Η απόρριψη έφεσης ως απαράδεκτης για μη αναγραφή λόγου έφεσης παραβιάζει το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο.

Απόφαση 

SHULI κατά Ελλάδας, της 13.07.2017, Αριθ. Προσφυγής 71891/10, δημοσιευμένη στο ΝοΒ (2017) 65,  σελ.1492-1501 με σχόλιο του Βασίλη Χειρδάρη

 

Περίληψη:

Άσκηση εφέσεως κατηγορουμένου επί προτυπωμένου εντύπου. Μη αναγραφή συγκεκριμένων λόγων έφεσης στην ασκηθείσα έφεση. Η τυπολατρική απόρριψη έφεσης ως απαράδεκτης παρεμποδίζει την πρόσβαση σε δικαστήριο. Η διατύπωση στο έντυπο έφεσης που χορηγείται από την γραμματεία του δικαστηρίου της φράσης «… ΕΚΚΑΛΕΙ … ζητώντας να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απαλλαγεί από την κατηγορία, για τους λόγους που θα εκθέσει στο Εφετείο» χωρίς να επακολουθεί στο έντυπο η φράση «για τους λόγους …» οδηγεί στην πεποίθηση ότι δεν απαιτείται να συμπεριληφθεί στο έντυπο συγκεκριμένος λόγος έφεσης και ότι αρκεί αυτός να αναφερθεί ενώπιον του Εφετείου. Η απόρριψη της έφεσης για το λόγο αυτό ως απαράδεκτης είναι φορμαλιστική και παραβιάζει την πρόσβαση σε δικαστήριο ώστε να δικαστεί η υπόθεση επί της ουσίας.

Δικονομικοί κανόνες. Τρόποι εφαρμογής. Κατά την εφαρμογή των δικονομικών κανόνων, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να αποφεύγουν τόσο τον υπερβολικό φορμαλισμό, ο οποίος επηρεάζει το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας, όσο και την υπερβολική ελαστικότητα, πράγμα που θα είχε ως αποτέλεσμα την ακύρωση των διαδικαστικών απαιτήσεων που προβλέπει ο νόμος. Το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη υποβαθμίζεται όταν ο κανόνας αποτελεί ένα είδος εμποδίου που κωλύει τον διάδικο να κριθεί η υπόθεσή του επί της ουσίας από το αρμόδιο Δικαστήριο.

Καταδικάζεται η χώρα μας για παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ (Άρθρο 6 § 1 της  ΕΣΔΑ).

 

Σχόλιο:

Η απόρριψη έφεσης ως απαράδεκτης για μη αναγραφή λόγου έφεσης  παραβιάζει το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο.

Ο φορμαλισμός ταλαιπωρεί για πολλά χρόνια τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων. Αποτέλεσμα αυτής της άκρατης τυπολατρίας είναι οι πολλές καταδίκες της χώρας μας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και μάλιστα αρκετές φορές με επιτιμητική αιτιολογία. Σημαντική θέση στις καταδικαστικές αποφάσεις καταλαμβάνουν οι υποθέσεις[1] που αφορούσαν την απόρριψη του ενδίκου μέσου για τυπικές παραλείψεις στην σύνταξη ή στην κατάθεσή του[2]. Η υπερβολική τυπολατρία αφορά την ιδιαίτερα αυστηρή ερμηνεία των δικονομικών κανόνων η οποία μπορεί να στερήσει από τους προσφεύγοντες το δικαίωμα της πρόσβασής τους σε δικαστήριο. Μπορεί να περιλαμβάνει αυστηρές ερμηνείες προθεσμιών[3], διαδικαστικών κανόνων[4] και αποδεικτικών στοιχείων[5].

Στην παρουσιαζόμενη υπόθεση ο κατηγορούμενος και προσφεύγων καταδικάστηκε από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ναυπλίου σε συνολική ποινή κάθειρξης 22 ετών για διάφορα κακουργήματα. Μετά την έκδοση της απόφασης οδηγήθηκε με χειροπέδες στην γραμματεία του ανωτέρω δικαστηρίου για να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, υπό την συνοδεία αστυνομικών και χωρίς την παρουσία του συνηγόρου του. Η έφεση ασκείται επί προτυπωμένου εντύπου, το οποίο χορηγεί η γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Εν προκειμένω ο γραμματέας συμπλήρωσε ο ίδιος το προεκτυπωμένο έντυπο με τα προσωπικά στοιχεία του προσφεύγοντος, τον αριθμό της απόφασης κατά της οποίας άσκησε την έφεση, την ποινή που του επιβλήθηκε και το όνομα του αντικλήτου του και στη συνέχεια το έντυπο αυτό το υπέγραψε ο καταδικασθείς κατηγορούμενος.

Συνήθως το έντυπο που διαθέτουν τα εφετεία όλης της χώρας έχει τον τίτλο «ΕΚΘΕΣΗ ΕΦΕΣΗΣ» και περιλαμβάνει την εξής διατύπωση[6] (σε τρίτο πρόσωπο) που αφορά τον λόγο έφεσης του κατηγορουμένου» … δηλώνοντας, ότι εκκαλεί … ζητώντας να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απαλλαγεί από την κατηγορία, για τους λόγους που θα εκθέσει στο αρμόδιο Δικαστήριο και για τους εξής: Διότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά από το Πρωτόδικο Δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, όπως προέκυψε από τη διαδικασία και έτσι κηρύχθηκε ένοχος πράξεως, την οποία δεν διέπραξε .

Στη γραμματεία όμως του Εφετείου Ναυπλίου ενώ υπήρχε το προεκτυπωμένο έντυπο, από το έντυπο αυτό είχε παραληφθεί η διατύπωση «Διότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά από το Πρωτόδικο Δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως». Έτσι στο τυπωμένο έντυπο υπήρχε μόνον όσον αφορά τους λόγους έφεσης το κείμενο ότι ο κατηγορούμενος εκκαλεί την πρωτόδικη απόφαση «για τους λόγους που θα εκθέσει στο αρμόδιο Δικαστήριο», δεν ανεγράφετο δηλαδή ρητά κανένας συγκεκριμένος λόγος έφεσης στο προεκτυπωμένο έντυπο και εξαιτίας της τυπογραφικής παράλειψης δεν υπήρχε ούτε και η μη ορθή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που είναι ένας συγκεκριμένος λόγος έφεσης και περιέχεται στα προεκτυπωμένα έντυπα όλων των πρωτοβάθμιων ελληνικών δικαστηρίων.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου) κατά πλειοψηφία έκρινε την ασκηθείσα έφεση ως απαράδεκτη με το σκεπτικό ότι δεν είχε περιληφθεί στην έκθεση έφεσης κανένας συγκεκριμένος λόγος έφεσης, όπως απαιτεί το άρθρο 474 § 2 του ΚΠΔ. Ο Πρόεδρος του Εφετείου μειοψήφησεεκφράζοντας την άποψη ότι από τη φράση «… για τους λόγους που θα εκθέσει στο Εφετείο», θα μπορούσε κανείς εύκολα να συμπεράνει ότι ο καταδικασθείς διαμαρτύρεται για την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Η ασκηθείσα δε αίτηση αναίρεσης απερρίφθη από τον Άρειο Πάγο. Έτσι παρέμεινε η πρωτόδικη ποινή της κάθειρξης των 22 ετών.

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου, μετά την προσφυγή που άσκησε ο καταδικασθείς κατηγορούμενος, κατ’ αρχήν προβαίνει σε μία ισορροπημένη παραδοχή για την αξία των δικονομικών κανόνων. Αξιολογεί ως αναγκαίους τους δικονομικούς κανόνες και επομένως και την αξία αυτών στο νομικό σύστημα. Απαιτεί όμως κατά την εφαρμογή τους, από τα εθνικά δικαστήρια, να αποφεύγεται τόσο η υπερβολική τυπολατρία, η οποία επηρεάζει και αλλοιώνει το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας, όσο και η υπερβολική ελαστικότητα, πράγμα που ακυρώνει τις  διαδικαστικές νόμιμες απαιτήσεις[7].

Οι δικονομικές διατάξεις θεσμοθετούνται για την εξυπηρέτηση των διαδικασιών, για την εξάλειψη των αυθαιρεσιών, για την ασφάλεια του δικαίου, για την ολοκλήρωση της δίκαιης δίκης, για την ορθή απονομής της δικαιοσύνης. Ουσιαστικά οι δικονομικοί κανόνες εξυπηρετούν το θεμελιώδες δικαίωμα της πρόσβασης στο δικαστήριο, που αποτελεί την βάση της δίκαιης δίκης. Οποιοσδήποτε δικονομικός κανόνας ή η ερμηνεία αυτού παρεμποδίζει την πρόσβαση σε δικαστήριο και γίνεται εμπόδιο σ’ αυτήν, ακυρώνοντας ουσιαστικά ή και μειώνοντας τον πυρήνα και την ουσία ενός τέτοιου θεμελιώδους δικαιώματος, προσκρούει στο άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ, αφού αντί να εξυπηρετεί την πρόσβαση, την παρεμποδίζει[8].

Το ΕΔΔΑ στην σχολιαζόμενη υπόθεση χρησιμοποιεί, επισημαίνοντάς το, ένα ποσοτικό κριτήριο. Το μέγεθος των συνεπειών της εφαρμογής του δικονομικού κανόνα στην περίπτωση παρεμπόδισης της πρόσβασης σε δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση οι συνέπειες για τον προσφεύγοντα ήταν ιδιαίτερα σοβαρές αφού υποχρεώθηκε να εκτελέσει μια εξαιρετικά μεγάλη συνολική ποινή κάθειρξης (22 ετών)[9] χωρίς να έχει τη δυνατότητα να επανεξεταστεί η ουσία της υπόθεσής του, εξαιτίας ακριβώς της εφαρμογής και της ερμηνείας του δικονομικού κανόνα. Ουσιαστικά το Στρασβούργο επαυξάνει και μεγεθύνει την προστατευτική εμβέλεια του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο με βάση το ποσοτικό κριτήριο των συνεπειών της παρεμπόδισης του δικαιώματος. Προσθέτει δηλ. ένα ποσοτικό χαρακτηριστικό για την ποιοτική αναβάθμισή του.

Τελικά το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι η απόφαση που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη ήταν φορμαλιστική και βάσισε την καταδικαστική απόφασή του στις εξής σκέψεις:

α) η έφεση ασκήθηκε σε προεκτυπωμένο έντυπο που χορηγήθηκε στον καταδικασθέντα από τη γραμματεία του δικαστηρίου,

β) ο ρόλος του γραμματέα στην παρούσα υπόθεση ήταν σημαντικός, αφού αυτός συμπλήρωσε το έντυπο, αυτός μπορούσε να καθοδηγήσει τον προσφεύγοντα, αυτός δεν του επέστησε τις τυχόν ελλείψεις στην έκθεση εφέσεως,

γ) το αίσθημα που δημιουργήθηκε από τον τρόπο άσκησης της έφεσης στον καταδικασθέντα ότι ασκήθηκε νομότυπα έφεση,

δ) το διακύβευμα για τον προσφεύγοντα που ήταν εξαιρετικά σοβαρό και

ε) σύμφωνα την εθνική νομολογία, δεν απαιτούνται συγκεκριμένοι λόγοι[10] για την άσκηση ενδίκου μέσου και ότι αρκεί μια τυπική φράση με την οποία ο καταδικασθείς καταγγέλλει την εσφαλμένη εκτίμηση γεγονότων ή αποδεικτικών μέσων και ότι η διατύπωση του εντύπου οδήγησε στην εντύπωση ότι ήταν πλήρης η ασκηθείσα έφεση και ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος για να συμπεριληφθεί συγκεκριμένος λόγος έφεσης στο έντυπο.

Πρέπει να επισημανθεί ότι το χορηγούμενο ένδικο μέσο στον κατηγορούμενο, ανήκει σ’ αυτόν , όπως ορίζει ρητά το άρθρο 465 ΚΠΔ. Η διατύπωση δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία ότι η άσκηση του ενδίκου μέσου αποτελεί δικαίωμά του, στον οποίο νομοθετικά χορηγείται, ασκείται δε για λογαριασμό και προς το συμφέρον του, ο δε τρόπος άσκησης αυτού αποτελεί ουσιαστικό και αναγκαίο πρακτικό μέσο για την ολοκλήρωσή του. Δηλαδή ο τρόπος άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης, που έχει και ουσιαστικό περιεχόμενο, ο οποίος καθορίζεται από τις δικονομικές προϋποθέσεις, πρέπει να εξυπηρετεί την εισαγωγή της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για να επανεξεταστεί η υπόθεση επί της ουσίας από εμπειρότερο και ανώτερο δικαστήριο. Στο ελληνικό δικονομικό σύστημα η άσκηση της έφεσης είναι ζήτημα ελαχίστων λεπτών και η συμπλήρωση του προτυπωμένου εντύπου είναι ζήτημα ρουτίνας. Επαρκεί δε πλήρως για την συνολική επανεισαγωγή της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο το κείμενο του προτυπωμένου εντύπου χωρίς κανένα προσθετικό λόγο έφεσης. Το ελλαττωματικό έντυπο του εφετείου Ναυπλίου δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον πάγιο τρόπο άσκησης της έφεσης που δημιουργεί ασφάλεια δικαίου στον εκάστοτε ασκούντα αυτήν. Ήταν σαφές στην προκειμένη υπόθεση ότι η άσκηση της έφεσης περιείχε την βούληση του  καταδικασθέντος – προσφεύγοντος να εκδικαστεί η υπόθεσή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (γι’ αυτό και την άσκησε εξάλλου). Η ελλιπής εκτύπωση του εντύπου δεν ήταν σφάλμα του καταδικασθέντος αλλά της πολιτείας και η απόρριψη της έφεσής του ως απαράδεκτης ήταν εξαιρετικά φορμαλιστική, παρά την αντίθεση του μειοψηφούντος Προέδρου του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που ορθά μειοψήφησε. Και τούτο γιατί η παραπάνω απόρριψη ακύρωνε ουσιαστικά το δικαίωμα πρόσβασης του προσφεύγοντος στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και καθιστούσε υπέρτερο τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος από τον πυρήνα του ίδιου του δικαιώματος. Για την εξυπηρέτηση δηλ. της ασφάλειας της άσκησης του δικαιώματος (η οποία άσκηση θεσμοθετήθηκε για να εξυπηρετεί, να διευκολύνει και να υλοποιεί το ίδιο το δικαίωμα)  το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατάργησε και ακύρωσε το ίδιο το δικαίωμα!

Η απόφαση αυτή του ΕΔΔΑ είναι ένα σημαντικό βήμα για την υλοποίηση της ανεμπόδιστης άσκησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως αυτό της πρόσβασης σε δικαστήριο χωρίς τυπολατρίες και φορμαλισμούς, και μια ακόμα υπενθύμιση για το δικαστικό σύστημα της χώρας μας ότι οι δικονομικοί κανόνες δεν θεσπίζονται για να παρεμποδίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων και την κατάργηση ή την ακύρωσή τους αλλά για να τα βοηθούν στην εκπλήρωση του σκοπού τους. Σε κάθε περίπτωση τα θεμελιώδη δικαιώματα είναι σημαντικότερα  από τον τρόπο άσκησής τους και δεν μπορεί το όχημα (δικονομικοί κανόνες) για την άσκησή τους να καθίσταται υπέρτερο από αυτόν που εξυπηρετεί, διευκολύνει και μεταφέρει (θεμελιώδες δικαίωμα). Η δικονομία οφείλει να υποτάσσεται στο ουσιαστικό δικαίωμα και στον πυρήνα του. Έτσι υλοποιείται το κράτος δικαίου και οι πολίτες αποκτούν πραγματικά και υλοποιήσιμα δικαιώματα.

 

 

 

 

 

 

 

[1]. Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις: Ευαγγέλου κατά Ελλάδος της 13.01.2011, με σχόλιο Ε. Σαλαμούρα, ΝοΒ 2011, τομ. 59. 1364 επ., «Σωτήρης και Νίκος Κούτρας Α.Τ.Τ.Ε.Ε.» κατά Ελλάδος το 2000, αριθ. προσφ. 399442/98, Λούλη κατά Ελλάδος της 31.07.08, ΝοΒ 2008, τομ. 56. 2513 επ. με σχόλιο Β. Χειρδάρη, Καλλέργης κατά Ελλάδος της 02.04.09, Μπουλουγουράς κατά Ελλάδος της 27.05.04  κ.α.

[2]. Μ. Τσίρλη, «Οι αναχρονισμοί στην ερμηνεία των δικονομικών κανόνων από τα εθνικά δικαστήρια και ο διορθωτικός ρόλος του ΕΔΔΑ», ΝοΒ 2009, τομ. 57. 1939 επ., ιδίως δε σ. 1940.

[3]. Απόφαση ΕΔΔΑ Bogdel κατά Λιθουανίας της 26.11.2013 , αριθ. 41248/06,απόφαση  ΔΕΕQ-BeefNV κατά Belgische Staat και Frans Bosschaert κατά Belgische Staat κ.λπ., συνεκδικασθείσες Υποθέσεις C-89/10 και C-96/10, 8 Σεπτεμβρίου 2011.

[4]. Απόφαση ΕΔΔΑ Poirot κατά Γαλλίας της 15.12.2011, αριθ. 29938/07 (§ 46), Maširević κατά Σερβίας της 11.02.2014, αριθ. 30671/08.

[5]. Απόφαση ΕΔΔΑ Klouvi κατά Γαλλίας της 20.06.2011, αριθ. 30754/03, απόφαση ΔΕΕ Galina Meister κατά Speech Design Carrier Systems GmbH, ΥπόθεσηC-415/10, 19 Απριλίου 2012.

[6]. Ελήφθη το περιεχόμενο από  ισχύον σχετικό έντυπο του Εφετείου Αθηνών

[7]. Βλ. αποφάσεις  ΕΔΔΑ Peca κατά Ελλάδας (αριθ. 2) της 10.06.2010 § 30 και Walchli κατά Γαλλίας της 26.07.2007 § 29, και, 10 Ιουνίου 2010.

[8]. βλ. αποφάσεις  ΕΔΔΑ Λούλη -Γεωργοπούλου κατά Ελλάδας, αριθ. 22756/09, § 39 της 16.03.2017, Kart κατά Τουρκίας [GC], αριθ. 8917/05, § 79, Ευσταθίου κ.α. κατά Ελλάδας της 27.07. 2006, αριθ. 36998/02, § 24, Βαμβακάς κατά Ελλάδας της 16.10. 2008 , αριθ. 36970/06, § 26.

[9]. Labergere κατά Γαλλίας της 26.09.2006, αριθ. 16846/02, § 20.

[10]. Poirot κατά Γαλλίας της 15.12.2011  (σκέψη 46).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες