Η ελληνική περιπέτεια ανηλίκων προσφύγων. Εξευτελιστική μεταχείριση οι συνθήκες κράτησης σε αστυνομικά τμήματα!

ΑΠΟΦΑΣΗ

Sh.D. κ.α. κατά Ελλάδας, Αυστρίας, Κροατίας, Ουγγαρίας, Βόρειας Μακεδονίας, Σερβίας και Σλοβενίας της 13.06.2019 (αριθ. 14165/16)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Συνθήκες κράτησης ανηλίκων και εξευτελιστική μεταχείριση. Συνθήκες κράτησης στην Ελλάδα, πέντε ασυνόδευτων ανηλίκων μεταναστών από το Αφγανιστάν. Αναφορικά με τις καταγγελίες κατά της Ελλάδας βάσει των άρθρων 3 και 5 § 1 της ΕΣΔΑ, το Στρασβούργο έκρινε ότι οι συνθήκες κράτησης τριών από τους προσφεύγοντες σε διάφορα αστυνομικά τμήματα αποτελούσαν εξευτελιστική μεταχείριση, παρατηρώντας ότι η κράτησή τους εκεί ήταν πιθανό να τους προκαλέσει αισθήματα απομόνωσης από τον έξω κόσμο, με δυνητικά αρνητικές επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική τους ευεξία. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αρχές δεν είχαν πράξει ό, τι εύλογα μπορούσε να αναμένεται από αυτές για να εκπληρώσουν την υποχρέωση τους να προστατεύσουν τέσσερις από τους προσφεύγοντες, οι οποίοι είχαν ζήσει για ένα μήνα στο στρατόπεδο στην Ειδομένη σε ένα περιβάλλον ακατάλληλο για εφήβους. Η υποχρέωση αυτή βαρύνει το Ελληνικό Δημόσιο αναφορικά με άτομα που είναι ιδιαίτερα ευάλωτα λόγω της ηλικίας τους. Παραβίαση του άρθρου 3 (απαγόρευση απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης),

Το ΕΔΔΑ έκρινε, επίσης, ότι η τοποθέτηση των τριών ανηλίκων σε αστυνομικά τμήματα ισοδυναμούσε με στέρηση της ελευθερίας τους, δεδομένου ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους οι αρχές τους είχαν τοποθετήσει εξ αρχής σε αστυνομικά τμήματα με εξευτελιστικές συνθήκες κράτησης – και όχι  σε εναλλακτικά κέντρα κράτησης. Συνεπώς, η κράτηση δεν ήταν νόμιμη. Παραβίαση του άρθρου 5 § 1 (δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια).

Το ΕΔΔΑ ομόφωνα κήρυξε τις καταγγελίες κατά της Αυστρίας, της Κροατίας, της Ουγγαρίας, της Βόρειας Μακεδονίας, της Σερβίας και της Σλοβενίας απαράδεκτες ως προδήλως αβάσιμες.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 3

Άρθρο 5

ΠΡΑΓΜΑΤΙΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες είναι πέντε Αφγανοί υπήκοοι που εισήλθαν παράνομα στην Ελλάδα ως ασυνόδευτοι ανήλικοι ηλικίας μεταξύ 14 και 17 ετών κατά τη διάρκεια των γεγονότων. Ισχυρίζονται ότι έφυγαν από το Αφγανιστάν επειδή φοβούνταν για τη ζωή τους ως μέλη της θρησκευτικής μειονότητας του Ismaili.

Η υπόθεση αφορά τις συνθήκες κράτησής τους στην Ελλάδα.

Στις αρχές του 2016 εισήλθαν στην Ελλάδα παράνομα και συνελήφθησαν από την αστυνομία. Στις 21 Φεβρουαρίου 2016, εκδόθηκαν εντολές απέλασης και τους δόθηκε ένας μήνας για να φύγουν από την ελληνική επικράτεια. Μερικοί από αυτούς επιχείρησαν να διασχίσουν τα σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Βόρειας Μακεδονίας, αλλά τους σταμάτησαν συνοριοφύλακες. Ο Sh.D. συνελήφθη από την ελληνική αστυνομία και τέθηκε σε υπό προστατευτικό καθεστώς επιμέλειας στο αστυνομικό τμήμα του Πολυκάστρου για 24 ημέρες. Οι Α.Α., S.M., Μ.Μ. και Α.Β.Μ. συνελήφθησαν στο νησί της Χίου και διατάχθηκε η απέλασή τους. Στη συνέχεια διέσχισαν την ηπειρωτική Ελλάδα και έφτασαν στην Ειδομένη, έναν καταυλισμό στα σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Βόρειας Μακεδονίας.

Για περίπου ένα μήνα φιλοξενούνταν στο αυτοσχέδιο καταυλισμό στην Ειδομένη. Τον Μάρτιο 2016, συνοδευόμενοι από τη δικηγόρο τους κα Κούτρα, συνοδεύτηκαν στην Κεντρική Υπηρεσία Ασύλου στην Αθήνα να υποβάλουν αίτηση ασύλου. Τον Μάιο του 2016 μεταφέρθηκαν σε ένα ξενοδοχείο στο κέντρο της Αθήνας. Τον Ιούλιο 2016 οι S.M., Μ.Μ. και Α.Β.Μ. μεταφέρθηκαν στον κέντρο Φάρος για ασυνόδευτους ανηλίκους, ίδρυμα που λειτουργούσε υπό την εποπτεία της Πρεσβείας της Νορβηγίας και του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης.

Τον Αύγουστο του 2016 οι S.M. και Μ.Μ. μεταφέρθηκαν στην ειδική μονάδα Mellon για ασυνόδευτους ανηλίκους, η οποία διοικείται από το Γραφείο του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR). Τον Δεκέμβριο 2016 ο M.M. συνελήφθη από την αστυνομία καθώς ήταν ανήλικος και τέθηκε υπό «προστατευτική κράτηση» για οκτώ ημέρες. Ο Α.Α. κρύφτηκε κάτω από ένα φορτηγό σε μια προσπάθεια να φτάσει στην Ιταλία, αλλά συνελήφθη και, επίσης, τέθηκε σε «προστατευτική κράτηση» τον Ιούλιο του 2016 στο αστυνομικό τμήμα του λιμανιού της Ηγουμενίτσας, και αργότερα, μετά από απόπειρα αυτοκτονίας, στο αστυνομικό τμήμα των Φιλιατών. Οι S.M. και Α.Α. έχουν λάβει το καθεστώς του πρόσφυγα τον Οκτώβριο του 2016 και τον Ιανουάριο του 2017 αντίστοιχα.

Βασιζόμενοι στο άρθρο 3 (απαγόρευση απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης), οι Sh.D. και Α.Α. διαμαρτύρονται για τις συνθήκες κράτησης τους στα αστυνομικά τμήματα του Πολυκάστρου και στα Φιλιατά, όπου τέθηκαν υπό «προστατευτική κράτηση». Οι Α.Α., S.M., Μ.Μ. και Α.Β.Μ. διαμαρτύρονται για τις συνθήκες διαβίωσής τους στο στρατόπεδο στην Ειδομένη.

Στηριζόμενοι στο άρθρο 5 (δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια), τρεις από τους προσφεύγοντες  υποστηρίζουν ότι η κράτησή τους στα αστυνομικά τμήματα στο Πολύκαστρο, στα Φιλιατά και στον Άγιο Στέφανο δεν ήταν συμβατή με αυτή τη διάταξη της Σύμβασης.

Βασιζόμενοι σε διάφορα άλλα άρθρα της Συμβάσεως, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι έχουν υποβάλει προσφυγές κατά της Ελλάδας και της Αυστρίας, της Κροατίας, της Ουγγαρίας, της Βόρειας Μακεδονίας, και της Σλοβενίας.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 3 (απαγόρευση απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης)

  1. Τα αστυνομικά τμήματα

Το Δικαστήριο τόνισε ότι τα αστυνομικά τμήματα διέθεταν χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να προκαλέσουν στους κρατούμενους ένα αίσθημα απομόνωσης (δεν υπάρχει εξωτερική πρόσβαση για να κάνει κάποιος βόλτα ή να ασκηθεί, χωρίς εσωτερική εστίαση και ραδιόφωνο ή τηλεόραση που να επιτρέπει την επαφή με τον έξω κόσμο) και ήταν ακατάλληλα για παρατεταμένη κράτηση. Ως εκ τούτου, η κράτηση ήταν ικανή να προκαλέσει στους ενδιαφερόμενους αισθήματα απομόνωσης από τον έξω κόσμο, με δυνητικά αρνητικές επιπτώσεις στη σωματική τους κατάσταση και ψυχική ευεξία. Ως εκ τούτου, οι συνθήκες κράτησης στις οποίες των τριών από τους προσφεύγοντες  που είχαν κρατηθεί σε διάφορα αστυνομικά τμήματα, συνιστούσαν εξευτελιστική μεταχείριση. Το Δικαστήριο συνεπώς, διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης.

  1. Ο καταυλισμός της Ειδομένης

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι τέσσερις από τους προσφεύγοντες είχαν περάσει περίπου ένα μήνα στον καταυλισμό της Ειδομένης με σκοπό να ταξιδέψουν στη Γερμανία ή την Ελβετία για να συναντηθούν με άλλα μέλη της οικογένειας. Δεν βρίσκονταν σε κράτηση, καθώς οι ίδιοι είχαν επιλέξει να πάνε εκεί, και μπορούσαν να φύγουν ανά πάσα στιγμή. Οι εν λόγω προσφεύγοντες δήλωσαν, μεταξύ άλλων, ότι ο καταυλισμός με χωρητικότητα 1.500 ατόμων, στέγαζε  13.000 άτομα και δεν είχε αποχέτευση.

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα συμβαλλόμενα κράτη της σύμβασης υποχρεούνται να προστατεύουν και να παρέχουν βοήθεια σε ασυνόδευτους αλλοδαπούς ανήλικες. Ειδικότερα, σε περιπτώσεις που αφορούν την υποδοχή των αλλοδαπών ανηλίκων, συνοδευόμενοι, είτε ασυνόδευτοι, έπρεπε να ληφθεί υπόψη ότι η εξαιρετικά ευάλωτη θέση του παιδιού ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας και υπερισχύει των εκτιμήσεων που σχετίζονται με το καθεστώς των παράνομων μεταναστών. Επομένως, η υποχρέωση παροχής και προστασίας των προσφευγόντων έπρεπε να επιβληθεί αυτομάτως στις εγχώριες αρχές.

Το Δικαστήριο είχε επίγνωση του γεγονότος ότι ο καταυλισμός της Ειδομένης (ένας αυτοσχέδιος καταυλισμός που δημιουργήθηκε από τους ίδιους τους πρόσφυγες) ήταν εξ ολοκλήρου εκτός του ελέγχου των κρατικών αρχών. Οι κάτοικοι του καταυλισμού ζούσαν σε πολύ επισφαλή κατάσταση, σε λυπηρές συνθήκες και εξαρτιόταν η επιβίωσή τους από τη βοήθεια που παρέχεται από τις μη κυβερνητικές οργανώσεις που βρίσκονται στην περιοχή. Η επέκταση του καταυλισμού και η επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης οφείλονταν σε κάποιο βαθμό στο χρόνο που έλαβε το κράτος για να διαλύσει τον καταυλισμό και ιδιαίτερα για το γεγονός ότι το ίδιο το κράτος δεν είχε διαθέσει τους αναγκαίους πόρους για την ελάφρυνση της ανθρωπιστικής κρίσης. Οι προσπάθειες μερικών μόνο μη κυβερνητικών οργανώσεων δεν επαρκούσαν για την αντιμετώπιση των προβλημάτων.

Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι το άρθρο 19 του διατάγματος αριθ. 220/2007 σχετικά με τους ασυνόδευτους ανηλίκους απαιτούσε οι αρμόδιες αρχές, μεταξύ άλλων, να ενημερώνουν τον εισαγγελέα που είναι υπεύθυνος για τους ανηλίκους ή τον εισαγγελέα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου τοπικής δικαιοδοσίας, ο οποίος ενήργησε ως προσωρινός κηδεμόνας και έλαβε τα απαραίτητα μέτρα για να διορίσει έναν κηδεμόνα. Ωστόσο, οι αρχές που είχαν αρχικά συλλάβει τους προσφεύγοντες στη Χίο τους είχαν απελευθερώσει με την προϋπόθεση ότι θα έφευγαν από τη χώρα εντός ενός μηνός και ότι δεν υπήρχε τίποτα στο αρχείο που να αποδεικνύει ότι εισαγγελέας είχε ενημερωθεί για την παρουσία τους στη χώρα. Αν ο εισαγγελέας είχε λάβει μια τέτοια πληροφορία,  θα έπρεπε να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να μεταφέρει τους προσφεύγοντες  σε κατάλληλο χώρο υποδοχής και να εξασφαλίσει ότι δεν θα ζούσαν για αρκετές ημέρες σε ένα  περιβάλλον που ήταν προφανώς ακατάλληλο για τους ασυνόδευτους ανηλίκους. Οι εν λόγω προσφεύγοντες  είχαν ζήσει έτσι ένα μήνα στο στρατόπεδο της Ειδομένης σε ένα περιβάλλον ακατάλληλο για τους εφήβους – αναφορικά με τις συνθήκες ασφαλείας, στέγασης, υγιεινής και πρόσβασης σε τρόφιμα και φροντίδα – και σε επισφαλείς συνθήκες ασυμβίβαστες με τη νεαρή τους ηλικία.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν ήταν πεπεισμένο ότι οι αρχές είχαν κάνει ό,τι εύλογα αναμένεται από αυτές με σκοπό να εκπληρώσουν την υποχρέωση να παρέχουν και να προστατεύουν τους προσφεύγοντες, υποχρέωση που υπέχει το εναγόμενο κράτος όσον αφορά τα πρόσωπα που ήταν ιδιαίτερα ευάλωτα λόγω της ηλικίας τους. Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης, λόγω των συνθηκών διαβίωσης των τεσσάρων προσφευγόντων.

Άρθρο 5 (δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η τοποθέτηση τριών από τους προσφεύγοντες σε αστυνομικά τμήματα ανερχόταν σε στέρηση της ελευθερίας. Σημείωσε ότι οι αρχές είχαν εφαρμόσει αυτόματα το άρθρο 118 του διατάγματος αρ. 141/1991 για την «προστατευτική κράτηση». Το όργανο αυτό δεν είχε σχεδιαστεί έχοντας υπόψη ασυνόδευτους ανηλίκους μετανάστες και δεν καθόρισε χρονικά όρια, ενώ εγείρονταν ζητήματα όταν η κράτηση ασυνόδευτων ανηλίκων παρατείνονταν για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Το Δικαστήριο επεσήμανε επίσης ότι το διάταγμα αριθ. 114/2010 προέβλεπε ότι οι αρχές θα πρέπει να αποφεύγουν τη κράτηση ανηλίκων. Επιπλέον, ο νόμος αριθ. 3907/2011 προέβλεπε ότι οι ασυνόδευτοι ανήλικοι πρέπει να κρατούνται σε κέντρα κράτησης μεταναστών μόνο ως έσχατη λύση και για το συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα. Εν τέλει, το άρθρο 3 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού του 1989 επέβαλε στα κράτη επιτακτικό καθήκον να λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα του παιδιού σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν αυτόν ή αυτήν. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι η κυβέρνηση δεν είχε εξηγήσει γιατί οι αρχές τοποθέτησαν για πρώτη φορά τους τρεις αυτούς προσφεύγοντες σε αστυνομικά τμήματα, υπό εξευτελιστικές συνθήκες κράτησης αντί για εναλλακτική προσωρινή στέγαση. Η κράτηση των προσφευγόντων επομένως, δεν ήταν νόμιμη και υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 5 § 1 της Σύμβασης.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ελλάδα έπρεπε να καταβάλει 4.000 ευρώ σε έναν προσφεύγοντα και 6.000 ευρώ σε έκαστο από τους υπόλοιπους τέσσερις για ηθική βλάβη και επιδίκασε 1.500 ευρώ από κοινού στους προσφεύγοντες για έξοδα και δαπάνες(επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες