθους. Επίσης αναφορικά με τους συνταξιούχους, επικαλέστηκε ότι η κατάργηση της 13ης και 14ης σύνταξης θίγει τόσο τους χαμηλοσυνταξιούχους, όσο και εκείνους που λάμβαναν 2.500 ευρώ μηνιαίως, καθώς και ότι οι συντάξεις αυτές καταργούνται πλήρως για τους συνταξιούχους κάτω των 60 ετών.

Οι λόγοι που επικαλέστηκαν ενώπιον του ΕΔΔΑ οι προσφεύγουσες είναι συνοπτικά οι εξής:

α) Τα επίμαχα μέτρα, τα οποία είχαν μόνιμο και σταθερό χαρακτήρα, συνιστούσαν «στέρηση» της περιουσίας, κατά το άρθρο 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

β) Το απλό ταμειακό συμφέρον, η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος ή η σταθερότητα των δημόσιων οικονομικών δε μπορούν να δικαιολογήσουν την ύπαρξη «δημοσίας ωφέλειας». Η επίκληση της δημόσιας ωφέλειας προαπαιτεί πλήρη τεκμηρίωση – απόδειξη, με σύνταξη ειδικής και συνολικής οικονομοτεχνικής μελέτης, διά της οποίας να εξετάζονται όλα τα ηπιότερα από άποψη συνεπειών μέτρα, η οποία εν προκειμένω ουδέποτε έλαβε χώρα. Η δε προσφυγή στην στέρηση της περιουσίας θα πρέπει να θεωρείται ύστατη λύση.

γ) Όσον αφορά στην αρχή της αναλογικότητας, αυτή υποχρεώνει το νομοθέτη να εξετάζει πριν την υιοθέτηση των επίδικων μέτρων, εάν το αποτέλεσμά τους έχει χαρακτήρα μόνιμο ή προσωρινό, εάν η έκταση και η διάρκεια τους συνάδει με τον επιδιωκόμενο σκοπό και εάν συνοδεύονται από αντισταθμιστικά μέτρα (όπως για παράδειγμα με τη μείωση των έμμεσων και άμεσων φόρων, καθώς και των τιμών των ειδών πρώτης ανάγκης), εξέταση η οποία δεν έλαβε χώρα εν προκειμένω.

Υπενθυμίζεται ότι επί του ζητήματος αυτού αποφάνθηκε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την υπ’ αριθμ. 668/2012 απόφαση της,[1] με την οποία απερρίφθησαν οι σχετικές αιτήσεις ακυρώσεως των προσφευγουσών, κρίθηκε δε ότι τα περιοριστικά αυτά μέτρα συνάδουν με το Σύνταγμα και το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, καθώς δικαιολογούνται από λόγους δημοσίου συμφέροντος και είναι εντός βιώσιμων επιπέδων. Πιο συγκεκριμένα, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, έκρινε ότι:

α) Τα επίμαχα μέτρα αποτελούν τμήμα του ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο, συνολικώς εφαρμοζόμενο, αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, άμεσης ανάγκης καλύψεως οικονομικών αναγκών της χώρας, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής της καταστάσεως, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν κατ’ αρχήν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και αποτελούν ταυτοχρόνως και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών μελών της Ευρωζώνης, εν όψει της καθιερουμένης από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως υποχρεώσεως δημοσιονομικής πειθαρχίας και διασφαλίσεως της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της. Τα μέτρα δε αυτά, λόγω της φύσεώς τους, συμβάλλουν αμέσως στην περιστολή των δημοσίων δαπανών.

β) Με τα δεδομένα που, κατά τον νομοθέτη, συνέτρεχαν κατά το χρόνο θεσπίσεως των επίμαχων μέτρων, τα τελευταία δεν ήταν, κατ’ αρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκομένων με αυτά σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαία, λαμβανομένου, άλλωστε, υπόψη ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της υπ’ αυτού διαπιστωθείσης κρίσιμης δημοσιονομικής καταστάσεως υπόκειται σε οριακό μόνον δικαστικό έλεγχο.

γ) Επετεύχθη δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στις απαιτήσεις του συντρέχοντος εν προκειμένω γενικού συμφέροντος και της ανάγκης προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων των εργαζομένων και συνταξιούχων, εν όψει και του συγκεκριμένου ύψους των επερχομένων περικοπών, καθώς και του γεγονότος ότι προβλέπεται η καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας, έστω και σε μειωμένα εν σχέσει με το προϊσχύον δίκαιο ποσά, σε εργαζομένους και συνταξιούχους, των οποίων, αντιστοίχως, οι αποδοχές ή η σύνταξη δεν υπερβαίνει το ποσό των 3.000 ή των 2.500 ευρώ, άλλωστε δε οι αιτούντες  δεν προέβαλαν με συγκεκριμένους ισχυρισμούς ότι οι επίμαχες περικοπές αποδοχών και συνταξιοδοτικών παροχών, εν όψει του ύψους τους, συνεπάγονταν διακινδύνευση της αξιοπρεπούς διαβιώσεως τους.

Το ΕΔΔΑ, με τη σχολιαζόμενη απόφασή του, δεν ενέταξε τα εν λόγω δραστικότατα μέτρα στο αυστηρό προστατευτικό πλαίσιο της «στέρησης» της περιουσίας, δεχόμενο ότι η περικοπή των αποδοχών και των συντάξεων, όπως προβλέπονται από τους ν. 3833/2010, 3845/2010 και 3847/2010, οι οποίοι εισάγουν μέτρα με μόνιμο και σταθερό χαρακτήρα, η κατάργηση των επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας και η περικοπή κατά ποσοστό 20% της Ειδικής πρόσθετης αμοιβής, αποτελούν επέμβαση στην απόλαυση του δικαιώματος του σεβασμού της περιουσίας, κατά την έννοια της πρώτης παραγράφου του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Περαιτέρω δε το ΕΔΔΑ προέβη στον έλεγχο του δικαιολογημένου ή μη της επέμβασης. Άξιο μνείας είναι το γεγονός ότι, για να καταλήξει στα συμπεράσματά του, το ΕΔΔΑ βασίστηκε κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3833/2010, καθώς και στο σκεπτικό της υπ’ αριθμ. 668/2012 απόφασης του ΣτΕ, υπογραμμίζοντας ότι ο καθορισμός της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής και των προτεραιοτήτων σχετικά με την κατανομή των περιορισμένων δημόσιων πόρων ανήκει στην ευρεία διακριτική ευχέρεια του κράτους μέλους, χωρίς αυτό βεβαίως να στερεί το  ίδιο (το ΕΔΔΑ) από τον έλεγχο των επιλογών του εθνικού νομοθέτη, υπό το πρίσμα των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ και στα Πρωτόκολλα αυτής, στο βαθμό μάλιστα που οι ενλόγω επιλογές στερούνται μίας εύλογης βάσης.

Πιο συγκεκριμένα:

Α. Ως προς την ύπαρξη «δημόσιας ωφέλειας»: Tο ΕΔΔΑ αποφάνθηκε ότι δεν έχει λόγο να αμφιβάλλει ότι, αποφασίζοντας την περικοπή των αποδοχών και των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων, ο νομοθέτης εξυπηρετούσε λόγους «δημοσίας ωφέλειας» λόγω: α) της ύπαρξης μίας χωρίς προηγούμενο εξαιρετικής κρίσης στην σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας, (στο σημείο αυτό το ΕΔΔΑ υιοθέτησε την αιτιολογική έκθεση του ν. 3833/2010) β) του ότι η μείωση αυτή αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και εφαρμογής διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο, στο σύνολό του, σχεδιάστηκε για να αντιμετωπίσει την επείγουσα ανάγκη για χρηματοδότηση της χώρας και να βελτιώσει την οικονομική και χρηματοπιστωτική της κατάσταση για το μέλλον (στο σημείο αυτό το ΕΔΔΑ υιοθέτησε το σκεπτικό της υπ’ αριθμ. 668/2012 απόφασης του ΣτΕ, ευθυγραμμιζόμενο με το Ανώτατο Ελληνικό Δικαστήριο) και γ) του ότι, εκτός από τα μέτρα μισθολογικής φύσης που λήφθηκαν με την επίδικη νομοθεσία, εισήχθησαν και άλλα μέτρα με άλλους νόμους όπως, μεταξύ άλλων, μέτρα για την εγκαθίδρυση της φορολογικής δικαιοσύνης, την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, την αναμόρφωση του συστήματος εθνικής ασφάλισης και της συνταξιοδότησης των δημοσίων υπαλλήλων, την αναθεώρηση των διαδικασιών βεβαίωσης και ελέγχου των δημοσίων οικονομικών, την απελευθέρωση ορισμένων κλειστών επαγγελμάτων και την εξυγίανση των δημοσίων επιχειρήσεων.

Β. Ως προς την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας: To ΕΔΔΑ δέχτηκε ότι επιτεύχθηκε δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και των επιταγών της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, διότι:

α) ο μη προσωρινός χαρακτήρας της μείωσης των μισθών και των συντάξεων ήταν δικαιολογημένος, καθώς ο σκοπός του νομοθέτη ήταν, όχι μόνο να αντεπεξέλθει στην οξεία δημοσιονομική κρίση προς στιγμή, αλλά επίσης να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά του κράτους με τρόπο βιώσιμο. Σε ανάλογες περικοπές προέβησαν και άλλα κράτη λόγω της γενικής οικονομικής κρίσης (στο σημείο αυτό το ΕΔΔΑ υιοθέτησε το σκεπτικό της υπ’ αριθμ. 668/2012 απόφασης του ΣΤΕ),

β) in concreto, η μείωση του μισθού της πρώτης προσφεύγουσας δεν ήταν σε τέτοιο βαθμό που να την εκθέτει σε επίπεδο διαβίωσης ασυμβίβαστο με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, και ως εκ τούτου δεν επιβαρύνθηκε υπερβολικά,

γ) η απάλειψη της 13ης και 14ης σύνταξης αντισταθμίζεται για όσους λαμβάνουν κάτω από 2500 ευρώ μηνιαίως με την υιοθέτηση ενός ενιαίου επιδόματος 800 ευρώ ετησίως. Από την άλλη πλευρά, αν και η πληρωμή του 13ου και 14ου μισθού καταργήθηκε για όλους τους εργαζόμενους, υιοθετήθηκε ένα ετήσιο ενιαίο επίδομα 1000 ευρώ, το οποίο χρηματοδοτείται μέσω της μείωσης επιδομάτων για τους υψηλόμισθους. Το επίδομα αυτό προβλέφτηκε για την προστασία των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων και πιο συγκεκριμένα, για όσους λαμβάνουν λιγότερο από 3.000 ευρώ μηνιαίως, (στο σημείο αυτό το ΕΔΔΑ αποφαίνεται ότι δεν μπορεί να αναφερθεί παρά μόνο στο ίδιο το κείμενο του Μνημονίου) και τέλος

δ) Η πιθανή ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων δε μπορεί να οδηγήσει στο χαρακτηρισμό της νομοθεσίας αυτής ως αδικαιολόγητης, δεδομένου ότι ο νομοθέτης δεν υπερέβη τα όρια της ευρείας διακριτικής του ευχέρειας.

Συμπερασματικά λοιπόν θα λέγαμε ότι το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, ναι μεν υφίσταται επέμβαση στην απόλαυση του δικαιώματος στην περιουσία, πλην όμως η επέμβαση αυτή είναι νόμιμη και υπαγορεύεται από λόγους δημοσίου συμφέροντος, χωρίς να διαταράσσεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του δημοσίου συμφέροντος και της απαίτησης σεβασμού της ατομικής περιουσίας. Σύμφωνα με την απόφαση, οι ανωτέρω περικοπές δε συνιστούν στέρηση περιουσίας και δεν εκθέτουν την πρώτη προσφεύγουσα σε επίπεδο διαβίωσης ασυμβίβαστο με την ΕΣΔΑ.

Είναι γεγονός ότι η επιχειρηματολογία της απόφασης είναι κλασική, λίγο πολύ αναμενόμενη, λαμβάνοντας υπόψη και την πάγια απροθυμία που επιδεικνύει το Δικαστήριο του Στρασβούργου, στο να λαμβάνει θέση επί υποθέσεων με πολιτική χροιά.

Ωστόσο, αξιοσημείωτο στην απόφαση αυτή είναι (η αν όχι αποκλειστική) η κατά πολύ μεγάλο βαθμό υιοθέτηση της αιτιολογικής έκθεσης του ν. 3833/2010, αλλά και του σκεπτικού της υπ’ αριθμ. 668/2012 απόφασης της Ολομέλειας του ΣτΕ, για τη θεμελίωση της βασιμότητας των θέσεών της. Το Δικαστήριο αναγνωρίζει μεν την ευρεία διακριτική ευχέρεια των κρατών – μελών σε ζητήματα χάραξης κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής και ιδίως όταν πρόκειται για ζητήματα σχετικά με την κατανομή των περιορισμένων δημόσιων πόρων, ωστόσο το ίδιο δεν απεμπολεί την εξουσία του για σχετικό έλεγχο της επέμβασης στην περιουσία σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Και ενώ το ίδιο «φαινομενικά» προβαίνει στον έλεγχο του δικαιολογημένου ή μη της επέμβασης, για να επιβεβαιώσει τη βασιμότητα των θέσεών του και της ύπαρξης «δημοσίας ωφέλειας», προβαίνει σε πιστή αντιγραφή των επιλογών του εθνικού νομοθέτη και των θέσεων του εθνικού δικαστή, τις πλημμέλειες των οποίων επικαλέστηκαν ενώπιον του οι προσφεύγουσες, χωρίς καμία δικαστική αξιολόγηση των εν λόγω επιλογών και χωρίς αντικειμενικό έλεγχο της συμβατότητάς τους με την ΕΣΔΑ. Άλλως ειπείν, από τη σχολιαζόμενη απόφαση απουσιάζει η εξήγηση σχετικά με το πώς αποδεικνύεται ότι πράγματι τα συγκεκριμένα ληφθέντα μέτρα από τον εθνικό νομοθέτη εξυπηρετούσαν μία δημόσια ωφέλεια και ήταν αναγκαία και πρόσφορα, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Συνεπώς, το ΕΔΔΑ, όπως και το ΣτΕ άλλωστε, καίτοι οι προσφεύγουσες ενώπιον τους επικαλέστηκαν ρητά την εσφαλμένη επίκληση της δημοσίας ωφέλειας από τον εθνικό νομοθέτη ως δικαιολογητική βάση της επέμβασης στην περιουσία, καθώς ουδόλως υπήρξε αποδεδειγμένη, τεκμηριωμένη και συγκεκριμενοποιημένη, δεν προέβησαν σε δικαστική αξιολόγηση και κρίση επ’ αυτής, την έλαβαν ως αποδεδειγμένη, αντιγράφοντας αποκλειστικά την αιτιολογική έκθεση των επίδικων νόμων, λαμβάνοντας τα όσα αναφέροντο σ’ αυτή ως αληθή και αξιόπιστα.

Το Δικαστήριο περαιτέρω, αφού προέβη στη διαπίστωση της συνδρομής των στοιχείων της νομιμότητας και της εξυπηρέτησης δημοσίου συμφέροντος, κατά το έλεγχο της επίτευξης της δίκαιης ισορροπίας μεταξύ του δημοσίου συμφέροντος και του ατομικού δικαιώματος στην περιουσία, υιοθέτησε το κριτήριο της διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του ατόμου,  στην οποία γίνεται λόγος και στην απόφαση του ΣτΕ, θέτοντας την ως απώτατο όριο της διακριτικής ευχέρειας των κρατών μελών. Με βάση το ανωτέρω κριτήριο κατέληξε ότι in concreto, η επίδικη επέμβαση δε μπορεί να θεωρηθεί ότι επιβαρύνει υπερβολικά την προσφεύγουσα. Ωστόσο και η σκέψη αυτή  χαρακτηρίζεται από έκδηλη αοριστία, καθώς δεν συνοδεύεται από τις προϋποθέσεις εκείνες βάσει των οποίων το Δικαστήριο θα κατέφασκε τέτοιου είδους παραβίαση. Ειδικότερα, για να καταλήξει στην κρίση αυτή το ΕΔΔΑ, έλαβε υπόψη του τον καθαρό μηνιαίο μισθό της προσφεύγουσας πριν από τη λήψη των μέτρων και τον καθαρό μηνιαίο μισθό της μετά τη λήψη των μέτρων και απεφάνθη ότι η συγκεκριμένη μείωση των αποδοχών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιβαρύνει υπερβολικά την προσφεύγουσα. Πλην όμως, μία τέτοια εκτίμηση μόνο «ταμειακή» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Αναμφίβολα, μία τέτοια κρίση αποκομμένη από το σύνολο των επιπρόσθετων επιβαρύνσεων στις οποίες υποβλήθηκε η προσφεύγουσα δυνάμει του ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και εφαρμογής διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας (πχ. τέλος επιτηδεύματος, έκτακτος φόρος ακίνητης περιουσίας, πρόσθετοι φόροι αλλά και αύξηση των τιμών των ειδών πρώτης ανάγκης, των καυσίμων, του κόστους των δημοσίων υπηρεσιών κτλ.), μόνο σε λανθασμένα συμπεράσματα θα μπορούσε να οδηγήσει. Επί πλέον, η άποψη αυτή καθίσταται και επικίνδυνη, καθώς καθιστά μη εφαρμόσιμη την προστατευτική εμβέλεια του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ για καταστάσεις προ της εξαθλίωσης, χωρίς εμφανή και προσδιορισμένα κριτήρια και περιορίζει την ερμηνεία του δικαιώματος προστασίας της περιουσίας, σε αντίθεση με την υποχρέωση του Δικαστηρίου στην προάσπιση και ανάπτυξη του δικαιώματος αυτού[2], σύμφωνα με το προοίμιο της ΕΣΔΑ.

Εν κατακλείδι, το ΕΔΔΑ, καίτοι αναγνώρισε επέμβαση στην περιουσία των προσφευγουσών, κατά τον έλεγχο του δικαιολογημένου ή μη της επέμβασης αυτής, αρκέστηκε αποκλειστικά σε μία απλή αντιγραφή της αιτιολογικής έκθεσης του νόμου βάσει του οποίου υιοθετήθηκαν τα επίμαχα μέτρα και του σκεπτικού της απόφασης του ΣτΕ, και περαιτέρω βάσει μίας «ταμειακής κρίσης» περί της μη εξαθλίωσης της προσφεύγουσας in concreto, απέρριψε την προσφυγή, χωρίς κατ΄ ουσίαν σε ένα τόσο σοβαρό και καθοριστικό ζήτημα που αφορούσε όχι μόνον τη χώρα μας αλλά και ένα σημαντικό κομμάτι της Ευρώπης, να προβεί σε αντικειμενικό έλεγχο των προϋποθέσεων εκείνων που καθιστούν μία τέτοια επέμβαση δικαιολογημένη ή όχι, σύμφωνα με το άρθρο 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Μια τέτοια αντιμετώπιση όμως από ένα Διεθνές Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σε μία καθοριστικής σημασίας για τον ελληνικό λαό υπόθεση, μόνο δυσοίωνη μπορεί να είναι. Ας ελπίσουμε πάντως ότι το ΕΔΔΑ, σε μία μελλοντική περίπτωση,  όπου η εξαθλίωση του ατόμου θα είναι πέραν πάσης αμφιβολίας δεδομένη, ενόψει και των μεταγενέστερων του πρώτου Μνημονίου δυσβάσταχτων μέτρων που επακολούθησαν, θα σεβαστεί το απώτατο όριο μείωσης των αποδοχών που το ίδιο έθεσε και θα τολμήσει αυτό που δεν τόλμησε στην παρούσα υπόθεση.

 

 

 

 

 

 

 

[1] βλ. αναλυτικά υπ’ αριθμ. 668/2012 απόφαση του ΣτΕ (Ολομέλεια), ΝοΒ (2012), σελ.384-440 , Γ. Κασιμάτης, “Τα αντισυνταγματικά μέτρα των δανειακών συμβάσεων. Οι βασικές θέσεις της απόφασης 668/2012 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, Σχόλια-Παρατηρήσεις-Σκέψεις”, Μελέτες επί του Μνημονίου, ΔΣΑ , Αθήνα 2013, σελ. 29-84

[2] Βλ.Vassilis Chirdaris ” The limits of the interpretation of the Strasbourg court and the principle of non-regression” σ. 81 επ. σε ” The European Convention on Human Rights a living instrument” , εκδ. BRUYANT , 2011.


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες