Η επιβολή διοικητικού προστίμου για χρηματιστηριακή παράβαση και η παράλληλη άσκηση ποινικής διαδικασίας για το ίδιο αδίκημα, συνιστούν παραβίαση της αρχής ne bis in idem.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Nodet κατά Γαλλίας της 06.06.2019 (αριθ.  προσφ. 47342/14)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Επιβολή υπέρογκου διοικητικού προστίμου για χειραγώγηση μετοχής στο χρηματιστήριο. Παράλληλα ασκήθηκε ποινική δίωξη για την ίδια υπόθεση και επακολούθησε καταδίκη.   Ρητή απαγόρευση διπλής καταδίκης για το ίδιο αδίκημα. Αρχή Ne bis in idem.

Ο προσφεύγων, οικονομικός αναλυτής, κατηγορήθηκε για χειραγώγηση της τιμής μιας μετοχής, γεγονός που του απέφερε παράνομο κέρδος. Η αρμόδια επιτροπή των χρηματιστηριακών αγορών του επέβαλε υπέρογκο πρόστιμο ενώ ο αρμόδιος εισαγγελέας άσκησε ποινική δίωξη εναντίον του για το ίδιο αδίκημα της χειραγώγησης της αγοράς, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα που εκκρεμούσε η προσφυγή του για το πρόστιμο. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υπάρχει παραβίαση του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου, γιατί δεν υπήρχε επαρκώς στενός ουσιαστικός σύνδεσμος μεταξύ των δύο διαδικασιών (διοικητική, ποινική),  ώστε οι  διαδικασίες να θεωρηθούν ως μέρος ενός ολοκληρωμένου μηχανισμού κυρώσεων ως εκ τούτου ο προσφεύγων είχε υποστεί δυσανάλογη ζημία ως αποτέλεσμα της διπλής ποινικής δίωξής και καταδίκης.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 4 του 7ου πρόσθετου πρωτόκολλου

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, Antoine Nodet, είναι Γάλλος υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε το 1956 και ζει στο Παρίσι.

Στις αρχές του 2005 η χρηματιστηριακή τιμή των μετοχών της Fromageries Paul Renard (FPR), θυγατρική της SAS Bongrain Europe, ανερχόταν σε 149 ευρώ πριν ανέλθει στα 4.225 ευρώ στις 30 Μαρτίου 2006. Ο προσφεύγων, οικονομικός αναλυτής, διακίνησε μετοχές FPR χρησιμοποιώντας τέσσερις τραπεζικούς λογαριασμούς στους οποίους είχε την εξουσία να κινεί,  προκειμένου να εξασφαλιστεί ένα σημαντικό κεφαλαιουχικό κέρδος.

Στις 21 Ιουνίου 2006, ο Γενικός Γραμματέας της ρυθμιστικής αρχής των χρηματοπιστωτικών αγορών, η AMF, κίνησε  έρευνα για αγοροπωλησία μετοχών FPR στο χρηματιστήριο από την 1η Ιανουαρίου 2006 και μετά. Στις 26 Φεβρουαρίου του 2006, η υπηρεσία διερεύνησης και εποπτείας της AMF υπέβαλε την αναφορά της,  η οποία έδειξε ότι η διακίνηση των μετοχών της FPR από τον προσφεύγοντα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως χειραγώγηση της αγοράς. Η αναφορά σημείωσε, ειδικότερα, το υψηλό επίπεδο των συναλλαγών του κ. Nodet αναφορικά με τις μετοχές FPR, λόγω του αριθμού των παραγγελιών που είχαν γίνει και ακυρωθεί, καθώς και των ολοκληρωμένων συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένων 25 συναλλαγών back-to-back μεταξύ των τεσσάρων λογαριασμών υπό τον έλεγχό του. Η έκθεση AMF διαπίστωσε ότι η δραστηριότητά του είχε ως αποτέλεσμα να προκαλέσει αύξηση της τιμής της μετοχής και οδήγησε σε  αύξηση των ορίων τιμών.

Στις 20 Δεκεμβρίου 2007, η επιτροπή επιβολής της AMF επέβαλε πρόστιμο ύψους 250.000 ευρώ στον προσφεύγοντα, σε συνδυασμό με  εντολή δημοσίευσης της απόφασης. Το εφετείο του Παρισιού απέρριψε την έφεση του και το Ακυρωτικό Δικαστήριο απέρριψε την αναίρεση.

Στις 11 Σεπτεμβρίου 2007, ο Εισαγγελέας, ο οποίος ενημερώθηκε για τα γεγονότα από τον Πρόεδρο της AMF, ζήτησε από το τμήμα διερεύνησης οικονομικού εγκλήματος να προβεί σε προκαταρκτική έρευνα. Στις 8 Απριλίου 2009, όταν η αναίρεση κατά της απόφασης της AMF εκκρεμούσε, ο προσφεύγων κλήθηκε να εμφανιστεί ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου του Παρισιού για να δικαστεί για το αδίκημα της παρεμπόδισης της ορθής λειτουργίας του χρηματιστηρίου. Ο προσφεύγων, θεωρώντας ότι η κλήση αναπαράγει λέξη προς λέξη τις ίδιες ακριβώς κατηγορίες  όπως εκείνες για τις οποίες είχε επιβληθεί πρόστιμο από την AMF, κατέθεσε Υπόμνημα για να αποδείξει ότι συνιστά παραβίαση της αρχής ne bis in idem που προστατεύεται από το άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου με αριθ. 7 της Σύμβασης. Το Ποινικό Δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματά του και τον έκρινε ένοχο για τις κατηγορίες, καταδικάζοντάς τον σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών με αναστολή. Το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση, μειώνοντας την ποινή σε 3 μήνες. Το Ακυρωτικό Δικαστήριο απέρριψε την αναίρεσή του.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το πρόστιμο που επέβαλε η AMF είχε αναμφισβήτητα ποινικό χαρακτήρα. Επανέλαβε ότι το άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7 πρέπει να ερμηνεύεται ως απαγόρευση της δίωξης ή της καταδίκης ατόμου για δεύτερο αδίκημα, στο μέτρο που στηριζόταν σε πανομοιότυπα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα πραγματικά περιστατικά ήταν ουσιαστικά τα ίδια. Εν προκειμένω, διαπίστωσε ότι οι κατηγορίες ήταν πανομοιότυπες και στις δύο διαδικασίες.

Το Δικαστήριο επανέλαβε επίσης ότι το εναγόμενο κράτος έπρεπε να αποδείξει πειστικά ότι οι εν λόγω διπλές διαδικασίες ήταν «επαρκώς στενά συνδεδεμένες ως προς την ουσία και με την πάροδο του χρόνου», με άλλα λόγια ότι η διαδικασία ενώπιον της AMF και ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων συνδυάστηκαν με  ολοκληρωμένο τρόπο ώστε να διαμορφωθεί ένα συνεκτικό σύνολο. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπήρχε παραβίαση της Σύμβασης.

Πρώτον, όσον αφορά την ύπαρξη επαρκώς στενού «ουσιαστικού συνδέσμου» μεταξύ των δύο διαδικασιών, παρατήρησε ότι η δυαδικότητα της σχετικής διαδικασίας ήταν ασφαλώς προβλέψιμη συνέπεια, νομικά και πρακτικά, του ίδιου παραπτώματος, για το οποίο ο  προσφεύγων κατηγορούνταν.

Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης, εξετάζοντας εάν υπήρχαν συμπληρωματικοί σκοποί ή όχι, ότι με απόφαση της 18ης Μαρτίου 2015 το Συνταγματικό Δικαστήριο είχε κρίνει ότι οι νομοθετικές διατάξεις που τιμωρούν το αδίκημα της εκμετάλλευσης εμπιστευτικών πληροφοριών και το παράπτωμα των εμπλεκόμενων προσώπων κατευθύνονται εναντίον των ίδιων πράξεων, τις οποίες ορίζουν και χαρακτηρίζουν με τον ίδιο τρόπο, προστατεύοντας τα ίδια κοινωνικά συμφέροντα και, τέλος, ότι ήταν ικανά να οδηγήσουν σε κυρώσεις που δεν ήταν διαφορετικές μεταξύ τους. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης – αδίκημα χειραγώγησης, κατά την έννοια του άρθρου L. 465-2 του Νομισματικού και Οικονομικού Κώδικα – τους πανομοιότυπους σκοπούς που επιδιώκει η AMF και τα ποινικά δικαστήρια, τα οποία αφορούσαν πανομοιότυπες πτυχές της επιζήμιας πράξης, αποκλείεται η συμπληρωματικότητα που απαιτείται για τη διαπίστωση της ύπαρξης αρκούντως στενού δεσμού μεταξύ των δύο διαδικασιών. Το Δικαστήριο διαπίστωσε, κατά την εξέταση του ζητήματος της συλλογής αποδεικτικών στοιχείων, ότι το ποινικό δικαστήριο είχε αναφέρει εκτενώς τις διάφορες διαπιστώσεις της AMF, ενώ το Εφετείο είχε στηρίξει την απόφασή του στο έργο τόσο των ερευνητών της AMF όσο και της ομάδας διερεύνησης του οικονομικού εγκλήματος. Το Δικαστήριο  παρατήρησε επίσης ότι οι ερευνητές είχαν κληθεί στις 11 Σεπτεμβρίου 2007 να εκτελέσουν τις δικές τους έρευνες ενώ η έκθεση της μονάδας έρευνας της AMF και της μονάδας εποπτείας της αγοράς είχαν κατατεθεί  πριν από ένα χρόνο. Συνεπώς, υπήρξε επανάληψη στη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων. Εν τέλει, όσον αφορά τη συνεκτίμηση της ποινής που επιβλήθηκε από την AMF στο πλαίσιο του δεύτερου γύρου διαδικασιών ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ενώ το Ποινικό Δικαστήριο είχε ρητά εξετάσει  το πρόστιμο που είχε αποφασίσει η Επιτροπή Εκτέλεσης της AMF, αυτό δεν συνέβαινε με το Εφετείο.

Δεύτερον, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι, ακόμη και αν υπήρχε ουσιαστική σχέση μεταξύ των δύο διαδικασιών, η κατάσταση της «σύνδεσης στο χρόνο» παρέμενε και εξακολουθούσε να πρέπει να ικανοποιηθεί. Στο σημείο αυτό, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η διαδικασία άρχισε με την έρευνα της AMF η οποία ξεκίνησε στις 21 Ιουνίου 2006 και είχε λήξει με την απόφαση του Ακυρωτικού Δικαστηρίου της 22 Ιανουαρίου 2014 σχετικά με την ποινική διαδικασία. Συνεπώς, διήρκεσε συνολικά περισσότερο από 7,5 χρόνια. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου είχαν κινηθεί εν μέρει παράλληλα. Παρ ‘όλα αυτά, μετά την Απόφαση του Ακυρωτικού Δικαστηρίου της 10ης Νοεμβρίου 2009 για την παύση της διαδικασίας της AMF, η ποινική διαδικασία διήρκεσε μέχρι τις 22 Ιανουαρίου 2014, κατά συνέπεια για άλλα τέσσερα έτη και δύο μήνες.

Συμπερασματικά, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε επαρκώς στενός ουσιαστικός σύνδεσμος μεταξύ των δύο διαδικασιών, της AMF και των ποινικών δικαστηρίων, ενόψει των σκοπών που επιδιώκονται, σε κάθε βαθμό και την επανάληψη στη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων από διάφορους ερευνητές. Επιπλέον, και κυρίως, δεν υπήρχε επαρκώς στενή χρονική σχέση ώστε οι  διαδικασίες να θεωρηθούν ως μέρος ενός ολοκληρωμένου μηχανισμού κυρώσεων που προβλέπεται από το γαλλικό νόμο.

Ως εκ τούτου, διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων είχε υποστεί δυσανάλογη ζημία ως αποτέλεσμα της διπλής ποινικής δίωξής και καταδίκης, τόσο από την AMF όσο και από τα ποινικά δικαστήρια, για τα ίδια πραγματικά περιστατικά. Το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε παράβαση του άρθρου 4 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Γαλλία πρέπει να καταβάλει στον προσφεύγοντα  10.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 20.000 ευρώ για έξοδα και δαπάνες. (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες