Η κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων συγγενών και υφισταμένων των επικεφαλής παραβατικής Τράπεζας, χωρίς αποδεικτικά στοιχεία, παραβίασαν το δικαίωμα σεβασμού της περιουσίας τους

 ΑΠΟΦΑΣΗ

Uzan κ.α. κατά Τουρκίας της 07.03.19 (αρ. προσφ. 19620/05, 41487/05, 17613/08 και 19316/08)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ               

Επιβολή μέτρων κατάσχεσης κατά της περιουσίας των προσφευγόντων με την αιτιολογία ότι οι συγγενείς τους ή οι προϊστάμενοί  τους, διώκονταν για κατάχρηση δημόσιου χρήματος σε υπόθεση που αφορά τις δραστηριότητες της τράπεζας Türkiye İmar Bankası.

Η τράπεζα αυτή διαχειρίζονταν από το 1984 από τον όμιλο Uzan και της οποίας η τραπεζική άδεια ανακλήθηκε, αφού είχε καταγραφεί ζημία πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ειδικότερα ότι οι τουρκικές αρχές δεν είχαν επιτύχει δίκαιη ισορροπία μεταξύ των επιταγών δημοσίου συμφέροντος και τις απαιτήσεις προστασίας του δικαιώματος σεβασμού της περιουσίας των προσφευγόντων.

Στη συλλογιστική του, το Δικαστήριο διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι η περίοδος ισχύος των επιβαλλόμενων περιορισμών ήταν σχεδόν 10 έτη στην περίπτωση ενός προσφεύγοντος και μεταξύ 12 και 15 ετών αναφορικά με τους άλλους. Το Δικαστήριο επισήμανε επίσης την αυτοματοποιημένη, συστηματική και ανελαστική φύση αυτών των μέτρων, καθώς και την ευρεία τους εμβέλεια όπου οι προσφεύγοντες (δύο εξ αυτών ήταν τότε ανήλικοι) στερήθηκαν την ευκαιρία να αγοράσουν ένα ευρύ φάσμα αγαθών και αντιμετώπισαν δυσκολίες αναφορικά με τους μισθούς, τα αυτοκίνητά τους και τις αποταμιεύσεις τους. Τέλος, το Δικαστήριο σημείωσε την έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων για τη συμμετοχή των προσφευγόντων σε οποιαδήποτε δόλια δραστηριότητα. Το Στρασβούργο επισήμανε ότι η παρέμβαση στα δικαιώματα που ορίζονται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου πρωτοκόλλου ήταν  αδικαιολόγητη, ελλείψει ακρόασης σύμφωνα με την αρχή της ισότητας των όπλων. Εν προκειμένω, σημείωσε ότι οι προσφεύγοντες, οι οποίοι δεν είχαν καταστεί κατηγορούμενοι στην ποινική διαδικασία, δεν είχαν επωφεληθεί από τις εν λόγω διαδικαστικές εγγυήσεις. Παραβίαση του άρθρου 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (προστασία της περιουσίας) της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες Jasmin Paris Uzan, Renç Emre Uzan, Ayla Uzan-Ashaboglu, Nimet Hülya Talu και Bilge Doğru είναι Τούρκοι υπήκοοι που γεννήθηκαν αντίστοιχα το 2003, το 1999, το 1971, το 1948 και το 1952.

Η Ayla Uzan-Ashaboğlu ζει στο Σαν Φρανσίσκο και οι υπόλοιποι προσφεύγοντες ζουν στην Κωνσταντινούπολη.

Τον Ιούλιο του 2003, η άδεια της τράπεζας İmarbank ανακλήθηκε, καθώς οι αρχές έκριναν ότι η τράπεζα, η οποία είχε καταγράψει ζημιά πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ, δεν ήταν πλέον σε θέση να διαχειριστεί την επιχείρηση. Η διοίκηση και η εποπτεία της İmarbank μεταφέρθηκαν στον Καταθετικό Ταμιευτήριο (Tasarruf Mevduatı Sigorta Fonu – SDIF) και το Εμπορικό Δικαστήριο διέταξε μέτρα κατάσχεσης έναντι των δικαιωμάτων κυριότητας των πρώην διευθυντικών στελεχών της τράπεζας και αποζημίωση. Στη συνέχεια, διατάχθηκαν περαιτέρω μέτρα κατάσχεσης έναντι της ιδιοκτησίας άλλων προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των προσφευγόντων.

Τον Δεκέμβριο του 2003, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των διαχειριστών και των μεγαλομέτοχων της τράπεζας με την κατηγορία της συνωμοσίας για τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων (υπεξαίρεση και απάτη). Επιπλέον, η SDIF αποφάσισε να συνεχίσει να ανακτά τα χρέη από την İmarbank, συνολικού ύψους 4.284.172.000 ευρώ κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών.

Τον Ιανουάριο του 2004, η SDIF ζήτησε από τον εισαγγελέα να κινήσει ποινική διαδικασία για υπεξαίρεση και συνέργεια κατά ορισμένων φυσικών και νομικών προσώπων, συμπεριλαμβανομένου των προσφευγόντων. Στη συνέχεια, περαιτέρω ποινικές διαδικασίες κινήθηκαν εναντίον της κας Talu και της Doğru, αλλά αθωώθηκαν.

Τον Ιούνιο του 2005 το Εμπορικό Δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης κήρυξε τη πτώχευση της İmarbank.

Όσον αφορά τα μέτρα κατάσχεσης που επιβλήθηκαν στις περιουσίες των προσφευγόντων:

-Μεταξύ του 2003 και του 2015 επιβλήθηκαν μέτρα κατάσχεσης στην ιδιοκτησία της Jasmin Paris Uzan και του Renç Emre Uzan, οι οποίοι ήταν τα παιδιά (ανήλικοι τότε) ενός από τους κατηγορούμενους στις κύριες ποινικές διαδικασίες (C.C. Uzan). Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, τα εθνικά δικαστήρια παρείχαν σε αυτούς τους δύο «καθεστώς διαφορετικό από εκείνο των διαδίκων (dava dışı)».

Το καθεστώς αυτό, το οποίο δεν φαίνεται να είναι κατοχυρωμένο στο τουρκικό δίκαιο, τους εμπόδισε να προσφύγουν, έστω και αν θίγονταν από το αποτέλεσμα της διαδικασίας.

-Επιβλήθηκαν μέτρα κατάσχεσης στην ιδιοκτησία της Ayla Uzan-Ashaboglu, η οποία ήταν η κόρη του εκτελεστικού διευθυντή της τράπεζας, από το 2003 και μετά. Τα μέτρα αυτά εξακολουθούσαν να ισχύουν το 2016.

-τα περιουσιακά στοιχεία των Nimet Hülya Talu και Bilge Doğru, οι οποίοι ήταν  ελεγκτές διαχείρισης στη  τράπεζα, υπέστησαν μέτρα κατάσχεσης που διατάχθηκαν από το 2003 και μετά. Στη συνέχεια, τα εν λόγω μέτρα άρθηκαν ιδίως όσον αφορά μέρος των μισθών τους. Το 2013 όλο τα μέτρα που επιβλήθηκαν στην ιδιοκτησία της κυρίας Talu άρθηκαν. Επίσης το 2013 τα μέτρα που αφορούν τη κυρία Doğru αναιρέθηκαν εν μέρει. Ωστόσο, το 2015, η ακίνητη περιουσία της είχε καταστραφεί.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης (προστασία της περιουσίας)

Η παρέμβαση και ο νόμιμος σκοπός

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι τα μέτρα κατάσχεσης δεν είχαν σκοπό να στερήσουν τους προσφεύγοντες την ιδιοκτησία τους, αλλά απλώς να τους αποτρέψουν από τη προσωρινή τους χρήση, εν αναμονή της έκβασης των ποινικών διαδικασιών και την ανάκτηση των ποσών που ζητεί η SDIF. Σημείωσε επίσης ότι η εγχώρια νομοθεσία επέτρεψε στα δικαστήρια να αποφασίσουν να διατηρήσουν τα εν λόγω μέτρα μέχρις ότου ανακτηθούν όλα τα ποσά τα οποία είχε ζητήσει η SDIF, λόγω της αβεβαιότητας ως προς το αποτέλεσμα των ποινικών διαδικασιών κατά των ατόμων που ευθύνονται για τις οικονομικές ζημίες. Το Δικαστήριο παρατήρησε επίσης ότι τα μέτρα αποσκοπούσαν στο δημόσιο συμφέρον και πιο συγκεκριμένα να εμποδίσουν τη χρήση περιουσιακών στοιχείων που ενδέχεται να έχουν αποκτηθεί με παράνομα έσοδα.

Αναλογικότητα της παρέμβασης

Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η επιβολή μέτρων κατάσχεσης θα μπορούσε να δικαιολογηθεί λόγω δημοσίου συμφέροντος που αποσκοπούσαν στην αποφυγή δόλιων δραστηριοτήτων, προκειμένου να εξασφαλιστεί η πληρωμή των χρεών. Ωστόσο, επισήμανε ότι, λόγω του περιοριστικού χαρακτήρα των μέτρων αυτών, δεν έπρεπε να υφίστανται όταν δεν ήταν πλέον απαραίτητα.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο επεσήμανε ότι το πρόβλημα της αναλογικότητας της κατάσχεσης είχε προκύψει όταν οι προσφεύγοντες είχαν επωφεληθεί από την απόφαση περί καταργήσεως της 21 Ιανουαρίου 2004. Σημείωσε επίσης ότι τα μέτρα κατάσχεσης παρέμειναν σε ισχύ τουλάχιστον σχεδόν 10 έτη στην περίπτωση κάθε προσφεύγοντος. Επιπλέον, κατά την αξιολόγηση της σοβαρότητας του βάρους που υπέστησαν οι προσφεύγοντες, το Δικαστήριο εξέτασε επίσης τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

– Η περίοδος ισχύος των περιορισμών: σχεδόν 10 έτη για έναν προσφεύγοντα και άνω των 12 και 15 ετών στην περίπτωση των άλλων προσφευγόντων.

– Η έκταση των εν λόγω περιορισμών: η κ. και ο κ. Uzan είχε στερηθεί της ευκαιρίας να αγοράσουν ένα ευρύ φάσμα αγαθών. Οι λοιποί προσφεύγοντες στερήθηκαν, μεταξύ άλλων, την απόλαυση των μισθών τους, των ιδιωτικών οχημάτων τους και των αποταμιεύσεών τους.

– Η αυτοματοποιημένη, συστηματική και άκαμπτη φύση των αμφισβητούμενων περιορισμών, οι οποίοι δεν υπόκεινται  σε τακτική ατομική επανεξέταση, παρόλο που οι προσφεύγοντες δεν είχαν ποτέ καταδικαστεί στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας και τα εθνικά δικαστήρια είχαν διαπιστώσει ότι τα εν λόγω άτομα δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν υπεύθυνοι για την υλική ζημία που υπέστη η SDIF.

– Η έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων ότι οι προσφεύγοντες ενδέχεται να έχουν εμπλακεί σε οποιαδήποτε δόλια δραστηριότητα: όλοι είχαν επωφεληθεί από μια απόφαση που έθεσε την υπόθεση στο αρχείο το 2004 και δεν είχαν συμμετάσχει στην κύρια ποινική διαδικασία. Επιπλέον, η κα Talu και η Doğru απαλλάχθηκαν το 2008.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε επίσης ότι η χορήγηση από το Ποινικό Δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης σε ορισμένους από τους προσφεύγοντες «καθεστώτος διαφορετικού από εκείνη των διαδίκων» τους είχε εμποδίσει και τους απέτρεπε ακόμα, από τη συμμετοχή τους στις κύριες ποινικές διαδικασίες, έστω και αν η τύχη τους εξαρτάτο από τη διαδικασία αυτή. Ούτε οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων, ούτε οι παρατηρήσεις της κυβέρνησης εξήγησαν γιατί το καθεστώς αυτό είχε παραχωρηθεί στους προσφεύγοντες.

Τέλος, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η σημασία των διαδικαστικών υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου δεν πρέπει να παραβλεφθεί. Για παράδειγμα, οι δικαστικές διαδικασίες σχετικά με το δικαίωμα σεβασμού της ιδιοκτησίας θα πρέπει να παρέχουν στο συγκεκριμένο άτομο την ευκαιρία να υπερασπιστεί τη θέση του και να εξηγήσει την υπόθεση του ενώπιον των αρμόδιων αρχών προκειμένου να αμφισβητήσει αποτελεσματικά τα μέτρα που παραβιάζουν τα δικαιώματα που διασφαλίζονται βάσει της διάταξης αυτής.

Συνεπώς, η παρέμβαση στα δικαιώματα που προβλέπονται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου πρωτοκόλλου δεν μπορεί να δικαιολογηθεί εν απουσία μιας ακροαματικής διαδικασίας σύμφωνα με την αρχή της ισότητας των όπλων, η οποία θα διευκόλυνε τη συζήτηση των γεγονότων σχετικά με την έκβαση της διαδικασίας. Συνεπώς, η επιβολή και η αυτόματη διατήρηση των μέτρων κατάσχεσης που αφορούν την περιουσία των προσφευγόντων σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία για το μόνο λόγο ότι ορισμένοι από αυτούς είχαν οικογενειακούς δεσμούς με τους διαχειριστές τραπεζών και οι άλλοι, κάποια στιγμή, κατείχαν θέση στην τράπεζα – παρά τις αποφάσεις παύσης ποινικής δίωξης και την απαλλαγή για όλες τις κατηγορίες – ήταν ασυμβίβαστες με τις αρχές αυτές, διότι εμπόδισαν τον δικαστή να εκτιμήσει ποια μέσα ταιριάζουν καλύτερα στις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης και επίσης, ευρύτερα, εμπόδισαν την εξισορρόπηση του θεμελιώδους νόμιμου σκοπού έναντι των δικαιωμάτων που επηρεάζονταν από την εν λόγω κύρωση. Εξάλλου, οι προσφεύγοντες -που δεν υπήρξαν κατηγορούμενοι στην κύρια ποινική διαδικασία- δεν είχαν επωφεληθεί από καμία από αυτές τις διαδικαστικές εγγυήσεις.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι τουρκικές αρχές δεν κατάφεραν να επιτύχουν «δίκαιη ισορροπία» μεταξύ επιταγών του δημοσίου συμφέροντος και των απαιτήσεων της προστασίας του δικαιώματος των προσφευγόντων να γίνει σεβαστή η ιδιοκτησία τους. Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου πρωτοκόλλου της Σύμβασης.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι το ζήτημα της δίκαιης ικανοποίησης δεν ήταν έτοιμο προς απόφασης και επιφυλάχθηκε για περαιτέρω εξέταση. Το Δικαστήριο κάλεσε την κυβέρνηση και τους προσφεύγοντες να του διαβιβάσουν τις παρατηρήσεις τους επί του ζητήματος αυτού εντός έξι μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης.

Μειοψηφούσα γνώμη

Ο δικαστής Lemmens εξέφρασε μια εν μέρει αντίθετη άποψη, η οποία επισυνάπτεται στην απόφαση(επιμέλεια echrcaselaw.com). 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες