Η στέρηση δυνατότητας απόκτησης ιδιοκτησίας με χρησικτησία εξαιτίας αλλαγής της νομοθεσίας σε επιδικία, παραβίασε το δικαίωμα στην ιδιοκτησία και περιουσία

ΑΠΟΦΑΣΗ

Kaynar κ.α. κατά Τουρκίας 07.05.2019 (αριθμ. προσφ. 21104/06, 51103/06 και 18809/07)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Προστασία της ιδιοκτησίας.  Αλλαγή νομοθεσίας κατά τη διάρκεια επιδικίας και κατάργηση δικαιώματος απόκτησης ιδιοκτησίας δια χρησικτησίας. Οι προσφεύγουσες,  στερήθηκαν την ιδιοκτησία που είχαν αγοράσει γιατί χαρακτηρίστηκε ως προστατευμένη «φυσικού περιβάλλοντος» και καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία του Υπουργείου Οικονομικών, χωρίς  καταβολή αποζημίωσης με την αιτιολογία τροποποίησης της εσωτερικής νομοθεσίας όσο η προσφυγή  τους,  για αναγνώριση τους, ως δικαιούχους με χρησικτησία,  ήταν σε επιδικία. Το ΕΔΔΑ έκρινε  ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (προστασία της περιουσίας) και αναγνώρισε το κράτος υπεύθυνο να αποκαταστήσει την ζημιά που υπέστησαν οι προσφεύγοντες. Παραβίαση και του άρθρου 6 & 1 (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος) καθόσον η εκδίκαση των αγωγών διήρκησε περισσότερο από 10 χρόνια.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου

Άρθρο 6 & 1

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγουσες Naci Kaynar, Ayşe Boztepe και Cemile Bürge Kuşman, είναι Τούρκοι υπήκοοι που γεννήθηκαν το 1953, το 1938 και το 1967 αντίστοιχα και ζουν στο Çanakkale (Τουρκία).

Το 1993 και το 1995 αγόρασαν έκταση στο νησί Gökçeada. Η γη χαρακτηρίστηκε ως προστατευμένη «φυσικού περιβάλλοντος»  της οποίας η ιδιοκτησία δεν είχε καταχωρηθεί. Το 1996 η γη καταχωρήθηκε στο όνομα του Υπουργείου Οικονομικών, σε σχέση με την αναθεώρηση του κτηματολογίου. Την ίδια χρονιά, άσκησαν αγωγή για  αναγνώριση της έκτασης στην κυριότητά τους ενώπιον του δικαστηρίου  Gökçeada, σύμφωνα με τους κανόνες για την χρησικτησία.

Το 1999, το δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή  τους, θεωρώντας ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για χρησικτησία. Η απόφαση αυτή ανατράπηκε από το Ακυρωτικό Δικαστήριο, το οποίο διαπίστωσε ότι οι δικαστές στην δίκη περί κυριότητας δεν είχαν ενημερωθεί δεόντως για το κατά πόσον η γη θα μπορούσε να αποκτηθεί μέσω της χρησικτησίας.

Το 2004, ενώ εκκρεμούσε η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου, η νομοθεσία για τη προστασία της πολιτιστικής και φυσικής κληρονομιάς τροποποιήθηκε. Οι εκτάσεις που ταξινομούνται ως προστατευόμενες «φυσικού περιβάλλοντος»  δεν μπορούσαν να αποκτηθούν πλέον μέσω της χρησικτησίας. Κατά συνέπεια, απορρίφθηκε ο ισχυρισμός των προσφευγουσών και η έκταση καταχωρήθηκε στη κυριότητα του Δημοσίου.

Βασιζόμενοι στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (προστασία της περιουσίας), οι τρεις προσφεύγουσες ισχυρίστηκαν ότι παραβιάστηκε το δικαίωμά τους στην χρήση της περιουσίας τους εξαιτίας των νομοθετικών παρεμβάσεων. Ισχυρίστηκαν ειδικότερα ότι χωρίς την εν λόγω νομοθετική τροποποίηση,  τα εθνικά δικαστήρια,  θα είχαν εξασφαλίσει την καταχώριση της γης στην κυριότητά τους.

Σύμφωνα με το άρθρο 6 § 1 (δικαίωμα ακρόασης εντός ευλόγου χρόνου), δύο από τους προσφεύγοντες  διαμαρτυρήθηκαν για τη διάρκεια της διαδικασίας και ισχυρίστηκαν ότι οι δικαστικές αποφάσεις δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένες.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (προστασία της ιδιοκτησίας)

Η νομοθετική τροποποίηση του 2004 είχε στερήσει από τις προσφεύγουσες τη δυνατότητα να ζητήσουν την καταχώριση της γης τους, ενώ θα μπορούσαν νομίμως να πιστεύουν ότι είχαν ικανοποιήσει όλες τις απαιτήσεις που τους επιτρέπουν να αναγνωριστούν ως ιδιοκτήτες του ακινήτου που αυτοί ή οι  δικαιοπάροχοι τους,  είχαν στην κατοχή για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα.

Επομένως, ο νόμος του 2004 συνεπάγεται παρέμβαση στα δικαιώματα ιδιοκτησίας που θα μπορούσαν να έχουν υπό την κατοχή τους σύμφωνα με την ισχύουσα μέχρι τούδε νομοθεσία και, κατά συνέπεια, με το δικαίωμά τους στην δίκαιη απόλαυση των περιουσιών τους. Η παρέμβαση είχε ικανοποιήσει την προϋπόθεση της νομιμότητας των σκοπών του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.

Το Δικαστήριο ήταν διατεθειμένο να παραδεχθεί ότι η νομοθετική τροπολογία επιδίωξε την προστασία του περιβάλλοντος, πράγμα που αποτελεί θεμιτό στόχο γενικού συμφέροντος. Ωστόσο, το 2007, μετά από λιγότερο από τρία χρόνια, ο νόμος είχε τροποποιηθεί και πάλι έτσι ώστε να αποκλείσει το σύνολο της γης που χαρακτηρίστηκε φυσικού περιβάλλοντος – την κατάταξη της επίδικης γης – από το πεδίο εφαρμογής της. Από τότε και στο εξής, όπως όταν υποβλήθηκαν οι προσφυγές, η γη εντός μιας φυσικής τοποθεσίας θα μπορούσε να αποκτηθεί μέσω χρησικτησίας.

Επιπλέον, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι προσφεύγουσες δεν είχαν λάβει καμία αποζημίωση και ότι η κυβέρνηση δεν είχε επικαλεσθεί καμία εξαιρετική περίσταση για να δικαιολογήσει την πλήρη απουσία οποιασδήποτε αποζημίωσης. Έτσι, είχαν υποστεί ατομική  και υπερβολική βάρος, το οποίο συνεπάγονταν παραβίαση των δικαιωμάτων τους βάσει του άρθρου 1 του Πρώτου πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης.

Άρθρο 6 § 1 (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη εντός εύλογου χρονικού διαστήματος)

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η διάρκεια της διαδικασίας (περίπου 10 έτη) δεν ικανοποίησε την απαίτηση του εύλογου χρόνου. Κατά συνέπεια, διαπίστωσε παραβίαση του Άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης σε σχέση με τις προσφυγές που υπέβαλαν η κα Boztepe και η κα Kuşman.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Όσον αφορά την παρέμβαση στο δικαίωμα στην περιουσία, το Δικαστήριο σημείωσε ότι το προεδρικό διάταγμα αριθ. 809, το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 8 Μαρτίου 2019, είχε επεκτείνει την αποστολή-αρμοδιότητα της επιτροπής αποζημίωσης, που δημιουργήθηκε τον Ιανουάριο του 2013. Το διάταγμα αυτό είχε καθορίσει τις αρχές και τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται όσον αφορά την αποζημίωση σε περιπτώσεις που το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της σύμβασης, αλλά δεν είχε αποφανθεί επί των αιτήσεων για δίκαιη ικανοποίηση βάσει του άρθρου 41 της Συμβάσεως (πράγμα που συνέβη εν προκειμένω) ή να αποφασίσει να εξετάσει μετέπειτα το ερώτημα.

Αναφερόμενο στον επικουρικό χαρακτήρα του μηχανισμού προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο πλαίσιο της Σύμβασης, το Δικαστήριο, διαπίστωσε ότι η υποβολή έφεσης στην επιτροπή αποζημίωσης εντός ενός μηνός από την κοινοποίηση της τελεσίδικης αποφάσεως του,  ήταν ικανή να επιτρέψει τη λήψη αποζημιώσεων από τις αρχές και ήταν επομένως κατάλληλο μέσο για την αναζήτηση αποκατάστασης για διαπιστωμένη παράβαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι οι εθνικές αρχές ήταν αναμφισβήτητα σε καλύτερη θέση για να εκτιμήσουν τις ενδεχόμενες ζημίες και να έχουν τα κατάλληλα νομικά και τεχνικά μέσα ώστε να θέσουν ένα τέρμα στην παραβίαση της Σύμβασης και να επιφέρουν αποκατάσταση, ειδικά όταν αυτό,  ήταν ζήτημα καθορισμού της αξίας των ακινήτων σε ένα συμβαλλόμενο κράτος σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το εσωτερικό δίκαιο επέτρεπε πλέον να αναλάβει την αποκατάσταση της παραβίασης που διαπιστώθηκε στο πλαίσιο της παρούσας περίπτωσης. Θεώρησε ότι δεν χρειάζεται να αποφανθεί επί των οικονομικών απαιτήσεων που υπέβαλαν οι προσφεύγοντες και αποφάσισε να καταργήσει το μέρος της αίτησης βάσει του άρθρου 41 της σύμβασης σχετικά με την υποτιθέμενη χρηματική και ηθική βλάβη.

Όσον αφορά την υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Τουρκία έπρεπε να καταβάλει στην κα Boztepe και στην κα Kuşman, 5.000 ευρώ σε κάθε μία για ηθική βλάβη και 2.270 ευρώ από κοινού για δαπάνες και έξοδα ( επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες