Η διαδικασία των πιλοτικών αποφάσεων και η συστημική παραβίαση του δικαιώματος διεξαγωγής της δίκης εντός ευλόγου χρόνου από τα ελληνικά δικαστήρια

Ευαγγελίας (Εβίτας) Σαλαμούρα

 

Εισαγωγή    

Η καθυστέρηση απονομής της Δικαιοσύνης στη χώρα μας αποτελεί δυστυχώς, μια αναμφισβήτητη πραγματικότητα. Μέγιστος αριθμός προσφυγών κατά της Ελλάδας, κατακλύζουν καθημερινά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής «ΕΔΔΑ» ή «Δικαστήριο»), με αντικείμενο τη βραδύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης ενώπιον όλων των ειδών εθνικών δικαστηρίων (πολιτικών, ποινικών, αλλά και διοικητικών), γεγονός που τοποθετεί πλέον σταθερά την Ελλάδα στις πρώτες θέσεις των χωρών με τις περισσότερες παραβιάσεις. Άξιο μνείας δε, είναι το γεγονός ότι περισσότερες από τις μισές καταδίκες εις βάρος της Ελλάδας έχουν ως αντικείμενο την εν λόγω παραβίαση[1], η οποία πλέον είναι συστημική, όπως διαπίστωσε το ίδιο το ΕΔΔΑ στην πρώτη του πιλοτική απόφαση pilotjudgment») κατά της Ελλάδας, Βασίλειος Αθανασίου και λοιποί[2].

Η παρούσα μελέτη έχει ως επίκεντρο την αναγνώριση από το ΕΔΔΑ της συστημικής παραβίασης του δικαιώματος του δικάζεσθαι εντός ευλόγου χρόνου από τα ελληνικά διοικητικά δικαστήρια. Για το σκοπό αυτό, στο πρώτο μέρος αυτής θα προβούμε σε μία σύντομη αναφορά στη διαδικασία των πιλοτικών αποφάσεων και σε περιπτώσεις αφορούσες μακρόχρονη διεξαγωγή της δίκης όπου εφαρμόστηκε η διαδικασία αυτή, και στη συνέχεια θα αναλύσουμε τη νέα διάταξη του Κανονισμού του Δικαστηρίου η οποία κωδικοποιεί τη διαδικασία των πιλοτικών αποφάσεων (άρθρο 61 του Κανονισμού του Δικαστηρίου[3]). Στο δεύτερο μέρος αυτής, θα παραθέσουμε τις κατευθυντήριες αρχές αναφορικά με την έννοια του ευλόγου χρόνου, όπως διατυπώνονται μέσω της πλούσιας νομολογίας του ΕΔΔΑ και τέλος, θα αναφερθούμε στην αναγνώριση από το ΕΔΔΑ του συστημικού προβλήματος των εξαιρετικά μακρόχρονων ελληνικών διοικητικών διαδικασιών και της ανάγκης θέσπισης ενός αποτελεσματικού εσωτερικού ενδίκου μέσου.

 

Ι.  Η διαδικασία των πιλοτικών αποφάσεων

 

Είναι γεγονός ότι το ΕΔΔΑ, ένα Διεθνές Περιφερειακό Δικαστήριο που σκοπός του είναι η εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (εφεξής «ΕΣΔΑ»), συγκρινόμενο με τα λοιπά διεθνή δικαιοδοτικά όργανα ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελεί πλέον τον ομφαλό της γης στα ανθρώπινα δικαιώματα, έχοντας αποκτήσει καθολική αναγνώριση σε παγκόσμιο επίπεδο. Το ΕΔΔΑ αποτελεί το τελευταίο καταφύγιο και την τελευταία ελπίδα κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου που τα δικαιώματα του παραβιάζονται από τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης[4]. Ωστόσο, ο σεβασμός και το κύρος που διαθέτει πλέον το Δικαστήριο του Στρασβούργου το έφεραν αντιμέτωπο με την δραματική αύξηση των ατομικών προσφυγών που κατατίθενται ενώπιoν του, θέτοντας σε κίνδυνο την ίδια του την λειτουργία[5].

Η αλματώδης ανάπτυξη των προσφυγών, οι οποίες αφορούν σε επαναλαμβανόμενες υποθέσεις απορρέουσες από δομικά προβλήματα στα συμβαλλόμενα κράτη και η ανάγκη επιβίωσης του Δικαστηρίου οδήγησαν το τελευταίο στην υιοθέτηση της διαδικασίας των πιλοτικών αποφάσεων[6] και στην αντιμετώπιση των συστηματικών παραβιάσεων, όχι πλέον στη βάση κάθε ατομικής περίπτωσης αλλά στη βάση ενός γενικού προβλήματος. Οι πιλοτικές αποφάσεις αποσκοπούν να δώσουν μια λύση η οποία εκτείνεται πέρα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε να καλύπτουν όλες τις επαναλαμβανόμενες υποθέσεις (υποθέσεις «κλώνους»), οι οποίες θέτουν το ίδιο ζήτημα.

Η πιλοτική απόφαση συναρμόζει το «οικείο» στοιχείο με το «καινοτόμο»[7].  Το «οικείο» έγκειται στο ότι η απόφαση διαπιστώνει κατά πόσο υπάρχει παραβίαση σε μία συγκεκριμένη υπόθεση. Ταυτόχρονα όμως, διαπιστώνει την ύπαρξη ενός δομικού προβλήματος στα πλαίσια της εθνικής έννομης τάξης και το οποίο οδήγησε ή θα μπορούσε να οδηγήσει στο μέλλον και άλλους ιδιώτες να ασκήσουν προσφυγή ενώπιον του ΕΔΔΑ. Έτσι, το «καινοτόμο» στοιχείο έγκειται στο ότι μέσω της πιλοτικής απόφασης το Δικαστήριο χαράζει τις γενικές κατευθύνσεις σύμφωνα με τις οποίες ένα κράτος οφείλει να καταπολεμήσει το ελλοχεύον πρόβλημα και υπογραμμίζει την ανάγκη να προβεί το κράτος σε νομοθετικές αλλαγές, παραδείγματος χάριν στις περιπτώσεις όπου ένα εθνικό ένδικο βοήθημα είναι ανύπαρκτο ή ανεπαρκές, ώστε το ίδιο το κράτος να έχει τη δυνατότητα να αποκαταστήσει τους προσφεύγοντες σε παρόμοιες υποθέσεις, είτε έχει ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του ΕΔΔΑ είτε όχι.

Σύμφωνα με τον Luzius Wildhaber πρώην Πρόεδρο του Δικαστηρίου τα βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα που διακρίνουν μία πιλοτική απόφαση είναι[8]: (1) η διαπίστωση της παραβίασης, από το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης (Ολομέλεια) του Δικαστηρίου, η οποία υποδεικνύει ότι στο ενδιαφερόμενο κράτος υπάρχει ένα πρόβλημα που επηρεάζει μια ολόκληρη ομάδα ατόμων, (2) το συμπέρασμα ότι το συγκεκριμένο πρόβλημα έχει οδηγήσει ή μπορεί να οδηγήσει στην κατάθεση πολλών επιπλέον προσφυγών ενώπιον του Στρασβούργου, (3) η αναγνώριση ότι πρέπει να ληφθούν γενικά μέτρα και η παροχή οδηγιών στο κράτος, αναφορικά με τα γενικά μέτρα, τα οποία οφείλει να λάβει με σκοπό την επίλυση του προβλήματος, (4) η αναδρομικής ισχύς των εσωτερικών μέτρων, προκειμένου να εξεταστούν παρόμοιες υφιστάμενες περιπτώσεις, (5) η αναβολή από το Δικαστήριο όλων των εκκρεμών υποθέσεων επί του ιδίου αντικειμένου, (6) η αξιοποίηση του διατακτικού της πιλοτικής απόφασης, με σκοπό την ενίσχυση της υποχρέωσης λήψης νομικών και διοικητικών μέτρων, (7) η αναβολή οποιασδήποτε απόφασης δίκαιης ικανοποίησης σχετικά με το ζήτημα αυτό, μέχρι την ανάληψη δράσης από το κράτος, (8) η ενημέρωση των κύριων οργάνων του Συμβουλίου της Ευρώπης (η Επιτροπή των Υπουργών, ως αρμόδιο όργανο εποπτείας της εκτέλεσης των αποφάσεων του Δικαστηρίου, η Κοινοβουλευτική Συνέλευση και ο Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων) σχετικά με την πρόοδο της πιλοτικής υπόθεσης.

 

α)  Πιλοτικές Υποθέσεις ενώπιον του ΕΔΔΑ

 

Τον Ιούνιο του 2004, το ΕΔΔΑ για πρώτη φορά προέβη στην έκδοση μιας πιλοτικής απόφασης, στην υπόθεση Broniowski[9], γνωστή ως «Bug River Case» και η οποία αφορούσε παραβίαση του δικαιώματος στην ιδιοκτησία (άρθρο 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ) λόγω μη καταβολής αποζημίωσης Πολωνών υπηκόων, οι οποίοι μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο εκτοπίστηκαν από την ανατολική περιοχή του ποταμού Bug, στο πλαίσιο των δημοκρατικών συμφωνιών και την εκ νέου χάραξη των ανατολικών συνόρων της Πολωνίας με τη Σοβιετική Ένωση. Το Τμήμα της Ολομέλειας του Δικαστηρίου υπερβαίνοντας την απλή διαπίστωση της παραβίασης, αναγνώρισε την ύπαρξη ενός ευρύτερου προβλήματος, το οποίο υπήρξε απόρροια της δυσλειτουργικότητας της Πολωνικής νομοθεσίας και της διοικητικής πρακτικής αναφορικά με τις αποζημιώσεις των προσφευγόντων του ποταμού Bug και η οποία επηρέαζε, αλλά θα μπορούσε και να επηρεάσει ένα ευρύτερο αριθμό ατόμων που προσέφυγαν ή που θα μπορούσαν να καταφύγουν με νέες προσφυγές στο ΕΔΔΑ. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι το κράτος όφειλε να λάβει γενικά μέτρα τα οποία θα αφορούσαν σ’ ολόκληρη την ομάδα των προσφευγόντων που πλήττονταν από την εν λόγω παραβίαση. Πιο συγκεκριμένα[10], το ΕΔΔΑ δέχτηκε ότι: «Το Δικαστήριο εκτιμά ότι το ενδιαφερόμενο κράτος οφείλει πρωτίστως, είτε να καταργήσει οποιοδήποτε εμπόδιο στην άσκηση του δικαιώματος της ομάδας των ατόμων, τα οποία επηρεάζονται από την κατάσταση που διαπιστώθηκε, η οποία στην περίπτωση του προσφεύγοντα παραβιάζει τη Σύμβαση είτε να παράσχει μια ανάλογη αποκατάσταση αυτής. Όσον αφορά την πρώτη επιλογή, το ενδιαφερόμενο κράτος οφείλει, επομένως, μέσω των κατάλληλων νομικών και διοικητικών μέτρων, να εξασφαλίσει την αποτελεσματική και ταχεία πραγμάτωση του εν λόγω δικαιώματος για τους υπόλοιπους προσφεύγοντες του Bug River ή να τους παράσχει ισοδύναμο εναλλακτικό ένδικο μέσο, σύμφωνα με τις αρχές περί προστασίας του δικαιώματος ιδιοκτησίας που κατοχυρώνονται στο άρθρο 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τις αρχές που αφορούν την αποζημίωση».

Η πρώτη πιλοτική απόφαση του ΕΔΔΑ στέφθηκε με επιτυχία καθώς, επετεύχθη φιλικός διακανονισμός[11] μεταξύ του Broniowski και της Πολωνίας, το Δικαστήριο αποφάσισε να αναβάλει την εξέταση των λοιπών Bug River υποθέσεων και κατόπιν αλλαγών  σε εθνικό επίπεδο με την θέσπιση νέας νομοθεσίας που μεταξύ άλλων, κατέστησαν δυνατή την καταβολή χρηματικής αποζημίωσης για όλους τους υπόλοιπους προσφεύγοντες, διέγραψε από το πινάκιο όλες τις σχετικές προσφυγές που αφορούσαν «Bug River» αξιώσεις[12]. Ωστόσο, στην νέα προσφυγή που κατατέθηκε από τους προσφεύγοντες οι οποίοι δεν ικανοποιήθηκαν με το ποσό της αποζημίωσης που έλαβαν με βάση το νέο νομοθετικό πλαίσιο, το ΕΔΔΑ αξιολογώντας για άλλη μια φορά τα γενικά μέτρα που έλαβε η Πολωνία έκρινε ότι το σύστημα λειτουργούσε ικανοποιητικά, ότι το ποσό της αποζημίωσης υπήρξε εύλογο και αναφερόμενο στην πιλοτική διαδικασία έκρινε ότι : «ο ρόλος του Δικαστηρίου μετά την έκδοση της πιλοτικής απόφασης και μετά την εφαρμογή των γενικών μέτρων από το κράτος σύμφωνα με τη Σύμβαση, δεν μπορεί να μετατραπεί σε παροχή ατομικής οικονομικής αποκατάστασης σε επαναλαμβανόμενες υποθέσεις που προκύπτουν από την ίδια συστημική κατάσταση»[13].

Έκτοτε, το ΕΔΔΑ αντιμετώπισε και άλλες υποθέσεις, με διάφορα ζητήματα αναφορικά με τη δυσλειτουργικότητα των εθνικών νομικών συστημάτων, και ειδικότερα αναφορικά με τη διάρκεια των διαδικασιών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, ζήτημα το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί το πιο σύνηθες αντικείμενο των επαναλαμβανόμενων υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον του ΕΔΔΑ[14]. Να σημειωθεί δε, ότι στην υπόθεση Bottazi και λοιποί κατά Ιταλίας[15], η οποία αφορούσε στην παραβίαση του δικαιώματος δικάζεσθαι εντός ευλόγου χρόνου, το ΕΔΔΑ τόνισε ότι η συχνότητα με την οποία διαπιστώνονταν παραβιάσεις αποδεικνύει ότι υπάρχει «σώρευση ομοειδών υποθέσεων» οι οποίες ήταν «επαρκώς πολυάριθμες ώστε να θεωρηθούν ατομικά περιστατικά». Οι παραβιάσεις αυτές αντανακλούσαν μία επαναλαμβανόμενη κατάσταση για την οποία δεν υπήρχε ένα εσωτερικό ένδικο μέσο, το οποίο θα προσέφερε τη δυνατότητα αποκατάστασης των προσφευγόντων. Η σώρευση αυτή παραβιάσεων συνιστούσε μία πρακτική η οποία ήταν ασύμβατη με την ΕΣΔΑ.

Στην υπόθεση Lukenda κατά Σλοβενίας[16], η οποία αφορούσε την βραδύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης στη Σλοβενία και πιο συγκεκριμένα εκκρεμούσαν 500 υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, το ΕΔΔΑ δέχτηκε ότι «η παραβίαση του δικαιώματος του προσφεύγοντος να δικασθεί εντός ευλόγου χρόνου δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά μάλλον ένα συστημικό πρόβλημα, αποτέλεσμα της ανεπαρκούς νομοθεσίας και της αναποτελεσματικότητας στην απονομή της δικαιοσύνης. Το πρόβλημα συνεχίζει να αποτελεί κίνδυνο, με επιπτώσεις σε κάθε πρόσωπο που επιδιώκει τη δικαστική προστασία των δικαιωμάτων του … το κράτος οφείλει, μέσω των κατάλληλων νομικών μέτρων και διοικητικών πρακτικών, να εξασφαλίσει το δικαίωμα σε δίκη εντός ευλόγου χρόνου». Το Δικαστήριο κάλεσε την Σλοβενία στο διατακτικό της απόφασης να λάβει αποτελεσματικά μέτρα για την αντιμετώπισή του προβλήματος σε εθνικό επίπεδο[17], ενώ οι υπόλοιπες  εκκρεμείς υποθέσεις που αφορούσαν στο ίδιο ζήτημα δεν αναβλήθηκαν και το Δικαστήριο συνέχισε να εξετάζει παρόμοιες υποθέσεις κατά της Σλοβενίας. Μετά την  εισαγωγή νέας εσωτερικής νομοθεσίας προς αντιμετώπιση του προβλήματος και δεδομένης της δυνατότητας των προσφευγόντων των οποίων οι υποθέσεις εκκρεμούσαν ενώπιον του ΕΔΔΑ να προσφύγουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, το Δικαστήριο κήρυξε τις υποθέσεις αυτών απαράδεκτες[18].

Επίσης στην υπόθεση Scordino κατά Ιταλίας[19], το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης διαπίστωσε την ύπαρξη ενός διπλού συστημικού προβλήματος. Αυτό αφορούσε αφενός στα συστημικά προβλήματα στο σύστημα αποζημίωσης απαλλοτριωθέντων εκτάσεων και αφετέρου τη λειτουργία του αποκαλούμενου νόμου Pinto, ο οποίος προέβλεπε ένα εσωτερικό ένδικο βοήθημα για την υπερβολική διάρκεια των διαδικασιών.  Όσον αφορά την δεύτερη συστημική παραβίαση, το Δικαστήριο κάλεσε τον κράτος να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα τα οποία θα εξασφάλιζαν ότι οι εθνικές αποφάσεις θα ήταν σύμφωνες με την νομολογία του Δικαστηρίου αλλά και απαίτησε από την Ιταλία να αντιμετωπίσει το ευρύτερο πρόβλημα εντός της αποκλειστικής προθεσμίας των έξι μηνών.  Το Δικαστήριο δεν έκανε την οιαδήποτε σχετική μνεία στο διατακτικό της απόφασης ούτε ανέβαλε παρόμοιες υποθέσεις. Σε όλες τις Ιταλικές υποθέσεις, την άνοιξη του 2006, το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης αναφέρθηκε στα συστηματικά προβλήματα στο σκεπτικό των αποφάσεών του και όχι στο διατακτικό αυτών.

 

β) Η νέα διάταξη 61 του Κανονισμού του Δικαστηρίου

 

Μετά από αρκετά χρόνια πειραματισμού με τη διαδικασία των πιλοτικών αποφάσεων, το ΕΔΔΑ την 31.03.2011, -κατόπιν σχετικού αιτήματος που αποτυπώθηκε στη Διακήρυξη της Υπουργικής Διάσκεψης του Interlaken της Ελβετίας το Φεβρουάριο του 2010, για ανάπτυξη σαφών και προβλέψιμων κριτηρίων, αναφορικά με την επιλογή των υποθέσεων στις οποίες θα ακολουθείται η πιλοτική διαδικασία, τη διαδικασία και το χειρισμό των σχετικών υποθέσεων που αναβάλλονται, με σκοπό την διευκόλυνση και την επιτάχυνση της εξέτασης επόμενων ατομικών προσφυγών που θέτουν παρόμοια ζητήματα παραβίασης της ΕΣΔΑ-, εισήγαγε τη νέα διάταξη 61 στον Κανονισμό του Δικαστηρίου, με την οποία κωδικοποιείται η ενλόγω διαδικασία και πλέον καθιερώνεται το κανονιστικό πλαίσιο βάσει του οποίου το ΕΔΔΑ θα αντιμετωπίζει πιθανές συστημικές ή δομικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Σύμφωνα με τα οριζόμενα στην διάταξη 61 του Κανονισμού του Δικαστηρίου, το ΕΔΔΑ μπορεί να ακολουθήσει τη διαδικασία των πιλοτικών αποφάσεων και να  εκδώσει μία πιλοτική απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης εμφανίζουν την ύπαρξη ενός δομικού ή συστημικού προβλήματος ή παρόμοιας δυσλειτουργικότητας, η οποία συνέβαλε στην άσκηση ή μπορεί να συμβάλλει στην άσκηση παρόμοιων προσφυγών. Η πιλοτική διαδικασία μπορεί να ξεκινήσει με πρωτοβουλία του Δικαστηρίου είτε κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων. Μεταξύ άλλων, οι βασικές ρυθμίσεις που εισάγονται με την ενλόγω διάταξη είναι: α) Το Δικαστήριο θα πρέπει πριν προβεί στην υιοθέτηση της πιλοτικής διαδικασίας, να συμβουλεύεται αφενός τον προσφεύγοντα ή τους προσφεύγοντες, αφετέρου δε την Κυβέρνηση ή τις Κυβερνήσεις του ενδιαφερόμενου Κράτους ή Κρατών, β) θα πρέπει να προσδιορίσει την φύση του προβλήματος και τον τύπο των επανορθωτικών μέτρων τα οποία οφείλει να υιοθετήσει το ενδιαφερόμενο Κράτος σε εθνικό επίπεδο, έχοντας τη δυνατότητα να θέσει το χρονικό όριο υιοθέτησης τω ενλόγω μέτρων, όπως επίσης και τη δυνατότητα να αναβάλει παρόμοιες υποθέσεις οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του μέχρι την υιοθέτηση των ενλόγω μέτρων, γ) ο φιλικός διακανονισμός, σε περίπτωση επίτευξής του, θα πρέπει να προβλέπει γενικά μέτρα και επανόρθωση και για τους λοιπούς/πιθανούς προσφεύγοντες, και τέλος, δ) σε περίπτωση που ένας Κράτος αποτύχει να συμμορφωθεί με το διατακτικό της πιλοτικής απόφασης, το Δικαστήριο θα πρέπει να επανεξετάσει τις αναβληθείσες υποθέσεις. Περαιτέρω δε, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην ενημέρωση όλων των επηρεαζόμενων παραγόντων από την ενλόγω διαδικασία. Έτσι σύμφωνα με τις νέες ρυθμίσεις θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με την διαδικασία όχι μόνο οι προσφεύγοντες, η  προσφυγή των οποίων έχει επιλεγεί από το Δικαστήριο να εκδικαστεί με τη διαδικασία των πιλοτικής απόφασης, αλλά θα πρέπει να λαμβάνουν ενημέρωση σχετικά με την πορεία της υπόθεσης και όλοι οι προσφεύγοντες, οι υποθέσεις των οποίων έχουν αναβληθεί αλλά και τα κύρια όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης (η Επιτροπή των Υπουργών, ως αρμόδιο όργανο εποπτείας της εκτέλεσης των αποφάσεων του Δικαστηρίου, η Κοινοβουλευτική Συνέλευση, ο Γενικός Γραμματέας και ο Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων). Κατ’ αυτόν δε τον τρόπο ενισχύεται η εποπτεία της εκτέλεσης των αποφάσεων και κατ΄ επέκταση η αντιμετώπιση δομικών προβλημάτων καθίσταται αποτελεσματικότερη.

Από τις ανωτέρω ρυθμίσεις καθίσταται σαφές ότι η νέα διάταξη παρέχει μία ισχυρότερη νομική βάση στη διαδικασία των πιλοτικών αποφάσεων σε σχέση με το παρελθόν, θέτοντας τις κατευθυντήριες γραμμές βάσει των οποίων οφείλει να λειτουργεί το Δικαστήριο στις υποθέσεις που υιοθετεί τη διαδικασία των πιλοτικών αποφάσεων, παρέχοντας δε στο τελευταίο ευρεία διακριτική ευχέρεια σε ορισμένα κρείσσονα ζητήματα, όπως για παράδειγμα σχετικά με την αντιμετώπιση  των προσφυγών που ήδη εκκρεμούν ενώπιον του.

 

 

ΙΙ. Η συστημική παραβίαση του δικαιώματος διεξαγωγής της δίκης εντός ευλόγου χρόνου

 

α) Ο εύλογος χρόνος σύμφωνα με τις κατευθυντήριες αρχές του ΕΔΔΑ

 

Το άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης προβλέπει ότι ένα δικαστήριο οφείλει να αποφασίσει τόσο «επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (…) αστικής φύσης», όσο και «επί του βασίμου πάσης (…) κατηγορίας ποινικής φύσεως», εντός ευλόγου χρόνου. Η έννοια του ευλόγου χρόνου ουσιαστικά αναφέρεται στην προθεσμία εκείνη εντός της οποίας επιβάλλεται να εκδοθεί απόφαση απ’ τα δικαστήρια (αστικά, ποινικά, διοικητικά), ώστε η απονομή της δικαιοσύνης να καθίσταται ουσιαστική και αποτελεσματική[20].

Στις υποθέσεις αστικής φύσεως, η ταχεία διεξαγωγή της δίκης επιτάσσεται με σκοπό να αποφευχθεί η παρατεταμένη κατάσταση αβεβαιότητας στην οποία βρίσκονται οι διάδικοι. Στις δε ποινικές υποθέσεις, η απαίτηση αυτή αποκτά βαρύνουσα σημασία δεδομένων των συνεπειών τις οποίες υφίσταται κάθε πρόσωπο εις βάρος του οποίου εκκρεμεί μια κατηγορία[21].

Όσον αφορά τις ποινικές υποθέσεις, η «λογική προθεσμία» του άρθρου 6 § 1 αρχίζει (dies a quo) από τη στιγμή που ένα πρόσωπο λαμβάνει επίσημα γνώση της κατηγορίας. Η «κατηγορία» δε στο πλαίσιο του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ έχει αυτόνομη έννοια και μπορεί να ορισθεί «ως η επίσημη κοινοποίηση, προερχόμενη από αρμόδια αρχή, διάπραξης ποινικού αδικήματος, ορισμός που ανταποκρίνεται επίσης στην έννοια της πρόκλησης σημαντικών επιπτώσεων στην κατάσταση του υπόπτου».[22] Έτσι, στην πράξη το σημείο έναρξης υπολογισμού του ευλόγου χρόνου για τον κατηγορούμενο μπορεί να προηγείται της ημερομηνίας της δικασίμου και μπορεί να είναι η ημέρα της σύλληψης[23] ή της κατ’ οίκον έρευνας[24] ή της άσκησης της ποινικής δίωξης[25] ή της απαγγελίας της κατηγορίας ή της έναρξης της προκαταρκτικής εξέτασης/προανάκρισης/κύριας ανάκρισης, (από την στιγμή που κοινοποιείται στον κατηγορούμενο η κλήση προς απολογία)[26]. Για τον πολικώς ενάγοντα δε, ο χρόνος αρχίζει να υπολογίζεται από την στιγμή που δηλώνεται νομότυπα  παράσταση πολιτικής αγωγής[27]. Ωστόσο, υποστηρίζεται και η  άποψη ότι σε μερικές υποθέσεις η «κατηγορία» δεν σηματοδοτεί την έναρξη της σχετικής χρονικής περιόδου: στην περίπτωση λοιπόν που ο κατηγορούμενος δεν έχει λάβει επίσημη κοινοποίηση της κατηγορίας και έχει δικασθεί ερήμην, θα μπορούσε κανείς να συνάγει ότι καίτοι υπάρχει κατηγορία, η απαίτηση του ευλόγου χρόνου δεν παραβιάζεται, δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος δε ζει υπό την πίεση της ποινικής δίωξης εις βάρος του[28].

Όσον αφορά τις αστικές και διοικητικές υποθέσεις, σημείο έναρξης αυτών είναι η ημερομηνία κατά την οποία οι διάδικοι προσφεύγουν ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, στην πράξη δηλαδή είναι η ημερομηνία κατάθεσης του αντίστοιχου ένδικου βοηθήματος στην γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου (αγωγή, προσφυγή, αίτηση ακύρωσης κ.λ.π). Ωστόσο, στις περιπτώσεις όπου απαραίτητη προϋπόθεση για την προσφυγή ενώπιον των δικαστικών αρχών, αποτελεί η προηγούμενη προσφυγή ενώπιον της Διοικήσεως, το ΕΔΔΑ λαμβάνει ως αφετηρία της επίδικης διαδικασίας την τελευταία αυτή ημερομηνία[29].

Να σημειωθεί δε ότι αναφορικά με το χρόνο έναρξης της αστικής δίκης, το ΕΔΔΑ στην υπόθεση Τσάσνικ και Καούνης κατά Ελλάδας[30] αναγνωρίζει ότι ο κληρονόμος ο οποίος υπεισήλθε στη δικονομική θέση του κληρονομούμενου κατόπιν κληρονομικής διαδοχής, υπήρξε θύμα παραβίασης για όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, ήτοι από την ημερομηνία κατά την οποία ο κληρονομούμενος άσκησε την αγωγή και όχι, μόνο για το χρονικό διάστημα που παρέστη ο ίδιος ως διάδικος στη δίκη.

Λήξη δε της δίκης (dies ad quem) για όλες διαδικασίες (αστικές, διοικητικές, ποινικές[31]) θεωρείται η ημερομηνία αρχειοθέτησης της αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, με την οποία επιλύεται η διαφορά. Ειδικότερα το ΕΔΔΑ στην υπόθεση Τσάσνικ και Καούνης κατά Ελλάδας,[32] δέχτηκε ότι «σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, οι διάδικοι έχουν τη δυνατότητα να λάβουν πραγματική γνώση του περιεχομένου της απόφασης την ημερομηνία κατά την οποία καθίσταται δυνατή η χορήγηση επίσημου αντιγράφου (Παπαχελάς κατά  Ελλάδας [GC], αρ. 31423/96, § 30, CEDH 1999-II). Κατά συνέπεια, η καθαρογραφή και θεώρηση της απόφασης αποτελούν απαραίτητα στάδια ώστε να καταστεί η απόφαση εκτελεστή. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει στο πλαίσιο αυτό, ότι η εκτέλεση μιας απόφασης, οιοδήποτε δικαστηρίου και αν είναι, θα  πρέπει να θεωρείται ότι αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της «δίκης», κατά την έννοια του άρθρου 6 (Hornsby κατά Ελλάδας, 19 Mαρτίου 1997, Recueil des arrêts et décisions 1997-ΙΙ, § 40 και Παναγιώτης Γκίκας και Γεώργιος Γκίκας κατά Ελλάδας, αρ. 26914/07, § 34, 2 Απριλίου 2009). Ως εκ τούτου, ο χρόνος που απαιτείται για την καθαρογραφή και θεώρηση της απόφασης του Αρείου Πάγου θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στην περίοδο η οποία πρέπει να ληφθεί υπόψη, δεδομένου ότι λόγω της ιδιαιτερότητας της εθνικής πρακτικής το στάδιο αυτό είναι απαραίτητο για να καταστεί η απόφαση εκτελεστή για τον ένα ή τον άλλο διάδικο».

Η χρονική περίοδος της δίκης κατ’ αρχήν ελέγχεται από το ΕΔΔΑ συνολικά και συνυπολογίζεται σ’ αυτή το σύνολο του χρόνου που απαιτήθηκε σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ήτοι στις διαδικασίες ενώπιον του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, και στις διαδικασίες ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ)[33] ή του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ)[34] ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου[35] αντίστοιχα. Σημειωτέον δε, ότι στις ποινικές υποθέσεις προσμετράται και ο χρόνος που διήρκησε η προδικασία[36]. Σε πολλές αποφάσεις του ΕΔΔΑ παρατηρείται να αναγνωρίζεται παραβίαση του δικαιώματος του δικάζεσθαι εντός ευλόγου χρόνου, λόγω υπερβολικής διάρκειας ενός σταδίου μόνο της διαδικασίας πχ. υπερβολική διάρκεια στις διαδικασίες ενώπιον της προδικασίας[37], ή ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή του Εφετείου[38] ή στις διαδικασίες ενώπιον του ΑΠ κλπ., καίτοι ο συνολικός χρόνος εκδίκασης της υπόθεσης κρίνεται εύλογος. Το ΕΔΔΑ εκτιμά ότι η συνολική διάρκεια των δύο ετών (μίας μη σύνθετης υπόθεσης) για ένα βαθμό δικαιοδοσίας είναι εύλογη[39]. Όταν όμως οι διαδικασίες διαρκούν περισσότερο από δύο έτη για ένα βαθμό δικαιοδοσίας, περισσότερο δε από έξι έτη για το σύνολό της διαδικασίας, (ήτοι από την κατάθεση του ένδικου βοηθήματος μέχρι και την δημοσίευση της αμετάκλητης απόφασης του Αρείου Πάγου ή του ΣτΕ), το ΕΔΔΑ προβαίνει σε στενότερη εξέταση της υπόθεσης και εξετάζει κατά πόσον οι εθνικές αρχές αλλά και οι διάδικοι επέδειξαν την απαιτούμενη επιμέλεια.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 35 παρ. 1 της ΕΣΔΑ απαιτούμενη προϋπόθεση παραδεκτού της προσφυγής ενώπιον του ΕΔΔΑ αποτελεί η εξάντληση των εσωτερικών ενδίκων μέσων και στηρίζεται στην πεποίθηση ότι πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στα Κράτη να αποτρέψουν ή να επανορθώσουν τις επικαλούμενες  παραβιάσεις εναντίον τους πριν οι αιτιάσεις αυτές υποβληθούν ενώπιον του ΕΔΔΑ[40].  Στην παραβίαση όμως του δικαιώματος δικάζεσθαι εντός ευλόγου χρόνου κάμπτεται η υποχρέωση αυτή και η υπόθεση μπορεί να εξεταστεί από το ΕΔΔΑ ακόμη και όταν η διαδικασία εκκρεμεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων[41], εφόσον βεβαία μπορεί να υποστηριχθεί ότι η εκδίκαση της υπόθεσης μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο, καθυστέρησε αδικαιολογήτως. Στην περίπτωση αυτή, η περίοδος που λαμβάνεται υπόψη ενόψει του ευλόγου χρόνου τρέχει μέχρι και την ημερομηνία κατά την οποία το ΕΔΔΑ εκδίδει απόφαση επί της υποθέσεως.

Τέλος, όπως προκύπτει από το ίδιο το κείμενο  των αποφάσεων του ΕΔΔΑ η μέθοδος που ακολουθείται κατά τον έλεγχο σχετικών παραβάσεων έχει ως ακολούθως: Αρχικά προσδιορίζεται η χρονική περίοδος που πρέπει να ληφθεί υπόψη, και στην συνέχεια ερευνάται και εκτιμάται αν ο χρόνος αυτός υπήρξε εύλογος ή υπερβολικός. O εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας μιας διαδικασίας εκτιμάται συνολικά, σύμφωνα με τις ειδικές περιστάσεις της υποθέσεως (in concreto) τα κριτήρια δε που λαμβάνοντια υπόψη είναι: [42] α) η πολυπλοκότητα της υποθέσεως, β) η συμπεριφορά του προσφεύγοντος, γ) η συμπεριφορά των αρμοδίων αρχών, και τέλος δ) η σημασία της διαφοράς για τους διαδίκους.

 

β) Η αναγνώριση του συστημικού προβλήματος των εξαιρετικά μακρόχρονων διοικητικών διαδικασιών στην Ελλάδα από το ΕΔΔΑ και η ανάγκη θέσπισης ενός αποτελεσματικού ενδίκου βοηθήματος

 

Με την απόφαση Vassilios Athanasiou και λοιποί κατά Ελλάδας,[43] το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καταδίκασε την Ελλάδα και συνεπακόλουθα τα εθνικά δικαστήρια για παραβίαση της υποχρέωσης τους σεβασμού του δικαιώματος εκδίκασης της υποθέσεως εντός ευλόγου χρόνου αλλά και λόγω της έλλειψης ενός ένδικου βοηθήματος στην εσωτερική έννομη τάξη που θα επέτρεπε την έκθεση παραπόνων για την ανωτέρω παραβίαση. Ωστόσο, η εν λόγω απόφαση αποτελεί την πρώτη πιλοτική απόφαση κατά της Ελλάδας, καθώς το ΕΔΔΑ δεν περιορίστηκε απλά στο να προσθέσει άλλη μία απόφαση στον εκτενή κατάλογο υποθέσεων διαπίστωσης παραβίασης του δικαιώματος ευλόγου χρόνου, αλλά αποφάσισε να αναγνωρίσει ότι η συγκεκριμένη υπόθεση αποτελούσε μέρος ενός ευρύτερου δομικού προβλήματος, ήτοι της βραδύτητας της απονομής της δικαιοσύνης ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και την έλλειψη ενός αποτελεσματικού ενδίκου μέσου ενώπιον των ελληνικών εθνικών αρχών, υποδεικνύοντας τα μέτρα τα οποία οφείλει να λάβει η Ελλάδα για την αντιμετώπιση του προβλήματος χωρίς να αναβάλλει την εξέταση όλων των εκκρεμών υποθέσεων ενώπιον του (του Δικαστηρίου) που αφορούσαν την διάρκεια των διοικητικών διαδικασιών.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η δίκη ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, η  οποία αφορούσε  στην επιδίκαση ενός επιδόματος σε απόστρατους αξιωματικούς διήρκεσε δεκατρία έτη και οχτώ μήνες για τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας. Το Δικαστήριο επανέλαβε την πάγια νομολογία του υπενθυμίζοντας ότι αποτελεί ευθύνη των συμβαλλομένων Κρατών να οργανώσουν το δικαστικό σύστημά τους κατά τέτοιο τρόπο ώστε τα δικαστήριά τους να μπορούν να εξασφαλίσουν σε οποιονδήποτε το δικαίωμα να επιτύχει μία αμετάκλητη απόφαση επί των αμφισβητήσεων των σχετικών με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αστικής ή ποινικής φύσεως μέσα σε λογική προθεσμία, απορρίπτοντας το επιχείρημα της Κυβέρνησης ότι οι προσφεύγοντες δεν επιδίωξαν τον ορισμό συντομότερης δικασίμου ως είχαν νόμιμο δικαίωμα σύμφωνα με το άρθρο 127 του Ν. 2717/1999 και ως εκ τούτου κατέληξε ότι εν προκειμένω υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ αναφορικά με το δικαίωμα των προσφευγόντων να εξετασθεί η υπόθεσή τους εντός ευλόγου χρόνου.  Περαιτέρω το ΕΔΔΑ κατέληξε στο ότι παραβιάστηκε και το άρθρο 13 της Σύμβασης, καθώς δεν προβλέπεται στο εθνικό δίκαιο μία προσφυγή που να επιτρέπει στους προσφεύγοντες να προβάλλουν την παραβίαση του δικαιώματός τους να εκδικασθεί η υπόθεση τους εντός ευλόγου χρόνου, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης, ενώ η Κυβέρνηση δεν διαβεβαίωσε ότι προβλέφθηκε εν τω μεταξύ τέτοιο ένδικο βοήθημα στην ελληνική έννομη τάξη (Συλλαϊδης κατά Ελλάδας, αριθ. 28743/04, § 23, 30 Νοεμβρίου 2006).

Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση των δικαιωμάτων των συγκεκριμένων προσφευγόντων, και δέχτηκε ότι η Ελλάδα οφείλει να καταβάλει σε έκαστο των προσφευγόντων το ποσό των 14.000 ευρώ, ως χρηματική βλάβη για την ηθική βλάβη που αναμφισβήτητα υπέστησαν από τη βραδύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία που θα καταστεί η απόφαση αμετάκλητη.

Πέρα όμως των ανωτέρω, και της διαπίστωσης παραβίασης στην συγκεκριμένη ατομική περίπτωση, το Δικαστήριο έκρινε σκόπιμο στην εν λόγω υπόθεση να ακολουθήσει τη διαδικασία «των πιλοτικών αποφάσεων», λαμβανομένων υπόψη, όπως το ίδιο αναφέρει του χρόνιου και επίμονου χαρακτήρα του προβλήματος, του σημαντικού αριθμού προσώπων που θίγονται στην Ελλάδα από το ανωτέρω δομικό πρόβλημα και της επείγουσας ανάγκης προσφοράς σ’ αυτά ταχείας και κατάλληλης επανόρθωσης σε εθνικό επίπεδο[44], υπογραμμίζοντας ότι η παρούσα υπόθεση παρουσίαζε κοινά χαρακτηριστικά με τις ανωτέρω αναφερθείσες υποθέσεις Scordino[45] και Luceda[46], στις οποίες ακολουθήθηκε η διαδικασία των πιλοτικών αποφάσεων.

Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ υπογράμμισε ότι η συγκεκριμένη περίπτωση αντανακλά μια «πρακτική» ασύμβατη με τη Σύμβαση, τονίζοντας ότι από το 1999 έως και το 2009, το τελευταίο εξέδωσε περίπου 300 αποφάσεις στις οποίες διαπίστωσε παραβίαση του δικαιώματος ευλόγου χρόνου, η πλειοψηφία των οποίων αφορούσαν τη διάρκεια ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, περισσότερες δε από 200 ομοειδείς υποθέσεις, μεταξύ των οποίων περίπου οι 100 αφορούν στις διαδικασίες ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου μέχρι και σήμερα. Να σημειωθεί δε, ότι στην απόφαση γίνεται ευρεία μνεία στο Προσωρινό Ψήφισμα της Επιτροπής Υπουργών για τις υπερβολικά μακρόχρονες διαδικασίες ενώπιον των ελληνικών διοικητικών και πολιτικών δικαστηρίων και κυρίως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, αλλά και στην έλλειψη ενός αποτελεσματικού ενδίκου μέσου σε εθνικό επίπεδο[47].

Μάλιστα, το ΕΔΔΑ υπογράμμισε τη σηµασία του προβλήµατος, δεχόµενο ότι «αυτού του είδους οι καθυστερήσεις είναι ικανές να υποσκάψουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στην αποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος. Η καθυστέρηση έκδοσης απόφασης για υπερβολικό χρονικό διάστηµα µπορεί να θεωρηθεί αρνησιδικία, η οποία προσβάλλει και το δικαίωµα πρόσβασης σε δικαστήριο»[48].

Το Δικαστήριο βάσισε την πιλοτική του απόφαση στο άρθρο 46 της ΕΣΔΑ, όπως άλλωστε είχε κάνει και στις προηγούμενες πιλοτικές αποφάσεις.[49] Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, τα συμβαλλόμενα κράτη δεσμεύονται σε κάθε περίπτωση να συμμορφώνονται προς τις οριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου επί των διαφορών στις οποίες είναι διάδικοι, ενώ την εκτέλεση θα εποπτεύει η Επιτροπή Υπουργών. Παραδοσιακά το ίδιο το Δικαστήριο στις ελληνικές υποθέσεις είχε περιοριστεί στην απλή διαπίστωση της παραβίασης της Σύμβασης και στην επιδίκαση στον προσφεύγοντα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ως δίκαιη ικανοποίηση κατ’ άρθρο 41 της ΕΣΔΑ, την οποία και όφειλε να του καταβάλει το Κράτος. Ωστόσο, στις πιλοτικές αποφάσεις το Δικαστήριο, όπως και εν προκειμένω, δέχτηκε ότι στην υποχρέωση των κρατών συμπεριλαμβάνεται όχι μόνο η υποχρέωση καταβολής των χρηματικών ποσών κατ’ άρθρο 41 αλλά και να επιλέξουν υπό την επίβλεψη της Επιτροπής των Υπουργών τα γενικά ή και εάν κριθεί απαραίτητο τα ατομικά μέτρα που πρέπει να υιοθετηθούν εντός της εσωτερικής έννομης τάξης έτσι ώστε να θέσουν ένα τέλος στη συστημική παραβίαση. Για το σκοπό αυτό, το ΕΔΔΑ δέχτηκε την υιοθέτηση της πιλοτικής απόφασης, δεδομένου ότι του παρέχει τη δυνατότητα να καταδείξει την ύπαρξη του δομικού προβλήματος, να υποδείξει τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν στο κράτος και να ενθαρρύνει αυτό να αναζητήσει μία λύση σε εθνικό επίπεδο.

Πέρα λοιπόν από τη διάγνωση του μεγάλου δομικού προβλήματος αναφορικά με τις εξαιρετικά μακρόχρονες διοικητικές διαδικασίες, το ΕΔΔΑ τόνισε ότι ένα ένδικο μέσο το οποίο θα επέτρεπε την επίσπευση των διαδικασιών θα καθιστούσε δυνατή την αποφυγή διαπίστωσης διαδοχικών παραβιάσεων, αναφορικά με ομοειδείς διαδικασίες, και όχι μόνο την επανόρθωση της παραβίασης a posteriori, στην οποία θα απέβλεπε η πρόβλεψη ενός ενδίκου μέσου για επιδίκαση αποζημίωσης. Ωστόσο στην περίπτωση που ένα κράτος προέβη στην θέσπιση ενός ενδίκου μέσου για αποζημίωση, το Δικαστήριο όφειλε να του παρέχει τη διακριτική ευχέρεια να προβλέψει το ένδικο αυτό μέσο κατά τρόπο συμβατό με το ίδιο του το νομικό σύστημα και το βιοτικό επίπεδο της χώρας.

Περαιτέρω δε το Δικαστήριο στην απόφασή του επανέλαβε τα ουσιώδη κριτήρια που επιτρέπουν τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας των ενδίκων μέσων επανόρθωσης αναφορικά με την υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας. Πιο συγκεκριμένα: α) θα πρέπει να εκδίδεται απόφαση επί του ενδίκου μέσου αποζημίωσης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, β) η αποζημίωση πρέπει να καταβάλεται συντόμως, κατ’ αρχήν το αργότερο έξι μήνες μετά την ημερομηνία κατά την οποία θα κηρύσσεται εκτελεστή η απόφαση που επιδικάζει το ποσόν, γ) οι δικονομικοί κανόνες που διέπουν το ένδικο μέσο αποζημίωσης πρέπει να είναι σύμφωνοι με τις αρχές της ισότητας, όπως αυτές κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 της Σύμβασης, δ) οι κανόνες των δικαστικών εξόδων δεν πρέπει να επιφέρουν υπερβολική επιβάρυνση στους διαδίκους των οποίων  το ένδικο μέσο είναι βάσιμο και τέλος, ε) το συνολικό ποσό της αποζημίωσης δεν θα πρέπει να είναι ανεπαρκές σε σχέση με τα ποσά που επιδικάζονται από το Δικαστήριο σε παρόμοιες υποθέσεις[50].

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το ΕΔΔΑ κατέληξε ότι το ελληνικό κράτος οφείλει µέσα σε διάστηµα ενός έτους να θέσει σε ισχύ ένα αποτελεσματικό επανορθωτικό µέσο ή συνδυασμό επανορθωτικών μέσων, που να εγγυώνται επαρκή και αποτελεσματική αποκατάσταση των παραβιάσεων της Σύμβασης, αναφορικά με την υπερβολική διάρκεια των διαδικασιών ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων.

 

Επίλογος

Αναμφισβήτητα οι υπερβολικά μακρόχρονες διαδικασίες είναι ενδημικές στα ελληνικά διοικητικά δικαστήρια. Το ΕΔΔΑ μέσω της διαδικασίας των πιλοτικών αποφάσεων, ήτοι το δημιουργικότερο εργαλείο που ανέπτυξε το Δικαστήριο τα πρώτα πενήντα χρόνια της ύπαρξής του[51] κατέδειξε το συστημικό αυτό πρόβλημα επιχειρώντας τον συγκερασμό των συμφερόντων και των τριών εμπλεκομένων παραγόντων, ήτοι των ιδιωτών, του Κράτους αλλά και του ίδιου του Δικαστηρίου. Η πολιτεία πλέον υποχρεώνεται να προβεί σε πλήρη επανορθωτική λύση εντός του εθνικού συστήματός της, για τα θύματα της παραβίασης της. Ας ελπίσουμε λοιπόν ότι η ελληνική πολιτεία δεν θα επιδείξει απροθυμία να συμμορφωθεί με τη διαδικασία των πιλοτικών αποφάσεων. Μόνο έτσι θα υλοποιήσει την υποχρέωσή της για πραγματικό και αποτελεσματικό σεβασμό του δικαιώματος που παραβιάζεται περισσότερο από κάθε άλλο.  …

 

 

              

 

 

[1] Το 2010, στις 56 καταδίκες της χώρας μας, οι 33 αφορούσαν την διάρκεια των διαδικασιών και την έλλειψη ενός αποτελεσματικού εσωτερικού ενδίκου μέσου αναφορικά με την ενλόγω παραβίαση. Τα στατιστικά στοιχεία που παρατίθενται είναι διαθέσιμα στην ιστοσελίδα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Annual Report 2010 of the European Court of Human Rights, Council of Europe, Ιανουάριος 2011, <http://www.echr.coe.int/NR/rdonlyres/F2735259-F638-4E83-82DF-AAC7E934A1D6/0/2010_Annual_ReportJanuary2011prov2.pdf >.

[2] Βασίλειος Αθανασίου και λοιποί κατά Ελλάδας, 21 Δεκεμβρίου 2010, αριθ. 50973/08.                              

[3][3] Τέθηκε σε ισχύ την 1η Απριλίου 2011.

[4] Βασίλης Χειρδάρης, «Η κριτική στο Στρασβούργο, τα όρια ερμηνείας, το «περιθώριο εκτίμησης» και τα προβλήματα του ΕΔΔΑ», ΝοΒ 57, (2009),  σελ. 1980-1999, στη σελ. 1980

[5] Ο αριθμό των προσφυγών που εκκρεμούσαν ενώπιον του ΕΔΔΑ, μέχρι και την 31.12.2010  ανερχόταν στις 139.650.

[6] The Pilot-Judgment Procedure, Ενημερωτικό Δελτίο από τη Γραμματεία του Δικαστηρίου. <http://www.echr.coe.int/NR/rdonlyres/DF4E8456-77B3-4E67-8944 B908143A7E2C/0/Information_Note_on_the_PJP_for_Website.pdf>

[7] Erik Fribergh, «Pilot Judgments from the Court’s Perspective», in: Council of Europe, Towards Stronger Implementation of the European Convention on Human Rights. Proceedings of the Colloquy organised under the Swedish Chairmanship of the Committee of Ministers of the Council of Europe (Στρασβούργο: Council of Europe 2008), σελ. 86-93, στη σελ. 86.

[8] Luzius Wildhaber, «Pilot Judgments in Cases of Structural or Systemic Problems on the National Level», in: Rüdiger Wolfrum & Ulrike Deutsch (eds.), The European Court of Human Rights Overwhelmed by Applications: Problems and Possible Solutions (Βερολίνο: Springer Verlag 2009), σελ. 69-75, στη σελ. 71.

[9] Broniowski κατά Πολωνίας (GC), 22 Ιουνίου 2004, αριθ. 31443/96.

[10] Ibid, παρ. 194.

[11] Broniowski κατά Πολωνίας (φιλικός διακανονισμός) (GC), 28 Σεπτεμβρίου 2005, nο. 31443/96, στην απόφαση αυτή του φιλικού διακανονισμού το ίδιο το Δικαστήριο χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τη διατύπωση «πιλοτική απόφαση».

[12] Wolkenberg and others κατά Πολωνίας, 4 Δεκεμβρίου 2007, αριθ. 50003/99.

[13] Wolkenberg, § 76, Για μια πλήρη αναφορά στην υπόθεση Broniowski ενώπιον του ΕΔΔΑ, βλ. Antoine Buyse, «The Pilot Judgment Procedure at the European Court of Human Rights: Possibilities and Challenges», European Court of Human Rights (50 Years), NOMIKO VIMA, Athens Bar Association (2009), σελ. 78

[14] Costas Paraskevas, «Ηuman Rights Protection begins and Ends at Home” The “Pilot Judgment Procedure” Developed by the European Court of Human Rights»,  Human Rights Law Commentary τομ. 3, (2007)

[15] Βotazzi κατά Ιταλίας (GC), 28 Ιουλίου 1999, αριθ. 34884/97, ECHR, 1999-V.

[16] Lukenda κατά Σλοβενίας, 6 Οκτωβρίου 2005, αριθ. 23032/02, § 93.

[17] Ibid., § 98.

[18] Korenjak κατά Σλοβενίας, 15 Μαΐου 2007, αριθ. 463/03.

[19] Scordino κατά Ιταλίας, Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης [GC], 29 Μαρτίου 2006, αριθ. 36813/97.

[20] Βλ. αναλυτικά Ε. Σαλαμούρα, «Το δικαίωμα της διεξαγωγής της δίκης εντός ευλόγου χρόνου και η αποκατάσταση της «τεκμαιρομένης» βλάβης του διαδίκου», ΝοΒ 2009 (τομ. 57), σελ. 2009 επ.

[21] Michele de Salvia, Compendium de la CEDH, Vol.1. Jurisprudence 1960 à 2002 , Ν.P. Engel, Kehl, Strasbourg, Arlington, Va, σελ. 346.

[22] βλ. π.χ Πρώιος κατά Ελλάδας, 24 Νοεμβρίου 2005.

[23] βλ. π.χ. Χαικάλης κατά Ελλάδας, 3 Φεβρουαρίου 2011.

[24] βλ. π.χ. Διαμαντίδης κατά Ελλάδας, 23 Οκτωβρίου 2003, § 20.

[25] βλ. π.χ. Angelov κατά Ελλάδας, 6 Νοεμβρίου 2008, § 15.

[26] βλ. π.χ. Αγγελοπούλου κατά Ελλάδας, 4 Δεκεμβρίου 2008, §§ 14 και 15.

[27] βλ. π.χ. Γώρου κατά Ελλάδας, 31 Ιουλίου 2008, § 14.

[28] Peter van Dijk, Fried van Hoof, Arjen van Rijn, Leo Zwaak (επ.) (2006), Theory and Practice of the European Convention on Human Rights, 4η έκδοση, Antwerpen-Oxford: Intersentia, σελ. 604-605.

[29] Βλ. μεταξύ άλλων, Ιχτιγιάρογλου κατά Ελλάδος, απόφαση της 19.06.2008, όπου το ΕΔΔΑ έλαβε ως αφετηρία της επίδικης διαδικασίας την ημερομηνία κατά την οποία η προσφεύγουσα προσέφυγε ενώπιον της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του ΙΚΑ, δεδομένου ότι αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την προσφυγή ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου.

[30] της 14ης Ιανουαρίου 2010, αριθ. 3142/08.

[31] Βλ. πχ. Ευαγγέλου κατά Ελλάδας, 13.01.2011, αριθ. 44078/07.

[32] Supra note 30.

[33] βλ. πχ. Καρανίκας κατά Ελλάδας, 29 Απριλίου 2008.

[34] βλ. πχ. Λαδάς κατά Ελλάδας, 21 Φεβρουαρίου 2008.

[35] βλ. π.χ. Εξαμηλιώτης κατά Ελλάδας, 4 Δεκεμβρίου 2008.

[36] βλ. π.χ. Στεφανάκος κατά Ελλάδας, 3 Φεβρουαρίου 2011.

[37] Ibid.

[38] βλ. μεταξύ άλλων, Τερζόγλου κατά Ελλάδας, 27.03.2008, § 17, όπου το Δικαστήριο σημειώνει ότι παρόλο που η συνολική διάρκεια της διαδικασίας, ήτοι έξι έτη και επτά μήνες για τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας, δεν μπορεί αφ’ εαυτής να θεωρηθεί υπερβολική, ωστόσο κανένα στοιχείο του φακέλου δεν αιτιολογεί την πλέον των τριών ετών και τριών μηνών διάρκεια της κατ’ έφεση διαδικασίας.

[39] F. Calvez, Judge (France), Report, «Length of  Court proceedings in the member states of the Council of Europe based on the case-law of the European Court of  Human Rights», CEPEJ, Council of Europe (2007), σελ. 83.

[40] Δημ. και Αικ. Τζιβάνη Ο.Ε κατά Ελλάδας, απόφαση της 27 Μαρτίου 2008, § 12.

[41] βλ. π.χ. Πετρούλια κατά Ελλάδος, απόφαση της 6 Νοεμβρίου 2008, όπου καίτοι είχε παρέλθει χρονικό διάστημα 9 ετών, η υπόθεση εκκρεμούσε ακόμη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

[42] βλ. μεταξύ πολλών άλλων, Frydlender κατά Γαλλίας [GC], nο 30979/96, § 43, ΕΔΔΑ 2000-VII, Pélissier et Sassi κατά Γαλλίας [GC], αριθ. 25444/94, § 67, CEDH 1999-II.

[43] Βασίλειος Αθανασίου και λοιποί κατά Ελλάδος, 21 Δεκεμβρίου 2010, αριθ. 509173/08.                          

[44] Ibid., § 4.3

[45] Supra note 19.

[46] Supra note 16.

[47] Interim Resolution CM/RESDH92007)74, της 6η Ιουνίου 2007, η υπόθεση ΚόντηΑρβανίτη κατά Ελλάδος, 10 Απριλίου 2003, αριθ. 53401/99, είναι η πρώτη ελληνική απόφαση  όπου υπογραμμίστηκε η απουσία ενός αποτελεσματικού ενδίκου μέσου αναφορικά με το δικαίωμα δικάζεσθαι εντός ευλόγου χρόνου (βλ. αναλυτικά τον κατάλογο των υποθέσεων στο Παράρτημα του Προσωρινού Ψηφίσματος CM/ResDH(2007)74, σελ. 504.

[48] Supra note 43, § 52.

[49] Νίκος Φραγκάκης, «Συστημικές παραβιάσεις Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου», ΝοΒ 57, (2009), σελ. 1967-1979

[50] Burdov κατά Ρωσίας (αριθ. 2), αριθ. 33509/04, § 127, ΕΔΔΑ 2009.

[51] Supra note 13, A. Buyse.


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες