Ο ψυχικά ασθενής κρατούμενος πρέπει να λαμβάνει τη θεραπεία του στη γλώσσα που κατανοεί καλύτερα. Η θεραπεία χωρίς ελπίδα βελτίωσης συνιστά εξευτελιστική μεταχείριση

ΑΠΟΦΑΣΗ

Rooman κατά Βελγίου της 31.01.2019 (αρ. 18052/11)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Απόφαση Ολομέλειας. Αδυναμία παροχής κατάλληλης ψυχιατρικής θεραπείας σε δράστη σεξουαλικών εγκλημάτων, ο οποίος βρισκόταν από το 2004 υπό υποχρεωτικό εγκλεισμό σε φορέα κοινωνικής προστασίας λόγω του κινδύνου του για την κοινωνία.
Από τις αρχές του 2004 έως τον Αύγουστο του 2017, όπου εκδόθηκε η απόφαση του Τμήματος, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υπήρχε παραβίαση της απαγόρευσης απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης και παραβίαση του δικαιώματος ελευθερίας και ασφάλειας.

α. Όσον αφορά το άρθρο 3, το Δικαστήριο διαπίστωσε ειδικότερα ότι οι εθνικές αρχές παρέλειψαν να φροντίσουν για την κατάσταση ψυχικής υγείας του προσφεύγοντος και ότι η συνεχιζόμενη κράτηση του χωρίς ρεαλιστική ελπίδα βελτίωσης και χωρίς να λαμβάνει κατάλληλη ιατρική υποστήριξη για περίοδο περίπου 13 ετών, έπρεπε να θεωρηθεί ως ιδιαίτερα ισχυρό εμπόδιο, το οποίο του προκαλούσε έναν έντονο κίνδυνο που υπερέβαινε το αναπόφευκτο επίπεδο πόνου που είναι εγγενές στην κράτηση. Η μακροχρόνια ψυχοφαρμακολογική και ψυχοθεραπευτική θεραπεία, έπρεπε να χορηγηθεί στα γερμανικά, στη μοναδική γλώσσα που μιλούσε και αντιλαμβανόταν. Ο γλωσσικός φραγμός ήταν ο μοναδικός παράγοντας που περιόριζε την αποτελεσματική πρόσβαση του κ. Rooman στη θεραπεία που ήταν κανονικά διαθέσιμη.

β. Όσον αφορά το άρθρο 5, το Δικαστήριο αποφάσισε να διευκρινίσει την έννοια της υποχρέωσης των αρχών να παρέχουν θεραπεία σε άτομα που έχουν τεθεί σε υποχρεωτικό εγκλεισμό. Tο Δικαστήριο έκρινε ότι η στέρηση της ελευθερίας του προσφεύγοντος κατά την περίοδο από τις αρχές του 2004 έως τον Αύγουστο του 2017 δεν είχε πραγματοποιηθεί μέσα σε κατάλληλο ίδρυμα, ικανό να του παράσχει θεραπεία προσαρμοσμένη στην κατάστασή του, όπως απαιτείται από το άρθρο 5 § 1.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 3

Άρθρο 5

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, René Rooman, είναι Βέλγος υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε το 1957 και κρατείται στο φορέα κοινωνικής προστασίας Paifve (EDS) στο Βέλγιο. Το 1997, ο προσφεύγων καταδικάστηκε, μεταξύ άλλων, για κλοπή, άσεμνη επίθεση κατά ανηλίκου ηλικίας κάτω των 16 ετών και βιασμό ανηλίκου ηλικίας κάτω των 10 ετών. Η κράτησή του έπρεπε να ολοκληρωθεί στις 20 Φεβρουαρίου 2004, ωστόσο διέπραξε περαιτέρω αδικήματα ενόσω ήταν στη φυλακή.
Τον Ιούνιο του 2003 το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της Λιέγης διέταξε τον υποχρεωτικό του εγκλεισμό και, τον Ιανουάριο του 2004, εισήχθη στο Paifve EDS. Σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ του 2005 και του 2015, υπέβαλε τρεις αιτήσεις αποφυλάκισης, οι οποίες απορρίφθηκαν από το Συμβούλιο Κοινωνικής Προστασίας (CDS) το 2006, το 2010 και το 2014 με το σκεπτικό ότι οι όροι απαλλαγής (δηλαδή η βελτίωση της ψυχικής του υγείας και οι εγγυήσεις για την κοινωνική αποκατάστασή του) δεν είχαν επιτευχθεί. Στις αποφάσεις του, το Συμβούλιο σημείωσε, μεταξύ άλλων, ότι ο προσφεύγων δεν μπόρεσε να λάβει ψυχιατρική θεραπεία στη μόνη γλώσσα που καταλάβαινε (γερμανικά). Τόνισε έτσι ότι πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες για την εξεύρεση ενός ιδρύματος στο οποίο θα μπορούσε να λάβει θεραπεία στα γερμανικά και ότι ο προσφεύγων είχε πολύ λίγη επαφή με τους άλλους ασθενείς και τα μέλη του προσωπικού, δεδομένου ότι τα γαλλικά του ήταν φτωχά. Στο μεταξύ, το 2014, ο κ. Rooman άσκησε ασφαλιστικά μέτρα κατά του Βελγικού Δημοσίου βάσει του άρθρου 584 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ζητώντας την αποφυλάκισή του ή, επικουρικά, να υποχρεωθούν οι αρχές να λάβουν τα μέτρα που απαιτούνται για την κατάσταση της υγείας του.
Στις 10 Οκτωβρίου 2014 ο δικαστής έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματός του στην πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη και ότι είχε υποστεί απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση. Ο δικαστής αυτός διέταξε το βελγικό κράτος να διορίσει γερμανόφωνο ψυχίατρο και βοηθό ιατρού και να θέσει σε εφαρμογή τη θεραπεία που παρέχεται συνήθως στα γαλλόφωνα άτομα υπό υποχρεωτικό περιορισμό.
Την ίδια χρονιά ο προσφεύγων υπέβαλε αίτηση αποζημίωσης βάσει του άρθρου 1382 του Αστικού Κώδικα. Στις 9 Σεπτεμβρίου 2016, το γαλλικό δικαστήριο των Βρυξελλών διαπίστωσε ότι το βελγικό κράτος ευθύνεται για αμέλεια και του διέταξε να καταβάλει στον προσφεύγων 75.000 ευρώ. Και οι δύο διάδικοι άσκησαν έφεση. Η διαδικασία εκκρεμεί ενώπιον του Εφετείου των Βρυξελλών.
Στη συνέχεια, ο προσφεύγων υπέβαλε νέα αίτηση αποφυλάκισης. Στο πλαίσιο αυτό, τον Ιανουάριο και τον Μάιο του 2017, η ομάδα ψυχολογικής και κοινωνικής πρόνοιας του Paifve EDS και ο διευθυντής του εξέδωσαν εκθέσεις που ανέφεραν ότι δεν τάσσονταν υπέρ της αποφυλάκισης του προσφεύγοντος και διευκρίνισαν, μεταξύ άλλων, ότι παρέμεινε επικίνδυνος και ότι υπήρχε πιθανότατα να συμβούν και άλλα περιστατικά .
Στη συνέχεια, ο εισαγγελέας εξέδωσε γνωμοδότηση υπέρ της διατήρησης του μέτρου του εγκλεισμού του κ. Rooman υπό υποχρεωτικό περιορισμό. Τον Νοέμβριο του 2017, το Τμήμα Κοινωνικής Προστασίας (CPS), το οποίο ήταν η αρμόδια αρχή μετά την ποινική καταδίκη του και είχε πλέον αρμοδιότητα σε θέματα υποχρεωτικού περιορισμού, πραγματοποίησε ιδιωτική ακρόαση, κατά την οποία παρευρέθηκαν ο κ. Roman, ο δικηγόρος του και ένας διερμηνέας.
Στη συνέχεια, τον Δεκέμβριο του 2017, το Τμήμα Κοινωνικής Προστασίας απέρριψε την αίτηση για οριστική αποφυλάκιση και έκρινε ότι ήταν επίσης ακατάλληλος να αποφυλακισθεί με περιοριστικούς όρους. Στην απόφασή του, το αρμόδιο τμήμα δήλωσε ειδικότερα ότι η κράτηση του κ. Rooman ήταν δικαιολογημένη από την ψυχική του υγεία και ότι οι συνθήκες κράτησής του επέτρεψαν να του χορηγηθεί θεραπεία και να εξασφαλιστεί η ασφάλειά του αλλά και η ασφάλεια των άλλων. Το Τμήμα Κοινωνικής Προστασίας σημείωσε επίσης ότι ο προσφεύγων ήταν πλέον σε θέση να λάβει ψυχολογική και ψυχιατρική περίθαλψη και βοήθεια κοινωνικής μέριμνας από γερμανόφωνο προσωπικό και έχοντας δικαίωμα μίας εκδρομής το μήνα με τη συνοδεία γερμανόφωνης νοσοκόμας. Ένας διερμηνέας ήταν πλέον διαθέσιμος ανά πάσα στιγμή, όποτε η συνδρομή του ήταν απαραίτητη. Η αναίρεση του κ. Rooman απορρίφθηκε τον Φεβρουάριο του 2018.
Με βάση το άρθρο 3 (απαγόρευση απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης) και το άρθρο 5 § 1 (δικαίωμα στην ελευθερία και ασφάλεια) της Σύμβασης, ο προσφεύγων παραπονέθηκε ότι δεν είχε λάβει την απαιτούμενη ψυχολογική και ψυχιατρική θεραπεία λόγω της κατάσταση της ψυχικής υγείας του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η έλλειψη μεταχείρισης τον στερούσε από την προοπτική βελτίωσης της κατάστασής του και, ως εκ τούτου, η κράτησή του ήταν παράνομη. Η προσφυγή κατατέθηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων την 1η Μαρτίου 2011.
Στην απόφαση του τμήματος της 18ης Ιουλίου 2017, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ομόφωνα ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 (απαγόρευση απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης) της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης. Το Δικαστήριο έκρινε, ωστόσο, με έξι ψήφους προς μία, ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 1 (δικαίωμα στην ελευθερία και ασφάλεια) της Σύμβασης.
Στις 16 Οκτωβρίου 2017, ο προσφεύγων ζήτησε την παραπομπή της υπόθεσης στο Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης βάσει του άρθρου 43 (παραπομπή στο Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης) και στις 11 Δεκεμβρίου 2017 η Επιτροπή του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης αποδέχθηκε το αίτημα αυτό.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ….

Άρθρο 3 (απαγόρευση απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης)

 Όσον αφορά την κατάσταση της θεραπείας από τις αρχές του 2004 έως τον Αύγουστο του 2017, το Δικαστήριο σημείωσε ότι από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας προέκυπτε ότι ο προσφεύγων δεν ελάμβανε θεραπευτική αγωγή και ότι πράγματι το ιατρικό προσωπικό και ο κ. Rooman ήταν αδύνατο να επικοινωνήσουν. Τόσο οι ψυχίατροι που έρχονταν σε επαφή με τον κ. Rooman όσο και οι δικαστικές αρχές αναγνώρισαν την έλλειψη θεραπείας. Είχαν καταστήσει επαρκώς σαφές  από τον Σεπτέμβριο του 2005 ότι ο προσφεύγων είχε ανάγκη μακροχρόνιας ψυχοφαρμακολογικής και ψυχοθεραπευτικής θεραπείας, η οποία έπρεπε να χορηγηθεί στα γερμανικά, τη μόνη γλώσσα που μιλούσε και αντιλαμβανόταν. Ο γλωσσικός φραγμός ήταν ο μοναδικός παράγοντας που περιόριζε την αποτελεσματική πρόσβαση του κ. Rooman στη θεραπεία που ήταν κανονικά διαθέσιμη. Σε αρκετές περιπτώσεις, η εξέταση των αιτήσεών του για αποφυλάκιση είχε αναβληθεί λόγω της δυσκολίας να ξεκινήσει τη θεραπεία που οφειλόταν στο γλωσσικό πρόβλημα. Βεβαίως, ο κ. Rooman είχε τη δυνατότητα να συναντήσει ειδικευμένο γερμανόφωνο προσωπικό κατά την υπό εξέταση περίοδο. Ωστόσο, οι επαφές του με τα άτομα αυτά δεν λάμβαναν χώρα σε θεραπευτικό πλαίσιο. Είχε επίσης επαφή με εξωτερικό γερμανόφωνό ψυχολόγο μεταξύ Μαΐου και Νοεμβρίου 2010, αλλά λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας του, οι συνεδρίες αυτές δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως πραγματική θεραπεία.

Επιπλέον, τα όργανα κοινωνικής προστασίας είχαν λάβει μέτρα για την εξεύρεση λύσης στο πρόβλημα, αλλά αυτά είχαν ανατραπεί από την αδυναμία των αρχών να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για να επιφέρουν αλλαγές στην κατάσταση όσον αφορά στην επικοινωνία. Παρά την απόφαση του Ανώτατου Συμβουλίου Κοινωνικής Προστασίας και τη διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου των Βρυξελλών της Γαλλίας το 2014, δεν είχαν ληφθεί τα πρακτικά μέτρα, τα οποία συνιστούσαν εδώ και χρόνια, όπως η παροχή ενός γερμανόφωνου ψυχολόγου. Ωστόσο, φαίνεται ότι η ρύθμιση αυτή είχε σταματήσει προς το τέλος του 2015 και επαναλήφθηκε μόνο τον Αύγουστο του 2017. Έτσι, η καθυστέρηση στη θέσπιση μέτρων που θα διευκόλυναν την επικοινωνία με τον κ. Rooman είχε το αποτέλεσμα να στερηθεί τη θεραπεία που απαιτείτο από την κατάσταση της υγείας του. Ακολούθως, οι εθνικές αρχές παρέλειψαν να αντιμετωπίσουν την κατάσταση υγείας του κ. Rooman και η συνεχιζόμενη κράτηση του στο Paifve EDS χωρίς ρεαλιστική ελπίδα βελτίωσης και χωρίς την κατάλληλη ιατρική υποστήριξη για περίοδο περίπου δεκατριών ετών έπρεπε να θεωρηθεί ως ιδιαίτερα ισχυρό εμπόδιο, το οποίο του προκαλούσε έναν έντονο κίνδυνο που υπερέβαινε το αναπόφευκτο επίπεδο πόνου που είναι εγγενές στην κράτηση. Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης για την περίοδο αυτή.

Όσον αφορά την κατάσταση της θεραπείας από τον Αύγουστο του 2017, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η κατάσταση είχε εξελιχθεί: ειδικότερα, ένας γερμανόφωνος ψυχίατρος φάνηκε να έχει έρθει σε επαφή και είχε εκφράσει την προθυμία του να παράσχει θεραπεία ανά πάσα στιγμή. Είχαν γίνει ρυθμίσεις για να εξασφαλιστεί η παρουσία διερμηνέα στις μηνιαίες συνεδρίες με έναν ιατρό και σε όλες τις υπόλοιπες εξετάσεις που κρίνονταν απαραίτητες. Επίσης, τον Νοέμβριο του 2017 είχε πραγματοποιηθεί μια διεπιστημονική συνάντηση της ομάδα φροντίδας, στην οποία παρέστη ο κ. Rooman και ένας διερμηνέας.

Όσον αφορά την ψυχιατρική περίθαλψη, ήταν αλήθεια ότι ένας γερμανόφωνος ψυχίατρος είχε καταστεί εύκολα διαθέσιμος και η προηγούμενη έλλειψη πρωτοβουλιών των αρχών θα μπορούσε να θεωρηθεί λυπηρή. Ωστόσο, ούτε από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, ούτε από τις δηλώσεις του προσφεύγοντος, προέκυπτε ότι είχε ζητήσει να επωφεληθεί από την προτεινόμενη ψυχιατρική συνδρομή και ότι οι ιατρικές αρχές αρνήθηκαν να εκτελέσουν μια τέτοια αίτηση.

Ωστόσο, ο προσφεύγων ήταν ένα ευάλωτο άτομο λόγω της κατάστασης της υγείας του και της κράτησής του και απολάμβανε καθ’ όλη τη διάρκεια της κράτησής του, αποτελεσματική νομική συνδρομή και είχε ζητήσει επανειλημμένα πρόσβαση σε Γερμανούς επαγγελματίες υγείας. Έτσι, με τη βοήθεια ενός δικηγόρου θα μπορούσε να είχε φανεί ανοικτός στις προσπάθειες των αρχών για παροχή θεραπευτικών μέτρων στη γλώσσα του,  τα οποία λήφθηκαν προς συμμόρφωση με την απόφαση του Τμήματος του ΕΔΔΑ, το οποίο διαπίστωσε παραβίαση (18 Ιουλίου 2017) από το Τμήμα του ΕΔΔΑ.

Κατά συνέπεια, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι αρχές είχαν δείξει πραγματική προθυμία να αποκαταστήσουν την κατάσταση του κ. Rooman μετά την απόφαση του Τμήματος, με τη λήψη πρακτικών μέτρων από τον Αύγουστο του 2017. Στο πλαίσιο αυτό, η έλλειψη δεκτικότητας του κ. Rooman στις προτεινόμενες ρυθμίσεις για την ψυχιατρική του περίθαλψη δεν θα μπορούσε να καταλογιστεί στις αρχές. Έτσι, το Δικαστήριο έκρινε ότι, μολονότι υπήρχαν ορισμένες οργανωτικές ελλείψεις στην προτεινόμενη σειρά μέτρων, το κατώτατο όριο σοβαρότητας που απαιτείται για να τεθεί σε ισχύ το άρθρο 3 δεν είχε επιτευχθεί όσον αφορά τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος σχετικά με την περίοδο μετά τον Αύγουστο του 2017. Δεν υπήρξε, επομένως, παραβίαση του άρθρου 3 για την περίοδο αυτή.

Ωστόσο, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η διαπίστωση αυτή δεν απάλλασσε την κυβέρνηση από την υποχρέωση να συνεχίσει να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να τεθεί σε εφαρμογή, χωρίς καθυστέρηση, η ενδεδειγμένη ιατρική υποστήριξη, με βάση την εξατομικευμένη και κατάλληλη θεραπευτική αγωγή.

Άρθρο 5 (δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια)

Διευρύνοντας τις αρχές της νομολογίας και διευκρινίζοντας την έννοια της υποχρέωσης των αρχών να παράσχουν θεραπεία: το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι υπήρχε στενή σχέση μεταξύ της «νομιμότητας» της κράτησης ατόμων που πάσχουν από ψυχικές διαταραχές και της καταλληλότητας τηε θεραπείας που παρέχεται για την ψυχική τους κατάσταση. Κατά συνέπεια, κάθε μέτρο κράτησης κατά ψυχικά ασθενών έπρεπε να έχει θεραπευτικό σκοπό, ειδικά στοχευμένο και, στο μέτρο του δυνατού, να αποσκοπεί στη θεραπεία ή στην βελτίωση της κατάστασης της ψυχικής τους υγείας, συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου ή της απομείωσης της επικινδυνότητας τους. Επομένως, ανεξάρτητα από την εγκατάσταση στην οποία βρίσκονταν τα πρόσωπα αυτά, είχαν δικαίωμα να απολαμβάνουν ένα κατάλληλο ιατρικό περιβάλλον σε συνδυασμό από πραγματικά θεραπευτικά μέτρα, με σκοπό την προετοιμασία τους για την ενδεχόμενη αποφυλάκισή τους.

Όσον αφορά το πλαίσιο της παρεχόμενης θεραπείας, το Δικαστήριο έκρινε ότι το επίπεδο περίθαλψης που απαιτείται για αυτή την κατηγορία κρατουμένων πρέπει να υπερβαίνει τη βασική περίθαλψη. Η απλή πρόσβαση στους επαγγελματίες υγείας, οι συνεδρίες και η παροχή φαρμάκων δεν θα αρκούσαν για να υπάρξει «κατάλληλη» θεραπεία και ως εκ τούτου δεν ήταν ικανοποιητική σύμφωνα με το άρθρο 5. Ωστόσο, ο ρόλος του ΕΔΔΑ δεν ήταν να αναλύσει το περιεχόμενο της θεραπείας που προσφέρεται και χορηγείται.

Αυτό που ήταν σημαντικό να μπορούσε να εξακριβώσει εάν είχε τεθεί σε εφαρμογή ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες ανάγκες της ψυχικής υγείας του κρατούμενου με σκοπό την προετοιμασία του για πιθανή μελλοντική επανένταξη στην κοινωνία. Στον τομέα αυτό, το Δικαστήριο παρείχε στις αρχές μια ορισμένη ευχέρεια όσον αφορά τόσο τη μορφή, όσο και το περιεχόμενο της θεραπευτικής περίθαλψης ή του εν λόγω ιατρικού προγράμματος.

Περαιτέρω, η εκτίμηση του κατά πόσον μια συγκεκριμένη διευκόλυνση ήταν «κατάλληλη» έπρεπε να περιλαμβάνει εξέταση των ειδικών συνθηκών κράτησης που επικρατούσαν σε αυτήν και ιδίως της θεραπείας που παρέχεται σε άτομα που πάσχουν από ψυχολογικές διαταραχές. Έτσι, ήταν πιθανό ένα θεσμικό όργανο, το οποίο ήταν εκ των προτέρων ακατάλληλο, όπως μια δομή φυλακών να θεωρηθεί ικανοποιητικό αν παρείχε επαρκή μέριμνα και αντιστρόφως. Δηλαδή ένα εξειδικευμένο ψυχιατρικό ίδρυμα το οποίο, εξ ορισμού, θα έπρεπε να είναι κατάλληλο, να αδυνατεί να παρέχει την αναγκαία θεραπεία. Συνεπώς, η κατάλληλη και εξατομικευμένη θεραπεία αποτελούσε ουσιαστικό μέρος της έννοιας του «κατάλληλου θεσμικού οργάνου».

Εν κατακλείδι, η στέρηση της ελευθερίας που προβλέπεται στο άρθρο 5 § 1 (ε) είχε μια διττή λειτουργία: αφενός, μία κοινωνική λειτουργία της προστασίας και αφετέρου μια θεραπευτική λειτουργία που σχετίζεται με το συγκεκριμένο ψυχικά ασθενές άτομο κατά τη λήψη μιας κατάλληλης και εξατομικευμένης μορφής θεραπείας. Η ανάγκη εξασφάλισης της πρώτης λειτουργίας δεν πρέπει, a priori, να δικαιολογήσει την έλλειψη μέτρων για τη δεύτερη. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 5 § 1, στ. ε), μια απόφαση που αρνείται την αποφυλάκιση ενός ατόμου που βρίσκεται υπό υποχρεωτικό περιορισμό, θα μπορούσε να καταστεί ασυμβίβαστη με τον αρχικό στόχο της προληπτικής κράτησης που αποσκοπούσε η καταδικαστική απόφαση. Αυτό θα συνέβαινε εάν ο ενδιαφερόμενος είχε συλληφθεί λόγω του κινδύνου που προκαλούσε, αλλά ταυτόχρονα στερήθηκε τα μέτρα που ήταν απαραίτητα για να αποδειχθεί ότι δεν ήταν πλέον επικίνδυνος, όπως η κατάλληλη θεραπεία.

Τέλος, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ενδεχόμενες αρνητικές συνέπειες στις προοπτικές μεταβολής της προσωπικής κατάστασης του προσφεύγοντος, δεν οδηγούν αναγκαστικά σε διαπίστωση παραβίασης του Άρθρου 5 § 1, υπό την προϋπόθεση ότι οι αρχές είχαν λάβει επαρκή μέτρα για να ξεπεράσουν οποιοδήποτε πρόβλημα παρεκώλυε τη θεραπεία του.

Όσον αφορά τη στέρηση του κ Rooman της ελευθερίας του από τις αρχές του 2004 μέχρι τον Αύγουστο του 2017 το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, παρά τα επανειλημμένα πορίσματα των ιατρικών και κοινωνικών αρχών προστασίας σύμφωνα με τα οποία ήταν απαραίτητο για τον κ Rooman να λάβει ψυχιατρική θεραπεία στα γερμανικά για να έχει την ευκαιρία να προχωρήσει και να επανενταχθεί στην κοινωνία, δεν είχαν ληφθεί μέτρα για την εφαρμογή τέτοιας θεραπείας. Έτσι, η αποτυχία παροχής εξατομικευμένης θεραπείας, προσαρμοσμένης στην κατάστασή του για περίοδο περίπου 13 ετών, ισοδυναμούσε με σημαντική αμέλεια, γεγονός που εμπόδισε το ενδεχόμενο θετικής βελτίωσης της κατάστασης του κ. Rooman, αν υποτεθεί ότι υπήρχε.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε, λαμβάνοντας υπόψη αφενός, τον αόριστο χαρακτήρα της διάρκειας του μέτρου εγκλεισμού και, αφετέρου, την κατάσταση της υγείας του κ. Rooman και τις αιτήσεις που είχε υποβάλει για να λάβει την κατάλληλη ψυχιατρική και ψυχολογική αγωγή που θα του επέτρεπε να έχει ελπίδα αποφυλάκισης, ότι τα μέτρα που έλαβαν οι αρχές δεν ήταν επαρκή όσον αφορά την παροχή θεραπευτικής αγωγής. Εξάλλου, η παράλειψη παροχής θεραπείας στον προσφεύγοντα ήταν ακόμη πιο αδικαιολόγητη, καθόσον ήταν σε θέση να επικοινωνήσει σε μια από τις επίσημες γλώσσες του Βελγίου. Ακολούθως, η έλλειψη μεταχείρισης προσαρμοσμένη στην κατάσταση της υγείας του προσφεύγοντος και η απουσία αποτελεσματικών ενεργειών από τις αρχές του 2004 έως τον Αύγουστο του 2017 προκειμένου να διασφαλιστεί η εν λόγω μεταχείριση, είχαν ως αποτέλεσμα την διάσπαση του συνδέσμου μεταξύ του σκοπού της κράτησης και των συνθηκών υπό τις οποίες αυτή έλαβε χώρα στο Paifve EDS, ίδρυμα το οποίο δεν μπορούσε επομένως να θεωρηθεί κατάλληλο. Υπήρχε συνεπώς παραβίαση του Άρθρου 5 § 1, λόγω του τρόπου με τον οποίο εκτελέστηκε η διαταγή υποχρεωτικού περιορισμού από τις αρχές του 2004 μέχρι τον Αύγουστο του 2017.

Όσον αφορά στη στέρηση της ελευθερία του κ Rooman από τον Αύγουστο του 2017, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αρμόδιες αρχές κατέληξαν στα αναγκαία συμπεράσματα από την απόφαση του Τμήματος της 18ης Ιουλίου 2017 και μετά και είχαν εφαρμόσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο θεραπείας, οδηγώντας στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε παραβίαση της διάταξης αυτής για την περίοδο από τον Αύγουστο του 2017. Ωστόσο, το δικαστήριο υπογράμμισε ότι, λαμβάνοντας υπόψη την ευαισθησία του προσφεύγοντος και τη μειωμένη ικανότητα λήψης αποφάσεων, και παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, θεωρήθηκε τυπικά ικανός να λάβει τις δικές του αποφάσεις, οι αρχές έπρεπε να διασφαλίσουν ότι ελήφθησαν όλες οι απαραίτητες πρωτοβουλίες, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, για την εξασφάλιση αποτελεσματικής φροντίδας, συμπεριλαμβανομένης της ψυχιατρικής και ψυχολογικής θεραπείας, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 5 § 1 ε) της Σύμβασης, έτσι ώστε να παρέχεται σε αυτόν η προοπτική αποφυλάκισης.

Άρθρο 41 (Δίκαιη ικανοποίηση)

Το Δικαστήριο έκρινε, με δεκαπέντε ψήφους προς δύο, ότι το Βέλγιο πρέπει να καταβάλει στον προσφεύγοντα 32.500 ευρώ για ηθική βλάβη.

ΜΕΙΟΨΗΦΙΕΣ

Ο δικαστής Lemmens εξέφρασε μια εν μέρει σύμφωνη και εν μέρει αποκλίνουσα άποψη. Ο δικαστής Nußberger εξέφρασε μια εν μέρει αποκλίνουσα άποψη. Οι δικαστές Turković, Dedov, Motoc, Ranzoni, Bošnjak και Chanturia εξέφρασαν μία κοινή μερικώς αντίθετη άποψη. Ο δικαστής Serghides εξέφρασε μια εν μέρει αποκλίνουσα άποψη (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες