Βία στα γήπεδα. Τα αστυνομικά όργανα πρέπει να φορούν εμφανή διακριτικά γνωρίσματα ώστε να ταυτοποιούνται.

ΑΠΟΦΑΣΗ                          

Hentschel και Stark κατά Γερμανίας της 9.11.2017 (αριθ. 47274/15)

βλ. εδώ  

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Κακομεταχείριση φιλάθλων από αστυνομία. Αναγνωρισιμότητα αστυνομικών. Η υπόθεση αφορά την καταγγελία κακομεταχείρισής των προσφευγόντων  από την αστυνομία και την ανεπάρκεια της επακόλουθης έρευνας. Μετά το τέλος ποδοσφαιρικού αγώνα οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν ότι κακοποιήθηκαν από αστυνομικούς οι οποίοι ήταν στο γήπεδο για να αποφευχθούν συγκρούσεις μεταξύ  των οπαδών των δύο ομάδων. Το Στρασβούργο  εξετάζοντας τα στοιχεία του φακέλου  δεν μπόρεσε να αποδείξει πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία ότι τα γεγονότα είχαν αποδειχθεί όπως περιγράφονται από τους προσφεύγοντες. Απεφάνθη ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 όσον αφορά τους ισχυρισμούς κακομεταχείρισης από την  αστυνομία(ουσιαστική πτυχή). Ωστόσο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε αποτελεσματική έρευνα, κατά παράβαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ και καταδίκασε τη Γερμανία (διαδικαστική πτυχή άρθρου 3) για τους εξής λόγους: α) οι αστυνομικοί δεν φορούσαν ετικέτες με τα ονόματά τους ή άλλα αναγνωριστικά σήματα, αλλά μόνο αριθμούς αναγνώρισης στο πίσω μέρος των κράνους και έτσι δεν μπορούσαν να αναγνωριστούν, β) δεν εξετάστηκαν όλοι οι αστυνομικοί οι οποίοι είχαν αναπτυχθεί στην περιοχή όπου οι προσφεύγοντες φέρονται ότι υπέστησαν κακομεταχείριση και γ) δεν έγιναν προσπάθειες για τον εντοπισμό και την εξέταση του παραϊατρικού προσωπικού που φέρεται ότι φρόντισαν τον κ. Hentschel στο γήπεδο.

Βάρος απόδειξης. Η καταγγελθείσα βία ασκήθηκε, σύμφωνα με τους προσφεύγοντες, μετά την αποχώρησή τους από το γήπεδο. Το ΕΔΔΑ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι προσφεύγοντες δεν βρίσκονταν υπό τον έλεγχο της αστυνομίας, και έτσι το βάρος της απόδειξης δεν το είχε η Κυβέρνηση αλλά οι προσφεύγοντες.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 3

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες, Ingo Hentschel και Matthias Stark, είναι Γερμανοί υπήκοοι που γεννήθηκαν το 1969 και 1989 και ζουν στο Illertissen και στο Harburg (Γερμανία) αντίστοιχα. Η υπόθεση αφορά την καταγγελία κακομεταχείρισής τους από την αστυνομία και την ανεπάρκεια της επακόλουθης έρευνας.

Και οι δύο προσφεύγοντες παρακολούθησαν έναν αγώνα ποδοσφαίρου στο Μόναχο στις 9 Δεκεμβρίου 2007. Πάνω από 200 αστυνομικοί βρίσκονταν κατά τη διάρκεια του αγώνα, συμπεριλαμβανομένων αρκετών μονάδων αποκατάστασης της τάξης (ΜΑΤ) εν όψει των αναμενόμενων συγκρούσεων μεταξύ των αντίπαλων οπαδών. Μετά το τέλος του αγώνα, η αστυνομία συγκράτησε τους οπαδούς μιας ομάδας, συμπεριλαμβανομένων των προσφευγόντων, για περίπου 15 λεπτά ώστε να τους αποτρέψει να συγκρουστούν με τους οπαδούς της άλλης ομάδας.

Ο κ. Hentschel υποστηρίζει ότι, κατά την έξοδο, μετά την άρση του περιορισμού των οπαδών, μια ομάδα αστυνομικών προσέγγισε μερικούς θεατές, και μερικοί από αυτούς  άρχισαν να τους κτυπούν με το γκλόπ τους  χωρίς προηγούμενη προειδοποίηση. Ισχυρίζεται ότι  κτυπήθηκε στο κεφάλι του από γκλόπ, με αποτέλεσμα να προκληθεί πληγή και να απαιτείται η μεταφορά του στο νοσοκομείο. Σύμφωνα με τον κ. Stark, πριν από την έξοδό του από το γήπεδο, ένας αστυνομικός τον άρπαξε από τον ώμο και χρησιμοποίησε σπρέι πιπεριού στο πρόσωπό του. Ισχυρίζεται ότι, όταν αργότερα βρέθηκε ξαπλωμένος στο έδαφος, κάποιος τον κτύπησε στο χέρι με ένα γκλόπ.

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης, δεν υπήρχαν αξιόπιστες αποδείξεις ότι οι προσφεύγοντες είχαν  σκόπιμα κτυπηθεί ή κακοποιηθεί από τους αστυνομικούς.

Μετά τις αναφορές των μέσων ενημέρωσης σχετικά με τους ισχυρισμούς των οπαδών σχετικά με τις αυθαίρετες επιθέσεις αστυνομικών μετά τον αγώνα, η εισαγγελία του Μονάχου ξεκίνησε μια προκαταρκτική έρευνα στο Βερολίνο τον Ιανουάριο 2008. Οι προσφεύγοντες, είχαν αναγνωρίσει στους επιτιθέμενους τους αστυνομικούς, αλλά δεν ήταν σε θέση να διακρίνουν περαιτέρω λεπτομέρειες, λόγω της πανομοιότυπης αστυνομικής στολής τους και της έλλειψης αναγραφής ονόματος πάνω τους, κατέθεσαν δύο μηνύσεις κατά άγνωστων αστυνομικών.

Τον Σεπτέμβριο του 2008 ο εισαγγελέας σταμάτησε την έρευνα. Αποφάνθηκε ότι υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία ότι ορισμένοι αστυνομικοί χρησιμοποίησαν τα γκλόπ με δυσανάλογο τρόπο, αλλά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν αδύνατο να εντοπιστούν οι ύποπτοι. Μετά από έφεση των προσφευγόντων,  ο εισαγγελέας επανεκκίνησε την έρευνα τον Οκτώβριο του 2008, διατάσσοντας περαιτέρω έρευνες. Τον Αύγουστο του 2009, ο εισαγγελέας έθεσε την υπόθεση στο αρχείο, θεωρώντας ειδικότερα ότι πολλοί οπαδοί  είχαν επιθετική συμπεριφορά, είχαν προσβάλλει και προκαλέσει τους αστυνομικούς και ότι σε αυτή την κατάσταση οι αστυνομικοί θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν σχετικά με τη χρήση γκλόπ. Η απόφαση επικυρώθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα του Μονάχου το 2011. Τον Σεπτέμβριο του 2011 το Εφετείο του Μονάχου έκρινε απαράδεκτο το αίτημα των προσφευγόντων να διεξαχθούν περαιτέρω έρευνες. Τον Μάρτιο 2015, το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο εξέδωσε αιτιολογημένη απόφαση με την οποία αρνήθηκε να δεχθεί ως παραδεκτή την συνταγματική καταγγελία των προσφευγόντων.

Βασιζόμενοι στο άρθρο 3 (απαγόρευση απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης), οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι υπέστησαν κακομεταχείριση από αστυνομικούς οι οποίοι, λόγω ανεπαρκούς διερεύνησης, δεν είχαν εντοπιστεί ούτε τιμωρηθεί. Επικαλούμενοι το άρθρο 13 (δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής) σε συνδυασμό με το άρθρο 3, καταγγέλλουν επίσης ότι δεν διέθεταν αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο όσον αφορά την καταγγελία τους.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 3 (απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση)

Το ΕΔΔΑ παρατήρησε ότι υπήρχε μια διαμάχη για τα ακριβή γεγονότα μετά τον ποδόσφαιρο αγώνα στις 9 Δεκεμβρίου 2007. Υπογράμμισε ότι ο ρόλος του ήταν επικουρικός και ότι έπρεπε να ήταν επιφυλακτικό αναφορικά με την ανάληψη του ρόλου πρωτόδικου δικαστηρίου.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο αστυνομικός κλοιός  μετά τον αγώνα εμπόδιζε μόνο τις εξόδους του γηπέδου για περίπου 15 λεπτά. Οι οπαδοί είχαν ακόμα τη δυνατότητα να κινούνται ελεύθερα μέσα στο στάδιο. Η υποτιθέμενη βία ασκήθηκε, σύμφωνα με τους προσφεύγοντες, μετά την άρση του περιορισμού και οι προσφεύγοντες είχαν εγκαταλείψει τις θύρες. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι προσφεύγοντες δεν βρίσκονταν υπό τον έλεγχο της αστυνομίας, κάτι το οποίο θα μετατόπιζε το βάρος της απόδειξης στην Κυβέρνηση. Κατά συνέπεια, εναπόκειτο στους προσφεύγοντες να τεκμηριώσουν τα πραγματικά επιχειρήματα τους, παρέχοντας στο Δικαστήριο τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία.

Όσον αφορά τα ιατρικά πιστοποιητικά που υπέβαλαν οι προσφεύγοντες, το Δικαστήριο έκρινε ότι απέδειξαν πιθανά σημάδια κακομεταχείρισης, δηλαδή κτυπήματα με γκλόπ στο κεφάλι και ψεκασμό στο πρόσωπο με σπρέι πιπεριού. Ωστόσο, τα πιστοποιητικά δεν βεβαίωναν τη συγκεκριμένη αιτία  των τραυματισμών. Επιπλέον, το ιατρικό πιστοποιητικό του κ. Stark εκδόθηκε έξι εβδομάδες μετά την υποτιθέμενη κακομεταχείριση και δεν βασίστηκε σε εξέταση των πραγματικών τραυματισμών.

Ενώ μερικές από τις μαρτυρικές καταθέσεις που υπέβαλαν οι προσφεύγοντες και οι αναφορές του τύπου περιέγραφαν  την αστυνομική επιχείρηση υπό όρους παρόμοιους με τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων, οι προσφεύγοντες δεν είχαν υποβάλει άλλη δήλωση μαρτύρων ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν άμεσα τους ισχυρισμούς τους, και κανένα από τα άτομα που συμμετείχαν στις ανακρίσεις κατά την εγχώρια έρευνα δεν είχε δει τις καταγγελλόμενες πράξεις. Επιπλέον, ο κ. Hentschel είχε αναφέρει το περιστατικό της υποτιθέμενης αστυνομικής βίας μόλις έξι εβδομάδες μετά τα επίδικα γεγονότα και μάλιστα και οι δύο προσφεύγοντες είχαν καταθέσει τις μηνύσεις τους αρκετούς μήνες μετά από αυτά τα γεγονότα.

Εν ολίγοις, το Δικαστήριο δεν μπόρεσε να αποδείξει πέρα ​​από κάθε εύλογη αμφιβολία ότι τα γεγονότα είχαν συμβεί όπως περιγράφονται από τους προσφεύγοντες. Συνεπώς, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 όσον αφορά τους ισχυρισμούς κακομεταχείρισης από την αστυνομία (ουσιαστική πτυχή).

Άρθρο 3 (έρευνα)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι προσφεύγοντες είχαν προβάλει εύλογο ισχυρισμό κακομεταχείρισης από την αστυνομία, το οποίο έπρεπε να διερευνηθεί αποτελεσματικά από ανεξάρτητη εθνική αρχή.

Όσον αφορά την ανεξαρτησία της έρευνας, το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε επαρκή ιεραρχική, θεσμική αρμοδιότητα ή πρακτική σύνδεση μεταξύ της αστυνομικής μονάδας που διερευνά την υποτιθέμενη αστυνομική βία και της Μονάδας Αποκατάστασης της τάξης, η οποία βρίσκονταν υπό παρακολούθηση, το οποίο θα καθιστούσε την έρευνα αναξιόπιστη ή ατελέσφορη. Η έρευνα δεν διεξήχθη από χωριστή αστυνομική δύναμη – κάτι το οποίο θα ήταν επιθυμητό – αλλά από ένα τμήμα της αστυνομίας του Μονάχου που ειδικεύεται σε αδικήματα που διαπράττονται από τους  δημόσιους αξιωματούχους. Ωστόσο, ο υπεύθυνος της έρευνας δεν ήταν άμεσος συνάδελφος των αξιωματικών της Μονάδας Αποκατάστασης της τάξης και ο μόνος σύνδεσμος μεταξύ αυτών των δύο τμημάτων ήταν ο κοινός αρχηγός της αστυνομίας και το γεγονός ότι ανήκαν στην αστυνομία του Μονάχου. Ωστόσο, το Δικαστήριο τόνισε ότι ήταν σημαντικό αναφορικά με τον τρόπο διεξαγωγής τέτοιων ερευνών να δοθεί  εμφάνιση στην ανεξαρτησία ώστε να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη του κοινού.

Το Δικαστήριο ήταν ικανοποιημένο και πεπεισμένο ότι η έρευνα ήταν αρκετά ταχεία και εστιασμένη. Η αστυνομία του Μονάχου είχε κινήσει προκαταρκτική έρευνα αφότου ενημερώθηκε  από δημοσιεύματα σχετικά με καταγγελίες για αστυνομική βία στο πλαίσιο του ποδοσφαιρικού αγώνα της 09.12.2007. Με βάση τα έγγραφα της δικογραφίας, το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε παρατεταμένες περιόδους αδράνειας κατά τη διάρκεια της έρευνας, η οποία είχε διαρκέσει 19 μήνες πριν από τη λήξη της. Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι οι προσφεύγοντες υπέβαλαν τις επίσημες καταγγελίες τους μόνο τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 2008 αντίστοιχα.

Ως εκ τούτου, οι αρχές είχαν τη δυνατότητα να διερευνήσουν τις συγκεκριμένες καταγγελίες τους μόνο τότε, και η καθυστέρηση κατά την υποβολή των καταγγελιών είχε εμποδίσει τις αρχές να διατάξουν άμεση ιατροδικαστική εξέταση των τραυματισμών των προσφευγόντων.

Ωστόσο, όσον αφορά τα αναληφθέντα ερευνητικά μέτρα το Δικαστήριο παρατήρησε ότι οι αστυνομικοί της Μονάδας αποκατάστασης της τάξης δεν φορούσαν ετικέτες με τα ονόματά τους ή άλλα αναγνωριστικά σήματα, αλλά μόνο αριθμούς αναγνώρισης στο πίσω μέρος των κράνους. Επομένως, ιδιαίτερα σημαντική ήταν η σύσταση άλλων μέτρων για την εξακρίβωση της ταυτότητας των προσώπων που ήταν υπεύθυνα για την υποτιθέμενη κακομεταχείριση.

Όσον αφορά το υλικό μαγνητοσκόπησης που καταγράφηκε από τη Μονάδα, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η μονάδα διερεύνησης είχε παράσχει μόνο αποσπάσματα από το αρχικό βίντεο. Η κυβέρνηση δεν είχε σαφώς εξηγήσει κατά πόσο ολόκληρο το βίντεο είχε αναλυθεί από μια ανεξάρτητη μονάδα, γιατί μόνο αποσπάσματα του βίντεο είχαν παρασχεθεί στη μονάδα διερεύνησης ή όταν το υλικό διαγράφηκε και από ποιον.

Όσον αφορά άλλα ερευνητικά μέτρα που ενδέχεται να αντισταθμίσουν την αποτυχία εξασφάλισης  όλων των βίντεο και την ανάλυσή τους από ανεξάρτητες μονάδες έρευνας, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι περίπου 40 μάρτυρες είχαν ανακριθεί, συμπεριλαμβανομένων των ηγετών των Μονάδων. Ωστόσο, δεν εξετάστηκαν όλοι οι αστυνομικοί οι οποίοι είχαν αναπτυχθεί στην περιοχή όπου οι προσφεύγοντες φέρονται ότι υπέστησαν κακομεταχείριση. Επιπλέον, οι υπεύθυνοι για το βίντεο ανακρίθηκαν μόνο μετά την επανέναρξη της έρευνας τον Οκτώβριο του 2008 και δεν έχουν αναληφθεί προσπάθειες για τον εντοπισμό και την εξέταση του παραϊατρικού προσωπικού που φέρεται ότι φρόντισαν τον κ. Hentschel στο γήπεδο.

Δεδομένου ότι αυτές οι προφανείς ερευνητικές ενέργειες δεν ακολουθήθηκαν πλήρως, το Δικαστήριο διαπίστωσε την ανάπτυξη αστυνομικών δυνάμεων με κράνη, χωρίς να προσδιορίζονται τα διακριτικά και τυχόν δυσκολίες που προέκυψαν από τα ανωτέρω δεν είχαν επαρκώς αντισταθμιστεί κατά τη διάρκεια της έρευνας. Συνεπώς, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε αποτελεσματική έρευνα, κατά παράβαση του άρθρου 3 (διαδικαστική πτυχή).

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Γερμανία έπρεπε να καταβάλει σε κάθε προσφεύγοντα 2.000 ευρώ  για ηθική βλάβη  και 6.575,41 ευρώ για δικ. έξοδα και δαπάνες.

Μειοψηφούσες απόψεις

Ο δικαστής Hüseynov εξέφρασε συγκλίνουσα γνώμη, η οποία επισυνάπτεται στην απόφαση(επιμέλεια echrcaselaw.com). 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες