Απαγωγή και πολυετή κράτηση πολίτη μέχρι την δολοφονία του. Παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή για την αποτυχία διεξαγωγής αποτελεσματικών ερευνών για την ανεύρεση και σύλληψη των απαγωγέων αλλά και τη διερεύνηση των συνθηκών της δολοφονίας.

ΑΠΟΦΑΣΗ

OlewnikCieplinska και Olewnik κατά Πολωνίας της 05.09.2019 (αριθ. Προσφ. 20147/15)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Απαγωγή, κράτηση από τους απαγωγείς για μεγάλο χρονικό διάστημα του απαχθέντος και δολοφονία του παρά την πληρωμή λύτρων από τους συγγενείς του.

Η υπόθεση αφορά την απαγωγή του αδερφού και γιού των προσφευγόντων. Το θύμα απήχθη το 2001, όταν ήταν 25 ετών. Κρατήθηκε μέχρι το 2003 οπόταν και δολοφονήθηκε, παρόλο που οι συγγενείς κατέβαλαν τα λύτρα. Η σωρός του,  ανευρέθηκε το 2006 όταν ομολόγησε ένας από τους απαγωγείς.  Οι αναποτελεσματικές έρευνες, τα σφάλματα και η ανευθυνότητα των αρχών είχαν ως αποτέλεσμα την δολοφονία του θύματος.

Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι σύμφωνα με την Σύμβαση,  οι εγχώριες αρχές έπρεπε να πράξουν  όλα όσα εύλογα μπορούσαν να αναμένουν οι συγγενείς από αυτούς,  προκειμένου να εντοπίσουν  τον απαχθέντα όσο το δυνατόν γρηγορότερα και να αναγνωρίσουν τους απαγωγείς. Η έρευνα ήταν ανεπαρκής και ελλιπής στην συλλογή αποδεικτικών στοιχείων με αποτέλεσμα οι αρχές να μην ανταποκριθούν στις δύσκολες απαιτήσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης . Επίσης μετά την σύλληψη των απαγωγέων  το 2006 ύστερα από ομολογία ενός από αυτούς, δεν κατάφεραν για 17 ολόκληρα χρόνια μετά την απαγωγή, να διαλευκάνουν τις συνθήκες της δολοφονίας του. Το Δικαστήριο κρίνει ότι όσον αφορά την  αποτυχία  των αρχών να προστατέψουν το θύμα ,  υπάρχει παραβίαση του άρθρου 2 ( δικαίωμα στη ζωή) . Επίσης κρίνει ότι οι αρχές απέτυχαν να διεξάγουν,  ως όφειλαν,  αποτελεσματική έρευνα των συνθηκών της δολοφονίας ως εκ τούτου περαιτέρω παραβίαση του διαδικαστικού σκέλους του άρθρου 2.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 2 (δικαίωμα στην ζωή)

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες, Danuta Olewnik-Cieplińska και Włodzimierz Olewnik, είναι Πολωνοί υπήκοοι που γεννήθηκαν το 1974 και το 1949, αντίστοιχα, και ζουν στο Drobin (Πολωνία).

Ο συγγενής τους, ο Krzysztof Olewnik, απήχθη το 2001 όταν ήταν 25 ετών. Κρατήθηκε και υπέστη κακομεταχείριση  από τους απαγωγείς μέχρι το 2003, όταν δολοφονήθηκε, παρότι η οικογένειά του κατέβαλε τα λύτρα που απαίτησαν οι απαγωγείς μέσω τηλεφωνικών μηνυμάτων και επιστολών που περιείχαν απειλές για τη ζωή του.

Η σωρός του βρέθηκε τελικά το 2006, όταν ένας από τους απαγωγείς, που υποδείχθηκε  από μάρτυρα το 2005, ομολόγησε και έδειξε τον τόπο ταφής.

Δέκα μέλη της συμμορίας καταδικάστηκαν τελικά με αμετάκλητη απόφαση το 2010. Οι καταδίκες τους ήταν κυρίως με βάση τις ομολογίες. Στην δίκη τους,  περιέγραψαν ότι κρατούσαν το θύμα  αλυσοδεμένο σε έναν τοίχο από το δικό του λαιμό και το πόδι. Ήταν επίσης ναρκωμένος, χτυπημένος και κακά διατρεφόμενος.

Ο υποτιθέμενος ηγέτης της συμμορίας  και οι άλλοι δύο βασικοί απαγωγείς πέθαναν  κατά την διάρκεια της προσωρινής κράτησης πριν ή αμέσως μετά  τη δίκη τους. Αν και οι θάνατοι τους χαρακτηρίστηκαν ως αυτοκτονίες, αφού ερευνήθηκαν, παρ’ όλα αυτά μετά από έρευνες, οδήγησαν  στην παραίτηση του Υπουργού Δικαιοσύνης και ένα κύμα απολύσεων στην εισαγγελική αρχή και στις υπηρεσίες φυλακών.

Εκτός από τις διαδικασίες εναντίον των μελών της συμμορίας, έγιναν αρκετές άλλες προσπάθειες μεταξύ του 2009 και του 2013 για να διευκρινιστεί η απαγωγή και η δολοφονία.

Συγκεκριμένα, οι εισαγγελικές αρχές του Γκντανσκ άσκησαν ποινική δίωξη κατά των περισσότερων από αυτών που εμπλέκονται στην υπόθεση, δηλαδή στην αστυνομία για κατάχρηση εξουσίας,  στους εισαγγελίες  για αμέλεια και στους υψηλόβαθμους δημοσίους υπαλλήλους για αδράνεια.  Δύο από τους αξιωματικούς απαλλάχθηκαν επειδή τα αδικήματα που είχαν διαπράξει, παραγράφηκαν , ενώ οι άλλες έρευνες διακόπηκαν.

Το 2009, το Sejm (κοινοβούλιο) ίδρυσε επίσης κοινοβουλευτική επιτροπή έρευνας, η οποία εξέτασε όχι μόνο τις ενέργειες της αστυνομίας και της εισαγγελικής αρχής , αλλά και την διαχείριση  στους φορείς διοίκησης και την Υπηρεσία Φυλακών. Η τελική έκθεσή του το 2011 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «ορατή υποτονικότητα, σφάλματα, απερισκεψία και έλλειψη επαγγελματισμού εκ μέρους των ερευνητών είχε ως αποτέλεσμα την αποτυχία να ανακαλυφθούν οι δράστες της απαγωγής και … τελικά, στο θάνατο  του Olewnik». Διερεύνησε επίσης το ενδεχόμενο ότι τα λάθη των δημοσίων αξιωματούχων ήταν σκόπιμα και … με στόχο την κάλυψη των ιχνών, την καταστροφή αποδεικτικών στοιχείων … και, κατά συνέπεια, ότι μερικοί από αυτούς συνεργάστηκαν με την εγκληματική συμμορία που απήγαγε και δολοφόνησε τον Krzysztof Olewnik.

Έχει διεξαχθεί έρευνα για απαγωγές και δολοφονίες εναντίον άλλων ατόμων που δεν έχουν αναγνωριστεί.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 2 (δικαίωμα στη ζωή)

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι πολωνικές αρχές γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι υπήρξε πραγματικός και άμεσος κίνδυνος για τη ζωή του Olewnik από τη στιγμή που είχε εξαφανιστεί. Από την στιγμή  της ξαφνικής εξαφάνισής του, ερευνήθηκε ως απαγωγή και, σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία που παρείχε η κυβέρνηση, οι απαγωγές κατά την κρίσιμη περίοδο στην Πολωνία αφορούσαν κυρίως, συγκεκριμένα βασανιστήρια, βλάβη στην υγεία, ακόμη και θάνατο. Οι διαπραγματεύσεις με τους απαγωγείς του διήρκεσαν  τέσσερα χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων είχαν σταλεί επιστολές στην  οικογένειά του που σαφώς απειλούσαν  για τη ζωή και την υγεία του. Όλα τα γράμματα είχαν διαβιβαστεί στην αστυνομία. Η σοβαρότητα της κατάστασης και η ευπάθεια του θύματος δεν είχε μειωθεί με την πάροδο του χρόνου, αντίθετα είχε αυξηθεί.

Υπό αυτές τις συνθήκες, οι εγχώριες αρχές έπρεπε να πράξουν στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης όλα όσα εύλογα μπορούσαν να αναμένουν από αυτούς προκειμένου να εντοπίσουν  τον απαχθέντα όσο το δυνατόν γρηγορότερα και να αναγνωρίσουν τους απαγωγείς.

Το Δικαστήριο διέθετε εκτεταμένα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις ενέργειες των αστυνομικών και εισαγγελέων.

Έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στην έκθεση της Επιτροπής Κοινοβουλευτικής Εξεταστικής και στα συμπεράσματά της, δίνοντας σαφή παραδείγματα της έλλειψης εμπλοκής και ανικανότητας της αστυνομίας κατά τα πρώτα χρόνια της έρευνας για την απαγωγή.

Συμφωνώντας με την εκτίμηση στην εν λόγω έκθεση, το Δικαστήριο απαρίθμησε ορισμένα από τα σοβαρότερα σφάλματα της αστυνομίας για την αντιμετώπιση της απαγωγής του Olewnik. Μεταξύ άλλων, είχαν αποτύχει να  συγκεντρώσουν  σωστά όλα τα αποδεικτικά στοιχεία από το σπίτι του θύματος αμέσως μετά την απαγωγή, να συλλέξουν αποδεικτικά στοιχεία για περισσότερα από τρία χρόνια από έναν ταμεία σούπερ μάρκετ που είχε πωλήσει ένα κινητό τηλέφωνο στο αρχηγό της  συμμορίας το 2001, να διερευνήσουν  μια ανώνυμη επιστολή του 2003 με την ονομασία των εμπλεκόμενων ατόμων στην απαγωγή, να αναλύσουν γρήγορα και να εντοπίσουν τις κλήσεις, παρόλο που οι απαγωγείς χρησιμοποιούσαν μία γνωστή κάρτα SIM τηλεφώνου  και να επιβλέψουν την παράδοση των λύτρων. Αυτά τα λάθη, μεταξύ άλλων, αποδεικνύουν με σαφήνεια  ότι οι εγχώριες αρχές δεν είχαν ανταποκριθεί με το επίπεδο της δέσμευσης που απαιτείται σε περίπτωση απαγωγής και παρατεταμένης κράτησης .

Το Δικαστήριο  κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εθνικές αρχές έπρεπε να θεωρηθούν υπεύθυνες για την εν λόγω σειρά των αποτυχιών. Επομένως, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 2 που αφορά την αδυναμία του κράτους να εκπληρώσει το καθήκον του να προστατέψει την ζωή του συγγενή των προσφευγόντων.

Άρθρο 2 (έρευνα)

Το Δικαστήριο  σημείωσε ότι υπήρξε ένα σημείο καμπής στην έρευνα το 2005 και οι βασικοί απαγωγείς συνελήφθησαν το 2006, παραπέμφθηκαν το 2007 και καταδικάστηκαν ως επί το πλείστον με βάση τις ομολογίες τους.

Επιπλέον, η κοινοβουλευτική έρευνα και οι προσπάθειες των εισαγγελέων του Γκντανσκ κατά τα έτη 2009 έως το 2013 συνέβαλε στη θετική εξέλιξη της έρευνας.

Ωστόσο, το Δικαστήριο  σημείωσε ότι περίπου 17 χρόνια μετά την απαγωγή, οι διαδικασίες για την  δολοφονία του Olewnik εκκρεμούσε ακόμη και οι συνθήκες των γεγονότων δεν ήταν πλήρως διασαφηνιστεί, αφήνοντας τους προσφεύγοντες σε  μία κατάσταση αβεβαιότητας. Η κυβέρνηση κλήθηκε να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τις εν εξελίξει διαδικασίες, αλλά δεν το έπραξε για λόγους εμπιστευτικότητας.

Το Δικαστήριο  κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι αρχές δεν είχαν καταρτίσει επαρκή και αποτελεσματική  έρευνα για το θάνατο του Olewnik, παραβιάζοντας περαιτέρω το διαδικαστικό σκέλος του άρθρου 2.

Άρθρο 41 (δίκαιη ικανοποίηση)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Πολωνία έπρεπε να καταβάλει συνολικά 100.000 ευρώ (ευρώ) στους προσφεύγοντες για ψυχική οδύνη (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες