Κατάσχεση και εκποίηση κατοικίας της προσφεύγουσας λόγω καταδίκης του συζύγου της. Τα πρόσωπα, των οποίων κατάσχονται τα περιουσιακά στοιχεία πρέπει να έχουν την ιδιότητα των διαδίκων στα δικαστήρια που διατάσσουν την κατάσχεση.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Bokova κατά Ρωσίας της 16.04.2019 (αρ. 27879/13)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Προσωρινή κατάσχεση και εν συνεχεία οριστική εκποίηση ενός σπιτιού που ανήκε στην προσφεύγουσα δυνάμει κληρονομιάς, από το ποινικό δικαστήριο που είχε καταδικάσει τον σύζυγό της για το αδίκημα της απάτης.

Το Ποινικό Δικαστήριο που καταδίκασε τον σύζυγο της προσφεύγουσας διαπίστωσε ότι είχαν διεξαχθεί κάποια έργα στο σπίτι της προσφεύγουσας κατά τη διάρκεια της παράνομης δραστηριότητας του συζύγου της, και έτσι διέταξε την κατάσχεση του σπιτιού για να αποζημιωθεί το θύμα. Ούτε το ποινικό δικαστήριο, ούτε τα άλλα δικαστήρια στα οποία προσέφυγε η προσφεύγουσα προσδιόρισαν τα ποσά που είχαν επενδυθεί για τη βελτίωση του σπιτιού κατά τη διάρκεια της παράνομης δραστηριότητας.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα, η οποία είχε κληρονομήσει το σπίτι πριν από την έναρξη της εγκληματικής δραστηριότητας του συζύγου της, είχε νόμιμη αξίωση να διατηρήσει τουλάχιστον ένα μέρος της αξίας του ακινήτου, δηλαδή το τμήμα που δεν σχετιζόταν με τις επενδύσεις που χρηματοδοτούνταν από παράνομες δραστηριότητες. Το Στρασβούργο διαπίστωσε επίσης, ότι η απόφαση μεταβίβασης του ακινήτου της δεν είχε συνοδευτεί από επαρκείς διαδικαστικές διασφαλίσεις κατά της αυθαιρεσίας, καθώς κανένα εθνικό δικαστήριο δεν είχε εξετάσει το ποσό των παράνομων κεφαλαίων που είχαν επενδυθεί στο σπίτι, ούτε είχαν παράσχει στην προσφεύγουσα κάποια κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεσή της και να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της όσον αφορά ένα μέρος της ιδιοκτησίας. Παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (προστασία της περιουσίας).

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 1 ΠΠΠ

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Τον Ιανουάριο του 2011, ο σύζυγος της προσφεύγουσας κατηγορήθηκε για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Λίγους μήνες αργότερα το σπίτι της – που το είχε αποκτήσει δυνάμει κληρονομιάς το 2003 – κατασχέθηκε προσωρινά, καθώς το Επαρχιακό Δικαστήριο Basmanny της Μόσχας υποψιαζόταν ότι κάποιες επενδύσεις έλαβαν χώρα στο σπίτι αυτό, με χρήση εσόδων από την απάτη. Η προσφεύγουσα άσκησε έφεση εναντίον της εντολής κατάσχεσης, αλλά η έφεσή της απορρίφθηκε από τα ανώτερα ποινικά δικαστήρια με την αιτιολογία ότι δεν ήταν αρμόδια να καθορίσουν τα ποσά που επενδύθηκαν.
Τον Μάιο του 2012 η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση στο πολιτικό δικαστήριο για την άρση της εντολής κατάσχεσης, υποστηρίζοντας ότι το σπίτι ήταν ιδιοκτησία της. Το δικαστήριο, σε πρώτο βαθμό, έκανε αποδεκτό το αίτημά της, διαπιστώνοντας ότι το σπίτι ήταν προσωπική ιδιοκτησία και απαλλάχθηκε από την κατάσχεση. Στην κατ’ έφεση δίκη, το περιφερειακό δικαστήριο της Μόσχας ανέτρεψε την εν λόγω απόφαση με το σκεπτικό ότι οι αιτήσεις για άρση της κατάσχεσης, που διετάχθη στο πλαίσιο ποινικής έρευνας δεν θα μπορούσε να εξεταστούν από τα αστικά δικαστήρια.
Τον Ιούνιο του 2012, ο σύζυγος της προσφεύγουσας και οι συνάδελφοί του καταδικάστηκαν για απάτη και καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης από το περιφερειακό δικαστήριο Nikulinskiy της Μόσχας. Το συνολικό ποσό της απάτης εκτιμήθηκε σε 9.828.719 δολάρια ΗΠΑ. Το δικαστήριο διέταξε τους κατηγορούμενους από κοινού να καταβάλουν αυτό το ποσό στο θύμα. Στην απόφασή του το δικαστήριο διέταξε την οριστική μεταβίβαση της οικίας της κας Bokova, διαπιστώνοντας ότι ορισμένες εργασίες είχαν πραγματοποιηθεί εκεί κατά τη διάρκεια των παράνομων δραστηριοτήτων του συζύγου της. Ωστόσο, το δικαστήριο δεν καθόρισε το ποσό των παράνομων κεφαλαίων που είχαν επενδυθεί.
Οι αναιρέσεις που κατέθεσαν η προσφεύγουσα και ο σύζυγός της, υποστηρίζοντας ότι το δικαστήριο δεν είχε καθορίσει το ποσό των παράνομων κεφαλαίων που επενδύθηκαν στο συγκεκριμένο σπίτι, απορρίφθηκαν τον Ιούλιο και τον Οκτώβριο 2012. Τέλος, ένας δικαστής του ρωσικού Ανωτάτου Δικαστηρίου αρνήθηκε να παραπέμψει την έφεση της στο Ποινικό Δικαστήριο, δηλώνοντας ότι θα μπορούσε να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της όσον αφορά το σπίτι της στα αστικά δικαστήρια.
Τον Οκτώβριο του 2012 άρχισαν διαδικασίες εκτέλεσης και η αξία του σπιτιού υπολογίστηκε σε 925.000 ευρώ. Από τον Απρίλιο του 2018 η απόφαση μεταβίβασης του σπιτιού δεν έχει εφαρμοστεί.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (προστασία ιδιοκτησίας)

Η προσφεύγουσα είχε κληρονομήσει το σπίτι, το οποίο χτίστηκε από τον πατέρα της, το 2003. Είχε αποκτήσει το ακίνητο πριν από την έναρξη της εγκληματικής δραστηριότητας του συζύγου της, και κατά συνέπεια πριν από την παράνομη χρηματοδότηση. Επομένως, η προσφεύγουσα είχε δικαιολογημένη αξίωση να διατηρήσει τουλάχιστον μέρος της αξίας του ακινήτου, δηλαδή το τμήμα που δεν σχετιζόταν με τις επενδύσεις.
Η παρέμβαση στην άσκηση των δικαιωμάτων κυριότητας της προσφεύγουσας, με τη μορφή της εντολής μεταβίβασης του σπιτιού, προβλεπόταν από το νόμο (άρθρο 299 του Ποινικού Κώδικα) και είχε επιδιώξει τον θεμιτό σκοπό της τιμωρίας των ποινικών αδικημάτων και της διασφάλισης των δικαιωμάτων των θυμάτων και της πολιτικής αγωγής.
Στην απόφαση για τη μεταφορά της περιουσίας, το Περιφερειακό Δικαστήριο Nikulinskiy της Μόσχας – το οποίο είχε αποφανθεί για την καταδίκη του συζύγου της – είχε υπογραμμιστεί ότι είχαν λάβει χώρα βελτιώσεις στο σπίτι, με χρήση παράνομων πόρων από τον σύζυγο της προσφεύγουσας. Ωστόσο, δεν εξέτασε το ζήτημα των ποσών που επενδύθηκαν. Σύμφωνα με τη σχετική εθνική νομοθεσία, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να προβεί στους απαιτούμενους υπολογισμούς, αλλά θα μπορούσε να παραπέμψει αυτό το ζήτημα στα αστικά δικαστήρια, αφήνοντάς τα να αποφασίσουν ανεξάρτητα από το αν το σπίτι ήταν μέρος των κοινών περιουσιακών στοιχείων ή όχι, για να καθορίσει το ποσό που είχε επενδυθεί κατά τη διάρκεια της παράνομης δραστηριότητας και να αφαιρέσει το μερίδιο που δεν σχετίζεται με αυτές τις επενδύσεις και το οποίο άνηκε μόνο στην προσφεύγουσα. Ωστόσο, το δικαστήριο δεν είχε παραπέμψει το συγκεκριμένο ερώτημα και η προσφεύγουσα δεν είχε κανένα μέσο να το υποχρεώσει να το πράξει.
Το Δικαστήριο έχει κρίνει προηγουμένως ότι, κατ’ αρχήν, τα πρόσωπα, των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία απειλούνταν να κατασχεθούν, πρέπει να έχουν την ιδιότητα των διαδίκων στις σχετικές διαδικασίες ενώπιον των δικαστηρίων που διατάσσουν την κατάσχεση. Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα είχε απλώς την ιδιότητα του μάρτυρα στην ποινική διαδικασία που αφορούσε τον σύζυγό της και δεν είχε απολαύσει των διαδικαστικών δικαιωμάτων που θα της είχαν επιτρέψει να αμφισβητήσει τον ισχυρισμό ότι το σπίτι είχε χτιστεί και ανεγερθεί με χρήση παράνομων κεφαλαίων.
Επιπλέον, το δικαστήριο που εκδίκασε την αίτηση αναίρεσης δεν απάντησε στις καταγγελίες της προσφεύγουσας και δεν εξέτασε το ζήτημα του ποσού των παράνομων κεφαλαίων που είχαν επενδυθεί στο σπίτι. Το δικαστήριο αυτό, όπως και ο δικαστής από τη σύνθεση, ο οποίος αρνήθηκε να παραπέμψει την εξέταση της αναίρεσης της προσφεύγουσας, και τα ποινικά δικαστήρια που διέταξαν την κατάσχεση, είχαν απλώς δηλώσει ότι η προσφεύγουσα μπορούσε να διεκδικήσει τα δικαιώματά της, ζητώντας από τα αστικά δικαστήρια την άρση της εντολής κατάσχεσης. Η προσφεύγουσα είχε πράγματι υποβάλει μια τέτοια αίτηση τον Μάιο του 2012, σε μια εποχή που η εντολή κατάσχεσης είχε τεθεί σε ισχύ, αλλά όχι η καταδίκη. Παρ ‘όλα αυτά, το αστικό δικαστήριο της Μόσχας, έκρινε ότι τα αστικά δικαστήρια δεν ήταν αρμόδια να άρουν την εντολή κατάσχεσης, ενώ το δικαστήριο που εκδίκασε την αναίρεση επικύρωσε τη διαπίστωση αυτή. Το αίτημα της για την άρση της εντολής, δεν είχε συνεπώς εξεταστεί επί της ουσίας.
Ως εκ τούτου, κανένα από τα εθνικά δικαστήρια δεν εξέτασε το ζήτημα του ποσού των παράνομων κεφαλαίων που είχαν επενδυθεί στο σπίτι, ούτε είχαν δώσει στην προσφεύγουσα την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεσή της και να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της όσον αφορά ένα μέρος του ακινήτου. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απόφαση μεταβίβασης του ακινήτου δεν συνοδεύτηκε από επαρκείς διαδικαστικές εγγυήσεις εναντίον αυθαιρεσίας όπως απαιτείται από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης. Συνεπώς υπήρξε παραβίαση της διάταξης αυτής.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαπίστωση παραβίασης αποτελεί επαρκή δίκαιη ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη η κα Bokova και ότι η Ρωσία έπρεπε να της καταβάλει 3.660 ευρώ όσον αφορά τα έξοδα και τις δαπάνες (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες