Το Στρασβούργο επεμβαίνει στην ουσία ποινικής υπόθεσης. Μη εξέταση αποδείξεων, ανεπαρκής αιτιολογία και έλλειψης αμεροληψίας: Μη δίκαιη δίκη

ΑΠΟΦΑΣΗ

Paixão Moreira Sá Fernandes κατά Πορτογαλίας της 25.2.2020 (αρ. προσφ. 78108/14)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ποινική καταδίκη δικηγόρου για καταγραφή συνομιλίας και δίκαιη δίκη.

Ο προσφεύγων, δικηγόρος Λισαβόνας,  κατέγραψε τη συνομιλία του με επιχειρηματία,  ο οποίος του προσέφερε χρήματα για να εξασφαλίσει ότι ο αδελφός του, Δημοτικός Σύμβουλος, θα απέσυρε την ένστασή του που είχε προβάλει για σύμβαση με το Δημοτικό Συμβούλιο.

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων δεν είχε δίκαιη δίκη καθώς το δικαστήριο, το οποίο είχε καταδικάσει αρχικά τον προσφεύγοντα σε δεύτερο βαθμό, δεν είχε εξετάσει τα αποδεικτικά στοιχεία.

Το  Στρασβούργο διαπίστωσε, επίσης παραλείψεις που καταδείκνυαν ότι η αιτιολογία του Εφετείου ήταν λανθασμένη.

Τέλος, σημείωσε την έλλειψη αμεροληψίας στο Τμήμα του Εφετείου, το οποίο έκρινε σε δεύτερο βαθμό,  επί της ποινής που επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα, αφού συμμετείχαν σε αυτό δύο δικαστές που είχαν εχθρικές σχέσεις μαζί του και είχαν ασκήσει πειθαρχικές αναφορές εναντίον του για τις δηλώσεις που είχε κάνει στον τύπο σε βάρος τους.

Παραβίαση του δικαιώματος σε  δίκαιη δίκη (άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ).

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 6

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Ricardo Paixão Moreira Sá Fernandes, είναι Πορτογάλος υπήκοος που γεννήθηκε το 1954 και ζει στη Λισαβόνα. Είναι δικηγόρος.

Τον Ιανουάριο του 2006 ένας επιχειρηματίας, διευθυντής επενδύσεων σε ακίνητα, επικοινώνησε με τον προσφεύγοντα για να συζητήσουν ένα ζήτημα δημοσίου συμφέροντος. Οι δύο άντρες συναντήθηκαν λίγες μέρες αργότερα και, κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο επιχειρηματίας προσέφερε στον προσφεύγοντα ένα χρηματικό ποσό για να πείσει τον αδελφό του,  μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου της Λισαβόνας, να αποσύρει την ένστασή του σε σύμβαση που συνήφθη από τον επιχειρηματία με το Δημοτικό Συμβούλιο. Ο προσφεύγων κατέγραψε κρυφά αυτήν τη συζήτηση και μετέφερε την καταγραφή στις αστυνομικές αρχές, με τις οποίες στη συνέχεια συνεργαζόταν κατά την ποινική έρευνα που ξεκίνησε σε βάρους του  επιχειρηματία. Οι δύο άνδρες αργότερα συναντήθηκαν πάλι σε αρκετές περιπτώσεις για να συζητήσουν σχετικά με τη σύμβαση και την απόσυρση της ένστασης του αδελφού, και οι συναντήσεις στη συνέχεια σταμάτησαν.

Τον Φεβρουάριο του 2006 ο επιχειρηματίας τέθηκε υπό ποινική έρευνα για δωροδοκία. Το 2012 το Ανώτατο Δικαστήριο τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης πέντε μηνών με αναστολή έναντι καταβολής 200.000 ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Εν τω μεταξύ, ο επιχειρηματίας υπέβαλε καταγγελία κατά του προσφεύγοντος για την παράνομη καταγραφή της πρώτης τους συνάντησης. Το 2011 το γραφείο του εισαγγελέα της Λισαβόνας ξεκίνησε έρευνα και στη συνέχεια απαγγέλθηκαν κατηγορίες στον προσφεύγοντα για παράνομη καταγραφή. Ο προσφεύγων αθωώθηκε αρχικά από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο  της Λισαβόνας. Ωστόσο, καταδικάστηκε στις 26 Απριλίου 2012 από το Τριμελές Εφετείο. Η υπόθεση παραπέμφθηκε για εκ νέου εκδίκαση στο δικαστήριο της Λισαβόνας αναφορικά με την καταδίκη. Ο προσφεύγων  υποχρεώθηκε να καταβάλει πρόστιμο ύψους 1.200 ευρώ. Άσκησε έφεση.

Τον Ιούνιο του 2014, η ίδια σύνθεση του Εφετείου που εξέδωσε την απόφαση της 26ης Απριλίου 2012 απέρριψε την έφεση του προσφεύγοντος κατά της ποινής του και έκρινε ότι έπρεπε να του επιβληθεί βαρύτερη ποινή. Ο προσφεύγων τελικά διατάχθηκε να καταβάλει πρόστιμο ύψους 4.800 ευρώ για την παράνομη καταγραφή.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 6 § 1 (δικαίωμα δίκαιης δίκης)

  1. Μη δίκαιη δίκη στο Εφετείο.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι το Εφετείο είχε καταδικάσει τον προσφεύγοντα, για πρώτη φορά σε δεύτερο βαθμό χωρίς να εκτιμήσει άμεσα τα αποδεικτικά στοιχεία.

Σε πρώτο βαθμό, το δικαστήριο της Λισαβόνας είχε πραγματοποιήσει ακρόαση στην οποία ο προσφεύγων και αρκετοί μάρτυρες εξετάστηκαν. Ο προσφεύγων είχε αθωωθεί τότε, καθώς το πρωτόδικο δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να αποδείξει ότι ο προσφεύγων γνώριζε ότι η πράξη του ήταν παράνομη και επίσης ότι ο προσφεύγων είχε ενεργήσει σε κατάσταση ανάγκης (άρθρο 34 του Ποινικού Κώδικα), στοιχείο που αφαιρούσε κάθε παράνομο χαρακτηριστικό από την καταγραφή της συνομιλίας.

Σε δεύτερο βαθμό, το Εφετείο είχε επανεξετάσει τα πραγματικά περιστατικά και τους νομικούς ισχυρισμούς. Βασίστηκε στα πραγματικά περιστατικά, θεωρώντας ότι αποδείκνυαν ότι ο προσφεύγων είχε ενεργήσει γνωρίζοντας ότι η δράση του απαγορεύονταν από το νόμο. Ωστόσο, το Εφετείο δεν είχε εξετάσει κάποιον μάρτυρα ή ακόμη και τον ίδιο τον προσφεύγοντα. Κατά συνέπεια, ο προσφεύγων δεν μπόρεσε να παρουσιάσει την υπεράσπισή του ως προς το αν είχε ενεργήσει σε κατάσταση ανάγκης και, ειδικότερα, αν γνώριζε ότι οι πράξεις του ήταν παράνομες.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι το Εφετείο έπρεπε να εξετάσει άμεσα όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν οδηγήσει στην αθώωση του προσφεύγοντος από το δικαστήριο της Λισαβόνας ή θα έπρεπε να είχε επανεξετάσει τον προσφεύγοντα. Επομένως, ο προσφεύγων δεν είχε δίκαιη δίκη ενώπιον του Εφετείου και υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.

  1. Η αιτιολογία του Εφετείου παραβίασε την δίκαιη δίκη.

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι η αιτιολογία που ακολούθησε το Εφετείο όσον αφορά την απόφαση σχετικά με την ενοχή του προσφεύγοντος ήταν λανθασμένη.

Πρώτον, το Εφετείο έκρινε ότι ο προσφεύγων είχε ενεργήσει εν γνώση του ότι η πράξη του ήταν παράνομη, αλλά δεν είχε προσκομίσει άμεσα τα αποδεικτικά στοιχεία.

Δεύτερον, το Εφετείο έκρινε ότι ο προσφεύγων δεν είχε ενεργήσει σε κατάσταση ανάγκης. Ωστόσο, δεν είχε ασχοληθεί με τη συμβολή του προσφεύγοντος στην καταδίκη του επιχειρηματία για διαφθορά ή με το δημόσιο συμφέρον για την καταπολέμηση αυτού του προβλήματος. Ούτε είχε κάνει κανένα σχόλιο σχετικά με την συμπεριφορά του επιχειρηματία.

Εντούτοις, αυτοί οι παράγοντες είχαν παίξει ρόλο στην ανάλυση του Δικαστηρίου της Λισαβόνας σχετικά με το αν υπήρχε δικαιολόγηση της κατάστασης ανάγκης. Το δικαστήριο της Λισαβόνας είχε αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο επιχειρηματίας δεν μπορούσε να ισχυριστεί ότι τα δικαιώματά του υπερισχύουν των δικαιωμάτων του προσφεύγοντος, δεδομένου ότι η συμπεριφορά του ήταν αντίθετη προς την ηθική και την έννομη τάξη που εξετάζονταν ως σύνολο. Το Εφετείο θα έπρεπε επομένως, να εξετάσει τις περιστάσεις που αποκλείουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, ιδίως το νόμιμο επιδιωκόμενο στόχο, δηλαδή την καταπολέμηση της διαφθοράς. Παραλείποντας να το πράξει, δεν είχε απαντήσει σε ένα  σημαντικό επιχείρημα που πρόβαλε ο προσφεύγων σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας με το υπόμνημά του της αντίκρουσης της κατηγορίας.

Επιπλέον, η προσβαλλόμενη καταγραφή συνδέθηκε με την ποινική διαδικασία η οποία ασκήθηκε εναντίον του επιχειρηματία και είχε ληφθεί υπόψη κατά την αξιολόγηση των γεγονότων. Αυτό το στοιχείο είχε προφανώς παραλειφθεί από τη νομική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που διενήργησε το Εφετείο, το οποίο  δεν ανέλυσε επομένως τη συνολική νομική κατάσταση.

Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι υπήρχαν παραλείψεις που καταδείκνυαν ότι η αιτιολογία του Εφετείου  ήταν λανθασμένη. Υπήρξε έτσι παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.

  1. Έλλειψη αμεροληψίας Εφετείου.

Το Δικαστήριο παρατήρησε την έλλειψη αμεροληψίας του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κατά την έκδοση απόφασης, σε δεύτερο βαθμό  επί της ποινής (πρόστιμο) που επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι ανησυχίες του προσφεύγοντος σχετικά με την έλλειψη αμεροληψίας δύο δικαστών του Εφετείου, που αποφάνθηκε επί της ποινής, ήταν αντικειμενικά δικαιολογημένη.

Σημείωσε, μεταξύ άλλων, ότι, κατόπιν των παραπόνων που εξέφρασε ο προσφεύγων στον Τύπο ή στους λόγους αναίρεσής του όσον αφορά την απόφαση της 26ης Απριλίου 2012 που τον καταδίκασε, ενδέχεται να είχε δημιουργηθεί μεταξύ του ιδίου και των δύο δικαστών μια σχέση εχθρότητας και αντιπάθειας. Πράγματι, και οι δύο δικαστές είχαν εγείρει πειθαρχικές διαδικασίες κατά του προσφεύγοντος λόγω των κατηγοριών που είχε απευθύνει εναντίον τους.

Επιπλέον, ο προσφεύγων δεν είχε ενημερωθεί ότι είχε ανατεθεί η έφεσή του κατά του προστίμου στην ίδια σύνθεση που είχε αποφανθεί επί της ουσίας της πρώτης έφεσης. Έτσι, δεν μπόρεσε να εγείρει τις ανησυχίες του στο πλαίσιο αίτησης αναίρεσής του. Υπήρξε συνεπώς  παραβίαση της δίκαιης δίκης (άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ).

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Πορτογαλία πρέπει να καταβάλει στον προσφεύγοντα 3.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 1.632 ευρώ για έξοδα και δαπάνες.


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες