Το Στρασβούργο, η αναστολή της συνόδου Ολομελείας του Κοινοβουλίου της Καταλονίας, και η ελευθερία του συνέρχεσθαι

ΑΠΟΦΑΣΗ

Forcadell i Lluis κ.α κατά Ισπανίας της 28.05.2019  ( αριθ. προσφ. 75147/17)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αναστολή Συνόδου Ολομέλειας του Καταλανικού Κοινοβουλίου. Ελευθερία του συνέρχεσθαι. Αναστολή νόμου, εξασφάλιση δημόσιας ασφάλειας και προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων.

Οι προσφεύγοντες διαμαρτυρήθηκαν ότι η λήψη προσωρινών μέτρων αναστολής της Συνόδου Ολομέλειας  του Κοινοβουλίου, που διατάχθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο, παραβίασε το δικαίωμα τους,  του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι. Το ΕΔΔΑ αντιμετώπισε τους προσφεύγοντες ως ομάδα ιδιωτών, υποψήφια θύματα  παραβίασης των δικαιωμάτων της σύμβασης,  ωστόσο  απέρριψε την προσφυγή τους ως απαράδεκτη, γιατί η σύγκληση της Ολομέλειας του Κοινοβουλίου, έγινε βάσει ενός νόμου που είχε ανασταλεί, συνεπώς η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου για αναστολή της Ολομέλειας,  εξυπηρετούσε θεμιτούς σκοπούς δηλαδή την  «εξασφάλιση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας» και την «προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των άλλων», συνεπώς δεν υπήρχε παραβίαση του άρθρου 10 και 11 της σύμβασης και του άρθρου 3 του Πρώτου Πρωτόκολλου.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 10

Άρθρο 11

Άρθρο 3 του Πρώτου Πρωτοκόλλου

Άρθρο 6

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες είναι 76 Ισπανοί υπήκοοι που κατοικούν στη Βαρκελώνη. Η υπόθεση αφορά την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου να αναστείλει την Ολομέλεια του Κοινοβουλίου της αυτόνομης κοινότητας της Καταλονίας στις 9 Οκτωβρίου 2017.

Την 1η Οκτωβρίου 2017 πραγματοποιήθηκε μη εξουσιοδοτημένο δημοψήφισμα για να αποφασιστεί η απόσχιση της Καταλονίας από το Ισπανικό έδαφος. Στις 4 Οκτωβρίου 2017, δύο κοινοβουλευτικές ομάδες (που αντιπροσωπεύουν το 56,3% όλων των εδρών του  Κοινοβουλίου) ζήτησαν από το Προεδρείο του Κοινοβουλίου της Καταλονίας να συγκαλέσει σύνοδο Ολομέλειας του Κοινοβουλίου, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Πρόεδρος της Κυβέρνησης της Καταλονίας έπρεπε να αξιολογήσει τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος της 1ης Οκτωβρίου και τις επιπτώσεις αυτών των αποτελεσμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Νόμου αρ. 19/2017 σχετικά με το «δημοψήφισμα για αυτοδιάθεση». Το Προεδρείο καταχώρησε το αίτημα και η συνεδρίαση προγραμματίστηκε για τις 10 π.μ. στις 9 Οκτωβρίου. Τρεις άλλες κοινοβουλευτικές ομάδες (που εκπροσωπούν το 43,7% των εδρών) αμφισβήτησαν τη σύγκληση αυτής της συνεδρίασης με την αιτιολογία ότι θα παραβίαζε τους  Κανόνες του Κοινοβουλίου της Καταλονίας. Δεκαέξι σοσιαλιστές βουλευτές υπέβαλαν Αίτηση στο Συνταγματικό Δικαστήριο για τη λήψη προσωρινών μέτρων για την αναστολή της συνεδρίασης της Ολομέλειας. Το Συνταγματικό Δικαστήριο κήρυξε την αίτηση παραδεκτή και διέταξε την προσωρινή αναστολή της συνόδου της Ολομέλειας. Στις 10 Οκτωβρίου 2017 (ημεροχρονολογία μετά την ημερομηνία που είχε προγραμματιστεί αρχικά η συνεδρίαση), ο Πρόεδρος της Καταλανικής Κυβέρνησης εμφανίστηκε ενώπιον της Ολομέλειας του Κοινοβουλίου και κήρυξε την ανεξαρτησία της Καταλονίας ως χωριστή δημοκρατία, καλώντας το Κοινοβούλιο να εφαρμόσει αμέσως τα  αποτελέσματα αυτής της δήλωσης.

Στις 26 Απριλίου 2018, το Συνταγματικό Δικαστήριο, κρίνοντας επί της ουσίας, παρατήρησε ότι η διαδικασία που ακολούθησε το Προεδρείο του Κοινοβουλίου για τη σύγκληση της Ολομέλειας δεν έλαβε υπόψη την προσωρινή αναστολή του νόμου αριθ. 19/2017 που κήρυξε το Συνταγματικό Δικαστήριο στις 7 Σεπτεμβρίου 2017 και εμπόδισε τους καταγγέλλοντες βουλευτές να ασκήσουν τα καθήκοντά τους. Το Συνταγματικό Δικαστήριο επεσήμανε ότι ήταν έργο του Κοινοβουλίου της Καταλονίας να εκπροσωπεί το σύνολο του πληθυσμού και όχι απλώς συγκεκριμένες πολιτικές παρατάξεις, ακόμη και αν οι τελευταίες αντιπροσώπευαν την πλειοψηφία.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Κατάσταση θύματος

Το Δικαστήριο εξέτασε εξαρχής το ζήτημα αν υπήρξε παράβαση των δικαιωμάτων που επικαλούνται για τους ίδιους τους προσφεύγοντες ή αλλιώς για το Κοινοβούλιο της Αυτόνομης Κοινότητας της Καταλονίας. Υπό το φως των περιστάσεων της υπόθεσης, έκρινε ότι τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που επικαλέστηκαν οι προσφεύγοντες τους αφορούσαν προσωπικά και δεν αποδίδονταν στο Κοινοβούλιο της Καταλονίας ως θεσμικό όργανο. Ακολούθως, οι προσφεύγοντες μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως «Ομάδα ιδιωτών» που ισχυρίζονται ότι είναι θύματα παραβίασης των δικαιωμάτων που ορίζονται στη Σύμβαση, κατά την έννοια του άρθρου 34 της Σύμβασης.

Άρθρα 10 και 11

Το Δικαστήριο έκρινε σκόπιμο να αξιολογήσει την καταγγελία των προσφευγόντων βάσει του άρθρου 11. Παρατήρησε ότι το δικαίωμα στην ελευθερία του συνέρχεσθαι, όπως και στην ελευθερία της έκφρασης, ήταν θεμελιώδες δικαίωμα και ένα από τα θεμέλια μιας δημοκρατικής κοινωνίας.

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της 5ης Οκτωβρίου 2017 για προσωρινή αναστολή της συνόδου Ολομέλειας της 9ης Οκτωβρίου είχε νομική βάση στο ισπανικό δίκαιο, ήτοι το άρθρο 56 του οργανικού νόμου για το Συνταγματικό Δικαστήριο, ο οποίος προβλέπει τη δυνατότητα λήψης προληπτικών μέτρων με στόχο να αποφευχθεί η αναίρεση της προσφυγής ενώπιον του δικαστηρίου αυτού. Εναντίον της απόφασης λήψης προληπτικών μέτρων δύναται να  ασκηθεί έφεση εντός προθεσμίας  πέντε ημερών από την γνωστοποίηση. Επιπλέον, όσον αφορά την προβλεψιμότητα, η σύνοδος Ολομέλειας συγκλήθηκε σύμφωνα με το νόμο αριθ. 19/2017, ο οποίος είχε προσωρινά ανασταλεί  από το Συνταγματικό Δικαστήριο στις 7 Σεπτεμβρίου 2017, η οποία απόφαση κοινοποιήθηκε προσωπικά σε όλους τους βουλευτές. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η αναστολή της συνόδου Ολομέλειας είχε μεταξύ άλλων, τους θεμιτούς στόχους της «εξασφάλισης της δημόσιας ασφάλειας», της «πρόληψης της διαταραχής» και της «προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των άλλων».

Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι μόνο πειστικοί και πιεστικοί λόγοι θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν περιορισμούς στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι. Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η απόφαση του Κοινοβουλίου να εξουσιοδοτήσει τη διεξαγωγή της συνεδρίασης της Ολομέλειας οφείλεται, μεταξύ άλλων, στην παράλειψη συμμόρφωσης στην αναστολή του νόμου αριθ. 19/2017. Επομένως, εκδίδοντας μια απόφαση αναστολής, το συνταγματικό δικαστήριο προσπαθούσε να διασφαλίσει την τήρηση των δικών του αποφάσεων. Αυτή η αναστολή φαίνεται δικαιολογημένη διότι, όπως επεσήμανε το Δικαστήριο, το Συνταγματικό Δικαστήριο ήταν εξουσιοδοτημένο να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσει την τήρηση των αποφάσεών του.

Το Δικαστήριο συμφώνησε με το Συνταγματικό Δικαστήριο ότι ένα πολιτικό κόμμα θα μπορούσε να προωθήσει μια αλλαγή της νομοθεσίας του κράτους ή των νομικών ή συνταγματικών δομών υπό την προϋπόθεση ότι χρησιμοποίησε νόμιμα και δημοκρατικά μέσα για να το πράξει  και οι προτεινόμενες αλλαγές  είναι συμβατές με τις θεμελιώδεις αρχές της Δημοκρατίας. Θεώρησε επίσης ότι ήταν απαραίτητο να αποφευχθούν καταστάσεις κατά τις οποίες βουλευτές που αντιπροσωπεύουν μια μειοψηφία στο Κοινοβούλιο εμποδίστηκαν να εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους, όπως επεσήμανε στην απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της 26ης Απριλίου 2018.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η παρέμβαση στο δικαίωμα των προσφευγόντων στην ελευθερία του συνέρχεσθαι θα μπορούσε ως εκ τούτου, να θεωρείται ότι ανταποκρίνεται σε μια «πιεστική κοινωνική ανάγκη» και κατά συνέπεια ήταν «απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία».

Το Δικαστήριο απέρριψε την καταγγελία ως προδήλως ανεπαρκή.

Άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1

Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι  μια υπόθεση που αφορά δημοψήφισμα για να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 του  Πρώτου Πρωτόκολλου, οι εν λόγω διαδικασίες πρέπει να διεξάγονται υπό συνθήκες τέτοιες ώστε να εξασφαλίζεται η ελεύθερη έκφραση της λαϊκής γνώμης στην επιλογή του νομοθέτη.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούνταν στην παρούσα υπόθεση. Η συνεδρίαση της Ολομέλειας του Κοινοβουλίου συγκλήθηκε σύμφωνα με νόμο ο οποίος είχε ανασταλεί από το Συνταγματικό Δικαστήριο και επομένως ήταν προσωρινά ανεφάρμοστος. Η απόφαση που ελήφθη από το Προεδρείο του Κοινοβουλίου προκάλεσε πρόδηλη παράλειψη συμμόρφωσης στις αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου που αποσκοπούν στην προστασία της συνταγματικής τάξης.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε την καταγγελία απαράδεκτη.

Άρθρο 6

Το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτή η καταγγελία δεν είχε τεκμηριωθεί και ως εκ τούτου την απέρριψε ως προδήλως αβάσιμη (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες