Xειραγώγηση μετοχών. H επιβολή προστίμου συμβατή με την ΕΣΔΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ

Γεωργουλέας και Νέστορας κατά Ελλάδας της 28.5.2020 (αρ. προσφ. 44612/13 και 45831/13)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Επιβολή προστίμων για χειραγώγηση μετοχών. Διαφύλαξη της εύρυθμης λειτουργίας της κεφαλαιαγοράς. Μη παραβίαση άρθρου 7 της ΕΣΔΑ.

Οι προσφεύγοντες ως χρηματιστές με μεθοδευμένες συναλλαγές επί της μετοχής ανωνύμου  εταιρείαςπου όλες διενεργήθηκαν μέσω συγκεκριμένων χρηματιστηριακών, διαμόρφωσαν με μεθοδευμένο τρόπο, την τιμή και την εμπορευσιμότητα της μετοχής. Με τον τρόπο αυτό διαδόθηκαν ανακριβείς και παραπλανητικές πληροφορίες ως προς την μετοχή αυτή, οι οποίες μπορούσαν να επηρεάσουν την τιμή και τις συναλλαγές της μετοχής. Τα εγχώρια Δικαστήρια τους επέβαλαν πρόστιμο κατά τα οριζόμενα στη νομοθεσία. Παραπονέθηκαν για παραβίαση του άρθρου 7 της Σύμβασης με την αιτιολογία ότι δεν προβλέπονταν πρόστιμο κατά το χρόνο που τέλεσαν την πράξη.

Το Στρασβούργο  σημείωσε ότι  η εθνική νομοθεσία δεν παρείχε  λεπτομερή αναφορά όλων των τρόπων με τους οποίους θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί η διάδοση ή η δημοσίευση ψευδών ή παραπλανητικών πληροφοριών, ωστόσο ήταν σαφές ότι ο νομοθέτης επιθυμούσε να προστατεύσει την αγορά από τη μεθόδευση των τιμών των μετοχών.

Ακολούθως το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση συγγνωστής νομικής πλάνης στους προσφεύγοντες για την τέλεση της πράξης τους  αφού προέκυψε  ότι όχι μόνο δεν υπήρξε πάγια νομολογία υπέρ τους, αλλά υπήρξε σημαντικός αριθμός αποφάσεων που ήδη είχαν δεχθεί τα αντίθετα από όσα υποστήριξανΈκρινε ομόφωνα ότι δεν παραβιάστηκε το άρθρο 7 της Σύμβασης.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 7

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες, Ηλίας Γεωργουλέας και Σπυρίδων Νέστορας, είναι Έλληνες υπήκοοι οι οποίοι γεννήθηκαν το 1965 και 1974 αντίστοιχα και ζουν στην Αθήνα και τον Πειραιά.

Η υπόθεση αφορούσε την καταγγελία τους σχετικά με το ότι κρίθηκαν ένοχοι για  μεθόδευση της χρηματοπιστωτικής αγοράς.

Τον Οκτώβριο του 2007, η Επιτροπή  Κεφαλαιαγοράς έκρινε οι  προσφεύγοντες παραβίασαν το πρώτο εδάφιο του άρθρου 72 § 2 του νόμου αρ. 1969/1991, το οποίο απαγόρευε τη διασπορά  ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών που επηρεάζουν τη  τιμή ή διαπραγμάτευση μιας ή περισσότερων κινητών αξιών εισηγμένων στο χρηματιστήρια αξιών. Διαπίστωσε ότι οι προσφεύγοντες είχαν εμπλακεί σε συναλλαγές για μεθοδευμένο  χειρισμό της τιμής των μετοχών στην εταιρεία D.Κ.  το 2003 και το 2004.

Οι προσφεύγοντες προσέφυγαν ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, το οποίο έκρινε ότι οι συναλλαγές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 72 παρ. 2, εδ. πρώτο, καθώς δεν μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως δημοσίευση ή διάδοση ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών, ακόμη και αν είχαν ως στόχο τη χειραγώγηση της τιμής των μετοχών και είχε ως αποτέλεσμα την μεθοδευμένη επιρροή τους.

Τον Απρίλιο του 2009, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς άσκησε αναίρεση η οποία έγινε δεκτή τον Ιανουάριο  2013 από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ειδικότερα, το Συμβούλιο της Επικρατείας  έκρινε ότι το άρθρο 72, το οποίο είχε ως στόχο την ομαλή λειτουργία της αγοράς και προστασία των επενδυτών, δεν διευκρίνιζε συγκεκριμένες μορφές διάδοσης των ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε τεχνητή επιρροή των τιμών των μετοχών.

Εφόσον, συνεπώς, οι συναλλαγές είχαν πραγματοποιηθεί με σκοπό την παροχή ψευδών πληροφοριών σχετικά με την τιμή και την εμπορευσιμότητα των κινητών αξιών, ώστε να μην αντικατοπτρίζουν την πραγματική αξία τους, και είχαν οδηγήσει σε παραπλάνηση των επενδυτών όσον αφορά στοιχεία που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη λήψη αποφάσεών τους, τότε και μόνο η εκτέλεση αυτών των συναλλαγών θα παραβίαζε τη διάταξη.

Οι συναλλαγές αφορούσαν διάδοση ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών, δεδομένου ότι δημοσιεύθηκαν τεχνικά δεδομένα σχετικά με την τιμή και την εμπορευσιμότητα των μετοχών, στην καθημερινή επίσημη λίστα του χρηματιστηρίου και στο ηλεκτρονικό αρχείο συναλλαγών.  Το συμπέρασμα ενισχύθηκε από το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 72 § 2, το οποίο κατοχύρωνε ότι  απλή κατάρτιση συναλλαγών επί των αξιών αυτών από πρόσωπα που λειτουργούν κατ’ επάγγελμα ως διαμεσολαβητές δεν συνιστά λόγο επιβολής διοικητικών κυρώσεων, εκτός εάν ο διαμεσολαβητής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι επιχειρείτο μέσω των καταρτιζόμενων συναλλαγών η διάδοση ψευδών ή ανακριβών πληροφοριών ή συνέβαλε με οποιονδήποτε πρόσθετο τρόπο στη διευκόλυνση των συναλλαγών αυτών.

Η υπόθεση των προσφευγόντων παραπέμφθηκε στο Εφετείο, το οποίο επικύρωσε τα πρόστιμα, αν και μείωσε αυτό του δεύτερου προσφεύγοντος.

Βασιζόμενοι στο άρθρο 7 (καμία ποινή χωρίς νόμο), οι προσφεύγοντες παραπονέθηκαν ότι οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν από την Επιτροπή, όπως υποστηρίχθηκε από τα διοικητικά δικαστήρια, παραβίασαν το δικαίωμά τους να μην χαρακτηριστούν ένοχοι για πράξη που δεν συνιστούσε ποινικό αδίκημα όπως ορίζει ο νόμος.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι οι προσφεύγοντες τιμωρήθηκαν για παράβαση του πρώτου εδαφίου του άρθρου 72 παρ. 2
του Ν. 1969/1991, που προέβλεπε ότι θα επιβάλλονταν κυρώσεις σε αυτούς που
δημοσίευαν ή διέδιδαν με
οποιονδήποτε τρόπο ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες ως προς κινητές αξίες εισαγόμενες ή εισηγμένες σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά, οι οποίες ως εκ της φύσης τους μπορούν να επηρεάσουν την τιμή ή τις συναλλαγές των αξιών αυτών.

Η Επιτροπή και τα εθνικά δικαστήρια έκριναν ότι, με την πραγματοποίηση μεγάλου όγκου συναλλαγών, οι προσφεύγοντες παραβίασαν το άρθρο αυτό, δεδομένου ότι οι πράξεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα την παροχή ανακριβών πληροφοριών σχετικά με τις τιμές και την εμπορευσιμότητα των κινητών αξιών και, ως εκ τούτου, συνιστούσαν διάδοση εσφαλμένων ή ανακριβών πληροφοριών. Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει εάν τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν τα εγχώρια δικαστήρια σχετικά με τις συναλλαγές που πραγματοποίησαν οι προσφεύγοντες, τα οποία ορίζονται ότι εμπίπτουν  στο πεδίο της «διάδοσης με οποιονδήποτε τρόπο ψευδών ή ανακριβών πληροφοριών», βασίστηκαν σε ανάλυση που θα μπορούσε να εξεταστεί ως αναμφισβήτητα λογική  και, κατά συνέπεια, αν ήταν προβλέψιμο ότι οι πράξεις των προσφευγόντων θα μπορούσαν να συνιστούν διάδοση ψευδών ή ανακριβών πληροφοριών.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η εθνική νομοθεσία δεν παρέχει λεπτομερή αναφορά όλων των τρόπων με τους οποίους θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί η διάδοση ή η δημοσίευση ψευδών ή παραπλανητικών πληροφοριών. Ειδικότερα, είναι σαφές στο Δικαστήριο ότι ο νομοθέτης επιθυμούσε να προστατεύσει την αγορά από τη διάδοση ή δημοσίευση ψευδών ή ανακριβών πληροφοριών που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την τιμή ή την εμπορευσιμότητα των κινητών αξιών. Σε αυτό το πλαίσιο, τα συμπεράσματα του εγχώριου δικαστηρίου ότι οποιαδήποτε παρέμβαση σε τίτλους που επηρέασαν την πραγματική τους αξία ή εμπορευσιμότητα και οδήγησε σε τεχνητή προσφορά και ζήτηση, παρήγαγε πληροφορίες που ήταν ικανές να στρεβλώσουν την αγορά και να επηρεάσουν την τιμή και την εμπορευσιμότητα σύμφωνα με το άρθρο 72 § 2 του νόμου αρ. 1969/1991, δεν φαίνεται παράλογο. Ούτε μπορεί να ειπωθεί ότι η ερμηνεία που έδωσε η Επιτροπή και επιβεβαιώθηκε από τα διοικητικά δικαστήρια ήταν τόσο εκτεταμένη και απρόβλεπτη που ήταν ασυμβίβαστη με την ίδια την ουσία του αδικήματος. Οι παραπάνω σκέψεις ενισχύονται περαιτέρω από τη δεύτερη παράγραφο του εν λόγω άρθρου, το οποίο αναφέρεται ρητά στη διεξαγωγή συναλλαγών ως τρόπο χειραγώγησης της αγοράς.

Το Δικαστήριο πρέπει τώρα να αποφασίσει εάν οι προσφεύγοντες θα μπορούσαν να είχαν προβλέψει κατά τον κρίσιμο χρόνο, εάν χρειαστεί με νομική συνδρομή, ότι οι ενέργειές τους εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της επίμαχης διάταξης. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η κυβέρνηση προσκόμισε  αρκετές αποφάσεις, αν και από πρωτοβάθμια διοικητικά δικαστήρια και όχι από το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο είχε ερμηνεύσει το εν λόγω άρθρο όπως έπραξε στην περίπτωση των προσφευγόντων ήδη από το 2002 και 2003, δηλαδή πριν προχωρήσουν οι προσφεύγουσες στις πράξεις για τις οποίες είχαν επιβληθεί κυρώσεις από την Επιτροπή. Μολονότι υπήρξε μεταγενέστερη αλλαγή στον τρόπο ερμηνείας της διάταξης αυτής από τα εγχώρια δικαστήρια, οι προσφεύγοντες δεν μπορούν να πουν ότι επηρεάστηκαν από την αλλαγή στη νομολογία, η οποία έλαβε χώρα αφού διέπραξαν το αδίκημα.

Οι προσφεύγοντες δεν μπορούσαν να προβλέψουν την αλλαγή της εσωτερικής νομολογίας, η οποία είχε καταστήσει τις πράξεις τους αξιόποινες, ενώ αυτό δεν συνέβαινε μέχρι τότε Επαναλαμβάνεται εδώ ότι το άρθρο 7 της Σύμβασης δεν είναι ασυμβίβαστο με τη δικαστική νομοθεσία και δεν αποκλείει τη σταδιακή αποσαφήνιση των κανόνων ποινικής ευθύνης μέσω δικαστικής ερμηνείας κατά περίπτωση, υπό την προϋπόθεση ότι η προκύπτουσα εξέλιξη συνάδει με την ουσία του αδικήματος και θα μπορούσε λογικά να προβλεφθεί.

Το Δικαστήριο  σημείωσε επιπλέον ότι το πεδίο εφαρμογής της έννοιας της προβλεψιμότητας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το περιεχόμενο του επίμαχου μέσου, τον τομέα που έχει σχεδιαστεί για να καλύψει και τον αριθμό και την κατάσταση εκείνων στους οποίους απευθύνεται.

Το Δικαστήριο δεν προσυπογράφει το επιχείρημα των προσφευγόντων ότι το γεγονός ότι το άρθρο με το οποίο αντικαταστάθηκε η επίμαχη διάταξη σήμαινε ότι η συμπεριφορά τους δεν ήταν τιμωρητέα μέχρι τότε. Επομένως, δεν μπορεί να ειπωθεί ότι ο νομοθέτης για πρώτη φορά σκόπευε να συμπεριλάβει αυτή τη συμπεριφορά ως τρόπο μεθόδευσης της αγοράς, διότι σε κάθε  περίπτωση, η πιο λεπτομερής διατύπωση ήταν αποτέλεσμα της μεταφοράς της ευρωπαϊκής νομοθεσίας στο εγχώριο δίκαιο.

Οι ανωτέρω εκτιμήσεις αρκούν για να επιτρέψει στο Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η σχετική διάταξη του ελληνικού νόμου διατυπώθηκε με επαρκή ακρίβεια ώστε οι προσφεύγοντες να διακρίνουν σε βαθμό λογικό, ότι οι πράξεις τους διέτρεχαν  τον κίνδυνο να επισύρουν κυρώσεις.

Το Δικαστήριο έκρινε ομόφωνα ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 7 της Σύμβασης.

Ο πρώτος προσφεύγων, στις παρατηρήσεις του που υποβλήθηκαν στις 04.12.2018, υπέβαλε καταγγελία σύμφωνα με το άρθρο 4 του πρωτοκόλλου αριθ. 7 της Σύμβασης. Ωστόσο, το Δικαστήριο επιςήμανε ότι αυτή η καταγγελία διατυπώθηκε για πρώτη φορά από τον προσφεύγοντα στις παρατηρήσεις του, και ως εκ τούτου θα έπρεπε να απορριφθεί επειδή είχε υποβληθεί εκτός της προθεσμίας των έξι μηνών (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες