Η τοποθέτηση αυτιστικού παιδιού σε ειδικό σχολικό ίδρυμα αντί σε γενικό σχολείο, παραβιάζει το δικαίωμά του στην εκπαίδευση;

ΑΠΟΦΑΣΗ
Dupin κατά Γαλλίας της 24.01.2019 (αρ. 2282/17)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δικαίωμα εκπαίδευσης παιδιών με αυτισμό και δικαίωμα φοίτησης τους σε γενικό σχολείο. Oι εθνικές αρχές είχαν θεωρήσει ότι το παιδί θα αντιμετώπιζε προβλήματα στην εκπαίδευσή σε ένα γενικό σχολείο και πρότειναν την τοποθέτησή του σε ειδικό σχολείο, αφού πρώτα στάθμισαν το επίπεδο αναπηρίας του και του οφέλους που θα μπορούσε να αντλήσει από την πρόσβαση σε προσαρμοσμένη στις ανάγκες του εκπαίδευση. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η άρνηση ένταξης του παιδιού σε γενικό σχολείο δεν αποτελούσε αποτυχία του κράτους να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του βάσει του άρθρου 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, ούτε συστηματική άρνηση του δικαιώματος στην εκπαίδευση. Μη παραβίαση της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 2 ΠΠΠ

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα είναι Γαλλίδα υπήκοος, η οποία γεννήθηκε το 1975 και ζει στη Νάντη (Γαλλία).
Η κα Dupin είναι η μητέρα του E., ένα αυτιστικό παιδί που γεννήθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 2002. Είναι διαζευγμένη και έχει τη γονική μέριμνα του παιδιού μαζί με τον πατέρα. Από το 2009 έχει αποφασιστεί ως η συνήθης κατοικία του παιδιού το σπίτι του πατέρα.
Τον Απρίλιο του 2011 ο προσφεύγων κατέθεσε στην Επιτροπή για τα δικαιώματα και την αυτονομία των ατόμων με ειδικές ανάγκες (CDAPH), αίτηση για σχολική φοίτηση του παιδιού της και τοποθέτηση του σε πρόγραμμα σχολικής ένταξης (CLIS) με την υποστήριξη της Υπηρεσίας Ειδικής Αγωγής και Φροντίδας Ηλικίας (SESSAD). Τον Αύγουστο του 2011 το αίτημα απορρίφθηκε. Το CDAPH συνέστησε την παραπομπή του παιδιού σε ίδρυμα για ειδικές υγειονομικές και εκπαιδευτικές ανάγκες (IME). Μέχρι να ανοίξει επίσημα θέση, συνέστησε την παραμονή του εκεί ως επισκέπτη.
Τον Σεπτέμβριο του 2011, η προσφεύγουσα άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου του Rennes. Τον Ιούλιο του 2012 ο εμπειρογνώμονας που ορίστηκε από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι τόσο η ένταξη στο πρόγραμμα CLIS, όσο και η εισαγωγή του σε ένα ειδικό ίδρυμα (IME) ήταν δυνατή, αλλά ότι σε κάθε περίπτωση η σχολική φοίτηση θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένη σε ένα αυτιστικό παιδί. Τον Αύγουστο του 2012 το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η κατάσταση του E. δικαιολογούσε την παραπομπή της σε ΙΜΕ για την περίοδο από τον Αύγουστο του 2011 έως τον Ιούλιο του 2014, με υποστήριξη από έναν βοηθό ειδικής αγωγής κατά τη διάρκεια των σχολικών ωρών και την εφαρμογή προσαρμοσμένης διδασκαλίας και μεθόδων. Η προσφεύγουσα προσέφυγε ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου (CNITAAT), το οποίο επικύρωσε την απόφαση τον Απρίλιο του 2014. Διαπίστωσε ειδικότερα ότι η δοκιμαστική φοίτηση του παιδιού σε γενικό σχολείο το 2013 υπήρξε δύσκολη. Η προσφεύγουσα άσκησε αναίρεση. Ο εισηγητής δικαστής έκρινε ότι η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί. Υπογράμμισε ειδικότερα ότι η τοποθέτηση σε ένα γενικό σχολείο έπρεπε να αξιολογηθεί συγκεκριμένα, ανάλογα με τις ικανότητες του παιδιού. Υπογράμμισε ότι, εν προκειμένω, δεν μπορούσε εύλογα να υποστηριχθεί ότι η αποδοχή σε ένα ειδικό ίδρυμα ΙΜΕ θα ισοδυναμούσε με την στέρηση στο παιδί με αναπηρία του δικαιώματος στην εκπαίδευση. Τέλος, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το αρμόδιο δικαστήριο CNITAAT, υιοθετώντας τη λύση της παραπομπής σε ένα ΙΜΕ, είχε λάβει δεόντως υπόψη, ότι ήταν προς το συμφέρον του παιδιού. Τον Ιούλιο του 2016, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αναίρεση, σύμφωνα με την γνωμοδότηση του εισηγητή.
Η προσφυγή κατατέθηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στις 20 Δεκεμβρίου 2016.
Βασιζόμενη στο άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 (δικαίωμα στην εκπαίδευση), η προσφεύγουσα παραπονέθηκε ότι οι εθνικές αρχές αρνήθηκαν να επιτρέψουν στο παιδί της να φοιτήσει σε ένα γενικό σχολείο. Σε συνδυασμό με το άρθρο 14, υποστήριξε ότι το κράτος δεν είχε εκπληρώσει την θετική του υποχρέωση να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για τα παιδιά με αναπηρία και ότι η έλλειψη εκπαίδευσης συνιστά διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 14, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Τέλος, βασιζόμενη στο άρθρο 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (προστασία της περιουσίας), η προσφεύγουσα παραπονέθηκε ότι οι συγκεκριμένοι πόροι που προορίζονταν από το κράτος για αυτιστικά παιδιά ήταν ανεπαρκείς.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ….

Άρθρο 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου

Επαναλαμβάνοντας τις γενικές αρχές που εφαρμόζονται σε αυτά τα ζητήματα, το Δικαστήριο τόνισε την σημασία του δικαιώματος στην εκπαίδευση, το οποίο προστατεύεται άμεσα από τη Σύμβαση. Αναγνώρισε ότι ήταν μια «σύνθετη υπηρεσία» που θα οργανωνόταν και πολύ δαπανηρή για να τρέξει, ενώ οι πόροι που μπορούσαν να διαθέσουν οι αρχές ήταν αναγκαστικά περιορισμένοι. Όσον αφορά, ειδικότερα, τις εκπαιδευτικές ανάγκες των παιδιών με αναπηρία, παρατήρησε ότι δεν έπρεπε να αποφανθεί σχετικά με τους πόρους που πρέπει να αναπτυχθούν. Αυτό το καθήκον βαραίνει τις εθνικές αρχές, που έπρεπε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικές όσον αφορά τον αντίκτυπο των επιλογών που γίνονται για τις πιο ευάλωτες ομάδες, συμπεριλαμβανομένης και της ομάδας αυτιστικών παιδιών. Επιπλέον, το Δικαστήριο τόνισε τη σημασία της συμμετοχής στην εκπαίδευση για την ενσωμάτωση όλων των παιδιών στην κοινωνία. Εφαρμόζοντας αυτές τις αρχές, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι το γαλλικό δίκαιο εξασφάλισε το δικαίωμα των παιδιών με αναπηρίες στην εκπαίδευση. Η νομοθεσία παρείχε ως προτεραιότητα την εκπαίδευση των αυτιστικών παιδιών και των εφήβων σε ένα κανονικό περιβάλλον. Προβλέπει επίσης δομές και μηχανισμούς προσαρμοσμένους σε ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες.
Κατά την εξέταση των ιδιαίτερων περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι εγχώριες αρχές είχαν επιλέξει, όσον αφορά τον Ε., τη σχολική φοίτηση σε εξειδικευμένο περιβάλλον εντός ενός ιδρύματος για ειδικές υγειονομικές και εκπαιδευτικές ανάγκες (IME), με μεθόδους προσαρμοσμένες στην αναπηρία του. Ο προσανατολισμός αυτός επέτρεπε στο παιδί να επωφεληθεί από ειδική φροντίδα προσαρμοσμένη στον αυτισμό του συμπεριλαμβανομένης και της σχολικής φοίτησης.
Το Δικαστήριο επισήμανε ότι κατά την περίοδο κατά την οποία ο Ε. φοιτούσε σε κανονικό σχολείο, δεν είχε πολλές επαφές με τους συμμαθητές της, ούτε μιλούσε, ούτε έγραφε, αλλά ούτε και διάβαζε. Σύμφωνα με αυτά τα στοιχεία, εξήχθη το συμπέρασμα ότι το παιδί δεν ήταν σε θέση να υιοθετήσει τους περιορισμούς και τους κανόνες συμπεριφοράς σε ένα κανονικό σχολείο. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε επίσης ότι ο εισηγητής στο Ανώτατο Δικαστήριο είχε επιβεβαιώσει ότι το σχέδιο προσανατολισμού που υποστηρίζει η προσφεύγουσα για το γιο της δεν θα ήταν εύκολο να εφαρμοσθεί σε ένα κανονικό σχολείο. Από τις παρατηρήσεις αυτές, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εθνικές αρχές είχαν θεωρήσει ότι ο Ε. θα αντιμετώπιζε προβλήματα στην εκπαίδευσή σε ένα γενικό σχολείο. Αφού στάθμισαν το επίπεδο αναπηρίας του παιδιού και του οφέλους που θα μπορούσε να αντλήσει από την πρόσβαση σε ειδική εκπαίδευση, είχαν επιλέξει μια εκπαίδευση προσαρμοσμένη στις ανάγκες του, σε ένα εξειδικευμένο περιβάλλον.
Το Δικαστήριο σημείωσε ότι αυτή η επιλογή αυτή ήταν ικανοποιητική για τον πατέρα του παιδιού, ο οποίος είχε την επιμέλεια του Ε. Υπό το πρίσμα των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του, δεν μπορούσε να καταλήξει ότι η επιλογή που έλαβε χώρα από τις εθνικές αρχές ήταν λανθασμένη, λαμβάνοντας υπόψη την έλλειψη μέσων ή ειδικής βοήθειας στα κανονικά σχολεία. Το ΕΔΔΑ σημείωσε, τέλος, ότι από το 2013, ο Ε. είχε λάβει αποτελεσματική εκπαιδευτική υποστήριξη στο ΙΜΕ, και ότι αυτή η μορφή σχολικής εκπαίδευσης ευνοεί την προσωπική του ανάπτυξη. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η άρνηση ένταξης του E. σε κανονικό σχολείο δεν αποτελούσε αποτυχία του κράτους να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του βάσει του άρθρου 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, ούτε συστηματική άρνηση του δικαιώματος στην εκπαίδευση στον Ε. λόγω της αναπηρίας του. Επομένως, η καταγγελία αυτή έπρεπε να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμη.
Άλλα άρθρα
Όσον αφορά την εικαζόμενη παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 1, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η κ. Dupin απλώς ισχυρίστηκε ότι οι γαλλικές αρχές δεν είχαν λάβει τα αναγκαία μέτρα προς όφελος των παιδιών με αναπηρία και ότι η συνακόλουθη έλλειψη εκπαίδευσης συνίστατο σε μία μορφή διακρίσεων, χωρίς να τεκμηριώνει την καταγγελία αυτή. Υπό τις συνθήκες αυτές, η καταγγελία ήταν προδήλως αβάσιμη. Όσον αφορά τη φερόμενη παραβίαση του άρθρου 14 της σύμβασης σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι λόγοι αναιρέσεως που άσκησε η κα Dupin ενώπιον του Ακυρωτικού Δικαστηρίου δεν περιείχαν κανένα επιχείρημα που να βασίζεται στη σύμβαση που αντιστοιχεί στην εν λόγω καταγγελία. Κατά συνέπεια, έκρινε ότι η εν λόγω αιτίαση ήταν απαράδεκτη λόγω της μη εξάντλησης των εγχώριων ενδίκων μέσων (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες