Η μη εξάντληση των εσωτερικών ενδίκων μέσων. Απαράδεκτες οι προσφυγές

ΑΠΟΦΑΣΗ

Elçi κατά Τουρκίας της 07.02.2019 (αρ. 63129/15)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Απαγόρευση της κυκλοφορίας σε κατοίκους μίας τουρκικής πόλης κατά τη διάρκεια συγκρούσεων μεταξύ στρατιωτικών και ενόπλων ομάδων που συνδέονται με το PKK. Καταγγελίες του άμαχου πληθυσμού για πλήθος παραβιάσεων της ΕΣΔΑ. Απαράδεκτες οι προσφυγές λόγω μη εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα είτε επειδή εκκρεμούσαν προσφυγές ενώπιον του τουρκικού Συνταγματικού Δικαστηρίου για τα ίδια πραγματικά περιστατικά στη μία περίπτωση, είτε επειδή δεν είχε υποβληθεί καμία αίτηση σε αυτό ή σε άλλα δικαστήρια στην άλλη. Οι προσφεύγοντες δεν απέδειξαν ότι οι προσφυγές προς το Συνταγματικό Δικαστήριο θα ήταν  αναποτελεσματικές ή ανεπαρκείς ή ότι οι ειδικές συνθήκες της υπόθεσης τους απάλλασσαν από την υποχρέωση άσκησής των εσωτερικών ενδίκων μέσων.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 2

Άρθρο 3

Άρθρο 5

Άρθρο 8

Άρθρο 13

Άρθρο 17

Άρθρο 15

Άρθρο 34

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφυγές αφορούσαν γεγονότα που έλαβαν χώρα στη νοτιοανατολική τουρκική πόλη Cizre, όταν στις 14 Δεκεμβρίου 2015 απαγορεύτηκε η κυκλοφορία λόγω συγκρούσεων μεταξύ στρατιωτικών και ενόπλων ομάδων που συνδέονται με το PKK (Κόμμα Εργατών του Κουρδιστάν), μία παράνομη ένοπλη οργάνωση.

Ο προσφεύγων, Ömer Elçi, είναι Τούρκος υπήκοος που γεννήθηκε το 1951 και ζει στο Σιρνάκ. Ισχυρίστηκε ότι η επιβολή της απαγόρευσης κυκλοφορίας τον Δεκέμβριο του 2015 είχε ως αποτέλεσμα αυτός και η οικογένειά του οι οποίοι ζούσαν στη γειτονιά Nur του Cizre, να μείνουν σε περιορισμό στο σπίτι τους, ενώ διαδραματιζόντουσαν μάχες γύρω τους, τους είχαν περικυκλώσει ένοπλα τανκς και βομβαρδίζονταν σπίτια. Κάποια στιγμή μάλιστα φέρεται να έπεσε στην αυλή του ένα τούβλο, καταστρέφοντας τα παράθυρα του σπιτιού. Το γειτονικό σπίτι, το οποίο ανήκε στον αδελφό του, φέρεται ότι κάηκε από το δυνάμεις ασφαλείας.

Ο προσφεύγων, η οικογένειά του και περίπου 40 γείτονες μετακινήθηκαν τον Ιανουάριο και δεν επέστρεψαν στα σπίτια τους μέχρι τις 26 Φεβρουαρίου 2016. Ο προσφεύγων και 15 άλλοι υπέβαλαν αίτηση στο Δικαστήριο στα τέλη Δεκεμβρίου 2015 και ζήτησαν προσωρινά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 39 του Κανονισμού του Δικαστηρίου.

Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα για λήψη προσωρινών μέτρων τον Ιανουάριο του 2016, λόγω έλλειψης πληροφοριών σχετικά με τις περιστάσεις, αλλά ζητήθηκε να ληφθούν εύλογα μέτρα για την παροχή βοήθειας στους αιτούντες, οι οποίοι βρίσκονταν σε ευάλωτη κατάσταση.

Ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2015 ο κ. Elçi είχε προσφύγει κατά προηγούμενης απαγόρευσης κυκλοφορίας στο Διοικητικό Δικαστήριο του Mardin. Το Διοικητικό Δικαστήριο απέρριψε την αίτησή του για προσωρινά μέτρα για την άμεση αναστολή της απαγόρευσης της κυκλοφορίας και αργότερα απέρριψε επί της ουσίας την καταγγελία του ότι η απαγόρευση της κυκλοφορίας ήταν παράνομη. Δεν άσκησε έφεση εναντίον της απόφασης.

Το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε επίσης το αίτημα για τη λήψη προσωρινών μέτρων τον Σεπτέμβριο του 2015. Στη συνέχεια εξέτασε την προσφυγή του επί της ουσίας σχετικά με τη νομιμότητα της απαγόρευσης της κυκλοφορίας που επιβλήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2015 και τον υποτιθέμενο κίνδυνο για τη ζωή του κατά τη διάρκεια της εν λόγω απαγόρευσης.

Ahmet Tunç κ.α. κατά Τουρκίας (αριθ. 4133/16) και Tunç και Yerbasan κατά Τουρκίας (αριθ. 31542/16)

Οι προσφεύγοντες, Ahmet Tunç, Zeynep Tunç και Güler Yerbasan, είναι Τούρκοι υπήκοοι που γεννήθηκαν το 1943, 1980 και 1999. Ζουν στο Cizre. Οι προσφυγές τους αφορούσαν το θάνατο του συγγενή τους, Orhan Tunç. Στις 18 Ιανουαρίου 2016, κατά τη διάρκεια της απαγόρευσης κυκλοφορίας που επιβλήθηκε τον Δεκέμβριο του 2015, ο Orhan Tunç εγκατέλειψε το σπίτι για να πάει στο σπίτι του αδελφού του Mehmet, επίσης στο Cizre. Εκδηλώθηκε πυρκαγιά από δήθεν θωρακισμένο όχημα και τραυματίστηκε. Παρά τις επανειλημμένες κλήσεις προς τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, δεν στάλθηκε κανένα ασθενοφόρο για λογαριασμό του, λόγω της ανασφάλειας που επικρατούσε στην περιοχή.

Οι καλούντες βοήθεια προσπάθησαν να τον μεταφέρουν σε μια άλλη τοποθεσία, 1,5 χιλιόμετρο μακριά, ώστε να μπορέσει κάποιος να τον παραλάβει. Η κυβέρνηση δηλώνει ότι η απόσταση ήταν 400 μέτρα. Την επόμενη μέρα ο Mehmet Tunç υπέβαλε αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου και ζήτησε προσωρινό μέτρο σχετικά με τον αδελφό του. Το Δικαστήριο δέχθηκε την αίτηση, αναφέροντας στην κυβέρνηση ότι θα πρέπει να λάβουν όλα τα μέτρα που είναι στη διάθεσή τους για να προστατεύσουν τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα του Orhan Tunç.

Στις αρχές Φεβρουαρίου, ο νόμιμος εκπρόσωπος των προσφευγόντων πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι ο             Orhan δεν είχε ακόμη μεταφερθεί στο νοσοκομείο και είχε καταφύγει στο υπόγειο ενός σπιτιού. Ισχυρίστηκαν ότι το οι αρχές δεν κατέβαλαν καμία προσπάθεια να βοηθήσουν τον Orhan ή άλλους που βρίσκονταν σε παρόμοια κατάσταση, εκτός από το να τους λένε να πάνε 400 μέτρα μακριά για να τους παραλάβουν.

Αργότερα τον ίδιο μήνα, οι δικηγόροι 31 ατόμων, συμπεριλαμβανομένου του Orhan Tunç, υπέβαλαν αίτηση στο τουρκικό Συνταγματικό Δικαστήριο και ζήτησαν προσωρινό μέτρο για να εξασφαλιστεί η άμεση πρόσβαση σε ιατρικές εξετάσεις.

Στις 11 Φεβρουαρίου 2016, 20 από τους 31 ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένου του Orhan Tunç, υπέβαλαν προσφυγή στο Στρασβούργο, δηλώνοντας ότι όλοι είχαν τραυματιστεί και ότι ήταν παγιδευμένοι στο υπόγειο ενός κτιρίου στο Cizre. Κατήγγειλαν ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο δεν εξέτασε την αίτησή τους ταχέως και ζήτησαν προσωρινά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 39 για να εξασφαλιστεί η άμεση μεταφορά τους στο νοσοκομείο. Το Δικαστήριο ζήτησε πληροφορίες από την κυβέρνηση και υπενθύμισε το προηγούμενο διαταχθέν προσωρινό μέτρο υπέρ του Orhan Tunç. Το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα των προσφευγόντων για προσωρινά μέτρα, αναφερόμενο σε πληροφορίες του γραφείου του τοπικού κυβερνήτη ότι οι διασώστες δεν ήταν σε θέση να βρουν τους τραυματίες, αλλά είχαν δει κάποια πτώματα.

Στις 15 Φεβρουαρίου 2016, η κυβέρνηση ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι οι δυνάμεις ασφαλείας βρήκαν ένα πτώμα με άδεια οδήγησης πάνω του στο όνομα Orhan Tunç σε ένα κτίριο στο Cizre, μαζί με οκτώ άλλους ανθρώπους και διάφορα είδη όπλων. Η έρευνα για το θάνατό του οδήγησε το Μάρτιο του 2017 στην απόφαση να μην ασκηθεί δίωξη. Το ποινικό δικαστήριο απέρριψε δύο ενστάσεις σχετικά με την απόφαση αυτή.

Τον Δεκέμβριο του 2017, η οικογένεια του Orhan Tunç υπέβαλε αίτηση στο Συνταγματικό Δικαστήριο, διαφορετική από εκείνη που κατατέθηκε προηγουμένως, καταγγέλλοντας, μεταξύ άλλων, την παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή, και την παραβίαση της υποχρέωσης διεξαγωγής αποτελεσματικής έρευνας.

Οι δύο αιτήσεις εκκρεμούν ακόμη ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την κυβέρνηση, ο Ahmet Tunç, τον Φεβρουάριο του 2018, άσκησε αγωγή στο Διοικητικό Δικαστήριο για αποζημίωση για την έλλειψη φροντίδας προς τον Orhan Tunç. Η υπόθεση αυτή εκκρεμεί.

Οι προσφεύγοντες της με αριθ. 4133/16 προσφυγής υποστήριξαν επίσης ότι ο δικηγόρος τους, Ramazan Demir, συνελήφθη από τον Μάρτιο έως τον Σεπτέμβριο του 2016 λόγω των υποθέσεων για την απαγόρευση της κυκλοφορίας που είχε υποβάλλει ενώπιον του Στρασβούργου. Η προσφυγή του κ. Elçi κατατέθηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στις 29 Δεκεμβρίου 2015.

Βασιζόμενοι στο άρθρο 2 (δικαίωμα στη ζωή) παραπονέθηκαν ότι οι δυνάμεις ασφαλείας είχαν διεξάγει τις δραστηριότητές τους στο Cizre με πλήρη παραβίαση των αρχών σχετικά με τη χρήση βίας και είχαν θέσει σε κίνδυνο τον άμαχο πληθυσμό. Ισχυρίστηκε ότι το εναγόμενο κράτος είχε την υποχρέωση να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να προστατεύσει τις ζωές των πολιτών και ισχυρίστηκε ότι η ζωή του, όπως και άλλων στο Cizre, είχαν τεθεί σε κίνδυνο.

Ισχυρίστηκε ότι η απόφαση του τοπικού κυβερνήτη να επιβάλει την απαγόρευση κυκλοφορίας, η οποία δεν είχε καμία βάση στην υπόθεση είχε παραβιάσει τα δικαιώματά του βάσει του άρθρου 5 § 1 (δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια).

Η με αριθ. 4133/16 προσφυγή κατατέθηκε στις 19 Ιανουαρίου 2016 εξ ονόματος του Orhan Tunç από τον αδελφό του Mehmet, Τούρκου υπήκοου που γεννήθηκε το 1977 και έζησε στο Cizre. Μετά το θάνατο του Mehmet το Φεβρουάριο του 2016, ο πατέρας τους Ahmet Tunç και η σύζυγος του Mehmet, Zeynep Tunç, άσκησαν την προσφυγή.

Ο Ahmet Tunç και η σύντροφος του Orhan Tunç Güler Yerbasan υπέβαλαν την με αριθ. 31542/16 προσφυγή, που κατατέθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 2016, μετά το θάνατο του Οrhan Tunç.

Οι προσφεύγοντες παραπονέθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 2, ότι οι αρχές είχαν προκαλέσει το θάνατο του Orhan Tunç, επειδή δεν κατάφεραν να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο αφού πυροβολήθηκε και τραυματίστηκε σοβαρά και σκοτώθηκε από τις δυνάμεις ασφαλείας. Σύμφωνα με την ίδια διάταξη, διαμαρτυρήθηκαν λόγω της αδυναμίας διεξαγωγής αποτελεσματικής έρευνας για το θάνατό του.

Οι προσφεύγοντες υποστήριξαν επίσης ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 (δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής).  Ισχυρίστηκαν ότι ο φόβος που πρέπει να αισθάνθηκε ο Orhan Tunç όταν άκουγε τους συνεχείς βομβαρδισμούς στην περιοχή του υπόγειου όπου είχε παγιδευτεί ως τραυματισμένος αποτελούσε κακομεταχείριση σύμφωνα με το άρθρο 3 (απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης). Οι προσφεύγοντες στην υπόθεση υποστήριξαν ότι τα δικαιώματά τους δυνάμει του άρθρου 3 και του άρθρου 8 (δικαίωμα σε σεβασμός της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) παραβιάστηκαν από την αδιαφορία των αρχών στις εκκλήσεις τους για βοήθεια.

Οι προσφεύγοντες με την αριθ. 31542/16 προσφυγή τους, υποστήριξαν ότι η επιβολή απαγόρευσης κυκλοφορίας χωρίς την ύπαρξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης είχε παραβιάσει το άρθρο 15 (παρέκκλιση σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης) και το άρθρο 17 (απαγόρευση κατάχρησης δικαιωμάτων).

Οι προσφεύγοντες με την με αριθ. 4133/16 προσφυγή τους, παραπονέθηκαν ότι η κυβέρνηση, παραλείποντας να συμμορφωθεί με το προσωρινό μέτρο του Δικαστηρίου και με την κράτηση του δικηγόρου τους, παραβίασε το άρθρο 34 (δικαίωμα ατομικής προσφυγής).

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Elçi κατά Τουρκίας (αρ. 63129/15)

Η κυβέρνηση υποστήριξε ότι ο κ. Elçi δεν είχε εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα. Υποστήριξε ότι εκείνος είχε προβεί ανεπιτυχώς σε νομικές ενέργειες και είχε ζητήσει ήδη προσωρινά μέτρα ήδη από το Σεπτέμβριο του 2015 για την απαγόρευση της κυκλοφορίας, έτσι ώστε οι ίδιες διαδικασίες για την απαγόρευση της κυκλοφορίας τον Δεκέμβριο του 2015 να ήταν ουσιαστικά άκαρπες. Ωστόσο, το ΕΔΔΑ επεσήμανε σε σχέση με την καταγγελία του βάσει του άρθρου 2 ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο με την απόφαση του Σεπτεμβρίου του 2015, οδηγήθηκε στην απόρριψη των προσωρινών μέτρων. Δεν υπήρχε ακόμη απόφαση επί της ουσίας σχετικά με την νομιμότητα της απαγόρευσης της κυκλοφορίας και τους υποτιθέμενους κινδύνους για τη ζωή.

Οι αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων αποτελούσαν συγκεκριμένες ενέργειες, οι οποίες αφορούσαν επείγουσες καταστάσεις, και περιορίζονταν στα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά αυτών των καταστάσεων. Η άρνηση ενός τέτοιου αιτήματος δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι προδικάζει το αποτέλεσμα της υπόθεσης ή το αποτέλεσμα μιας μελλοντικής αίτησης σχετικά με τις νέες συνθήκες. Όσον αφορά την καταγγελία του βάσει του άρθρου 5, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο κ. Elçi ουδέποτε άσκησε έφεση κατά της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου που υποστήριζε τη νομιμότητα της απαγόρευσης κυκλοφορίας του Σεπτεμβρίου 2015. Επανέλαβε το επιχείρημά του ότι η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού εκκρεμούσε ακόμη. Η  προσφυγή στο Στρασβούργο βάσει αυτής της διάταξης ήταν επομένως πρόωρη.

Το Δικαστήριο γνώριζε τους κινδύνους που προκαλεί το πέρασμα του χρόνου, ωστόσο ο κ. Elçi δεν είχε αποδείξει ότι τα εσωτερικά ένδικα μέσα που είχε στη διάθεσή του ήταν ανεπαρκή ή αναποτελεσματικά ή ότι υπήρχαν ειδικές περιστάσεις που τον απάλλασσαν  από την άσκησή τους. Η προσφυγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω μη εξάντλησης των εγχώριων ένδικων μέσων.

Ahmet Tunç κ.α. κατά Τουρκίας (αρ. 4133/16), και Tunç and Yerbasan κατά Τουρκίας (αρ. 31542/16)

Το Δικαστήριο επανέλαβε τον κανόνα της εξάντλησης των αποτελεσματικών εγχώριων ενδίκων μέσων έννομης προστασίας, διότι το Στρασβούργο δεν μπορεί και δεν πρέπει να υποκαθιστά τα συμβαλλόμενα κράτη. Αποφάσισε επίσης να ασχοληθεί με τις καταγγελίες των προσφευγόντων βάσει του άρθρου 2 και του άρθρου 13 μόνο.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο εξακολουθούσε να εξετάζει τις δύο σχετικές αιτήσεις του Orhan Tunç, οπότε η υπόθεσή τους στο Στρασβούργο, με τα ίδια υπομνήματα, ήταν εκ πρώτης όψεως πρόωρη.

Ωστόσο, οι προσφεύγοντες υποστήριξαν ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο δεν παρέσχε αποτελεσματικό ένδικο μέσο λόγω της υποτιθέμενης πρακτικής ατιμωρησίας για παραβιάσεις των δικαιωμάτων από τις αρχές κατά τη διάρκεια των απαγορεύσεων της κυκλοφορίας και της εικαζόμενης παραβίασης της δικαστικής ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας. Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη επίσης τις σχετικές παρατηρήσεις του Επιτρόπου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Συνολικά, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε τα επιχειρήματα των προσφευγόντων ότι η πρακτική της διοικητικής και δικαστικής ατιμωρησίας τους απάλλασσε από την υποχρέωση εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων. Τόνισε ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο θα μπορούσε να εξετάσει τους ισχυρισμούς περί ατιμωρησίας, ή όποιες άλλες καταγγελίες, και επανέλαβε τη νομολογία του ότι η αμφιβολία σχετικά με την αποτελεσματικότητα ενός ενδίκου μέσου δεν απαλλάσσει τους προσφεύγοντες από την υποχρέωση να το ασκήσουν.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι οι προσφεύγοντες δεν προσκόμισαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για τους ισχυρισμούς τους, για να αποδείξουν δηλαδή την έλλειψη ανεξαρτησίας και αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας, ισχυρισμοί που δεν θα μπορούσαν να εξεταστούν αυτεπαγγέλτως, αλλά έπρεπε να σχετίζονται με τις περιστάσεις της υπόθεσης. Επανέλαβε οι αποφάσεις σχετικά με τα προσωρινά μέτρα δεν προκαθορίζουν μια απόφαση επί της ουσίας.

Η χρονική διάρκεια κατά την οποία το Συνταγματικό Δικαστήριο είχε επιληφθεί τις αιτήσεις τους -από τον Φεβρουάριο 2016 έως τον Δεκέμβριο του 2017- δεν είχε καταστήσει το ένδικο μέσο εντελώς αναποτελεσματικό.

Συγκεκριμένα, έπρεπε να πραγματοποιηθεί πρώτα η έρευνα σχετικά με το θάνατο του Orhan Tunç και οι συνταγματικές διαδικασίες θα ισχυροποιούνταν όταν αυτή θα ολοκληρωνόταν. Οι προσφεύγοντες δεν είχαν επίσης παρουσιάσει συγκεκριμένα και ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία για να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό τους ότι οι εισαγγελείς ή τα κατώτερα δικαστήρια δεν θα εφαρμόσουν καμία απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου υπέρ του θανάτου του Orhan.

Εν κατακλείδι, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν εξαιρετικές περιστάσεις που να απαλλάσσουν τους προσφεύγοντες από το να χρησιμοποιήσουν το ένδικο μέσο της προσφυγής στο Συνταγματικό Δικαστήριο, ή ότι θα ήταν μια τέτοια διαδικασία ανεπαρκής ή αναποτελεσματική. Κατά συνέπεια, δεν πληρώθηκε η απαίτηση εξαντλήσεως των εσωτερικών ενδίκων μέσων και αυτό το τμήμα της προσφυγής έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτο.

Αν οι εξελίξεις είχαν δείξει ότι το ένδικο μέσο δεν ήταν αποτελεσματικό, για παράδειγμα, αν η διαδικασία διαρκούσε για πολύ καιρό, οι προσφεύγοντες δεν θα εμποδίζονταν να υποβάλουν νέα προσφυγή στο Στρασβούργο.

Όσον αφορά τις καταγγελίες των προσφευγόντων  βάσει του άρθρου 3 και του άρθρου 8, το Δικαστήριο παρατήρησε και πάλι ότι δεν είχαν εξαντληθεί τα εσωτερικά ένδικα μέσα, όπως αγωγή αποζημιώσεως ή υποβολή αιτήσεως  στο Συνταγματικό Δικαστήριο. Υποστήριξαν ότι τα ένδικα μέσα αυτά ήταν αναποτελεσματικά, αλλά το Δικαστήριο διαφώνησε. Σημείωσε ότι είχε ήδη διαπιστώσει ότι παρόμοιες καταγγελίες ήταν απαράδεκτες και δεν έβρισκε κανέναν λόγο να απομακρυνθεί στην προκειμένη περίπτωση από αυτά τα συμπεράσματα.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι καταγγελίες των προσφευγόντων βάσει του άρθρου 34 επικεντρώθηκαν στην φερόμενη αδυναμία των αρχών να συμμορφωθούν με το προσωρινό μέτρο του Δικαστηρίου που υποδείχθηκε για τον Orhan Tunç.

Το εν λόγω μέτρο είχε απαιτούσε από τις τουρκικές αρχές «να λάβουν όλα τα μέτρα  για να προστατευθεί η ζωή και η φυσική ακεραιότητα του Orhan Tunç». Σύμφωνα με την εκτίμηση των συγκεκριμένων περιστάσεων, ωστόσο, η εσωτερική διαδικασία εξακολουθούσε να εκκρεμεί σε αυτό το σημείο και τα σχετικά πραγματικά περιστατικά δεν είχαν ακόμη τεκμηριωθεί.

Εξάλλου, το καθήκον που απορρέει από το άρθρο 34 συνδέεται στενά με τις θετικές υποχρεώσεις του κράτους μέλους βάσει του άρθρου 2 για την προστασία του δικαιώματος στη ζωή, το οποίο υπόκειτο ακόμη στην κρίση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Τουρκίας. Επομένως, ήταν πρόωρο να εξετάσει το Δικαστήριο του Στρασβούργου το εν λόγω τμήμα της καταγγελίας. Αποφάσισε επίσης ότι δεν διέθετε αρκετά στοιχεία για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα ληφθέντα μέτρα κατά του κ. Demir, μέρος μίας έρευνας που ξεκίνησε το 2011, εμπόδισε το δικαίωμα ατομικής προσφυγής των προσφευγόντων.

Τέλος, απέρριψε τις καταγγελίες τους βάσει του άρθρου 15 και του άρθρου 17 ως προδήλως αβάσιμες, όπως είχε προβεί και σε παρόμοιες υποθέσεις (Koç κ.α. κατά Τουρκίας) (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες