Η δήμευση ολόκληρου του μη δηλωθέντος ποσού επιβάτη που παρέλειψε να το δηλώσει παραβίασε το δικαίωμα στην περιουσία

ΑΠΟΦΑΣΗ

Sadocha κατά Ουκρανίας της 11.07.2019 (αριθ. προσφ. 77508/11)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δήμευση ολόκληρου του ποσού συναλλάγματος, που προέρχονταν από νόμιμη αιτία, του ταξιδιώτη προσφεύγοντα από το εγχώριο τελωνείο ως ποινή μη δηλώσεώς του.

Ο προσφεύγων, Τσέχος υπήκοος, ταξίδευε από την Ουκρανία στην Πολωνία και στον έλεγχο αποσκευών ανευρέθηκε και κατασχέθηκε συνάλλαγμα ύψους 31.000  ευρώ το οποίο δεν είχε δηλώσει. Τα εγχώρια Δικαστήρια δεν έλαβαν υπόψιν την νόμιμη αιτία κτήσεως των χρημάτων που προέρχονταν από σύναψη τραπεζικού δανείου και την έλλειψη πρόθεσης για την τέλεση του αδικήματος.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι  υπάρχει παραβίαση του άρθρου  1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου  γιατί η δήμευση ολόκληρου του ποσού ήταν δυσανάλογη και υπερβολική επιβάρυνση για τον προσφεύγοντα και συνεπώς δεν επιτεύχθηκε δίκαιη ισορροπία καθόσον  η κυβέρνηση που επέβαλε το μέτρο όφειλε να τηρήσει την αρχή της αναλογικότητας αξιόποινης πράξης – ποινής και να συνυπολογίσει τα ελαφρυντικά  σχετικά με την νόμιμη προέλευση των χρημάτων, την έλλειψη πρόθεσης και την απουσία καταγραφής άλλων τελωνειακών παραβάσεων.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, Vasil Sadocha, είναι Τσέχος υπήκοος που γεννήθηκε το 1972 και ζει στο Olomouc (Τσεχική Δημοκρατία).

Τον Ιούλιο του 2011 ο κ. Sadocha ταξίδευε από την Ουκρανία στην Πολωνία και μετέφερε 41.000 ευρώ. Οι χειραποσκευές του πέρασαν από έλεγχο και ρωτήθηκε αν είχε μετρητά, όποτε και έδειξε μόνο τα 10.000 ευρώ στον τελωνειακό υπάλληλο. Κατηγορήθηκε για παραβίαση του τελωνειακού κώδικα για την παράλειψη να δηλώσει το πλήρες ποσό των μετρητών και κατασχέθηκαν επιτόπου τα 31.000 ευρώ.

To δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση τον Αύγουστο του ίδιου έτους. Ο δικηγόρος του προσφεύγοντος δέχθηκε ότι δεν είχε δηλώσει τα χρήματα, όμως, δεν ήξερε ότι έπρεπε να το δηλώσει. Κατέθεσε επίσης ότι τα 31.000 ευρώ προέρχονταν από ιδιωτικό δάνειο και παρουσίασε μάλιστα και τη σύμβαση δανείου. Το δικαστήριο εντούτοις, εξέδωσε απόφαση δήμευσης, κρίνοντας ότι η προέλευση των χρημάτων δεν είχε καμία σχέση με το εύρος της αξιοπιστίας του προσφεύγοντος.

Στην έφεση που άσκησε, ο δικηγόρος του προσφεύγοντος υποστήριξε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε επιβάλει αθέμιτη και αδικαιολόγητη δυσανάλογη τιμωρία και δεν εξέτασε σωστά τους λόγους για την επιβολή μίας λιγότερο αυστηρής  τιμωρίας,  όπως η νόμιμη προέλευση των χρημάτων και η έλλειψη πρόθεσης να διαπραχθεί  αδίκημα. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου

Το Δικαστήριο έκρινε αρχικά ότι η κατάσχεση των χρημάτων είχε βασιστεί στη νομοθεσία, και συγκεκριμένα στον τελωνειακό κώδικα και σε έναν κανονισμό της Κεντρικής Τράπεζας για τη δήλωση ποσών άνω των 10.000 ευρώ. Τα κράτη είχαν επίσης έννομο συμφέρον για την εφαρμογή μέτρων για τον έλεγχο των διασυνοριακών ροών μετρητών προκειμένου να καταπολεμήσουν την νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τη διακίνηση ναρκωτικών, τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και άλλων εγκλημάτων.

Το ερώτημα στην περίπτωση του προσφεύγοντος ήταν αν οι αρχές είχαν επιτύχει την απαιτούμενη δίκαιη ισορροπία μεταξύ της προστασίας των δικαιωμάτων της περιουσίας και του γενικού συμφέροντος, λαμβάνοντας υπόψη τη διακριτική ευχέρεια του κράτους («περιθώριο εκτίμησης») στον τομέα αυτό. Ειδικότερα, ο ιδιοκτήτης της περιουσίας δεν μπορούσε να φέρει «ένα ατομικό και υπερβολικό βάρος».

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι δεν ήταν παράνομο στην Ουκρανία να εξάγει  κάποιος μετρητά από τη χώρα. Την εποχή των γεγονότων, δεν υπήρχε περιορισμός των ποσών που θα μπορούσαν να μεταφερθούν νόμιμα ή να μεταφερθούν αυτοπροσώπως  πέραν των τελωνειακών συνόρων, με την προϋπόθεση να δηλωθούν.

Ο προσφεύγων είχε δηλώσει ότι είχε λάβει τα μετρητά μέσω ιδιωτικού δανείου, αλλά τα δικαστήρια δεν είχαν εξετάσει αν τα χρήματα είχαν ληφθεί νόμιμα. Η ίδια η κυβέρνηση δεν είχε προβάλει αμφιβολίες ως προς την εγκυρότητα της σύμβασης δανείου και επομένως το Δικαστήριο δεν ήταν σε θέση να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νόμιμη προέλευση των κατασχεθέντων μετρητών.

Ούτε υπήρξε καμία ένδειξη ότι σκόπιμα προσπάθησε να παρακάμψει τους τελωνειακούς κανονισμούς. Πράγματι, οι αρχές δεν είχαν ξεκινήσει ποινική διαδικασία, γεγονός το οποίο απέδειξε ότι δεν είδαν από την πλευρά του την πρόθεση να εξαπατήσει. Η μόνη παράνομη συμπεριφορά που του αποδόθηκε, αν και όχι ποινική, ήταν η παράλειψή του να προβεί σε γραπτή δήλωση στις τελωνειακές αρχές σχετικά με τα μετρητά.

Η παρέμβαση στα δικαιώματα περιουσίας ήταν ανάλογη αν αντιστοιχούσε στη σοβαρότητα της παράβασης και η  ποινή στη  βαρύτητα του αδικήματος όπως καθορίστηκε  για να τιμωρήσει. Για τον προσφεύγοντα, το ποσό ήταν σημαντικό, ενώ για το κράτος αυτό δεν ήταν. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι η κατάσχεση δεν προοριζόταν ως χρηματική αποζημίωση για ζημίες, αλλά ήταν αποτρεπτική και κυρωτική ως προς το σκοπό της.

Το Δικαστήριο δεν ήταν πεπεισμένο από το επιχείρημα της κυβέρνησης ότι η εκτίμηση της αναλογικότητας είχε ενσωματωθεί στις εγχώριες αποφάσεις, όπως λόγοι σχετικά με τη νόμιμη προέλευση των χρημάτων, την έλλειψη πρόθεσης ή την απουσία καταγραφής άλλων τελωνειακών παραβάσεων. Συνολικά, το διατακτικό των αποφάσεων των δικαστηρίων ήταν πολύ στενό για να ικανοποιήσει την απαίτηση να επιδιωχθεί «δίκαιη ισορροπία».

Τα δικαστήρια είχαν επίσης τη δυνατότητα να επιβάλλουν πρόστιμο στον προσφεύγοντα και η κυβέρνηση δεν είχε δείξει  γιατί ένα τέτοιο μέτρο δεν θα μπορούσε να επιτύχει το επιθυμητό αποτρεπτικό και κυρωτικό αποτέλεσμα.

Για το Δικαστήριο, η δήμευση ολόκληρου του αδήλωτου ποσού είχε επιβάλει σε ένα άτομο  και πιο συγκεκριμένα στον προσφεύγοντα υπερβολική επιβάρυνση και ήταν δυσανάλογη προς το αδίκημα που διαπράχθηκε. Επομένως υπήρξε παραβίαση του άρθρου 1 Πρώτου Πρόσθετου του Πρωτοκόλλου.

Άλλα άρθρα

Λαμβάνοντας υπόψη τη διαπίστωσή του βάσει του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου πρωτοκόλλου, το Δικαστήριο δεν έκρινε αναγκαίο να αποφανθεί χωριστά επί του παραδεκτού και του βάσιμου του ισχυρισμού περί παραβάσεως του άρθρου 6.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι οι λόγοι για να διαπιστωθεί παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ήταν ο δυσανάλογος χαρακτήρας της ποινής που επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα, πράγμα που δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να φέρει καμία ευθύνη για την παραβίαση του εγχώριου νόμου που είχε διαπράξει. Σημείωσε, ωστόσο, ότι το καθήκον του Δικαστηρίου δεν ήταν να προβεί σε εικασίες σχετικά με το ύψος του προστίμου που θα όφειλε να επιβληθεί αντί της δήμευσης ολόκληρου του αδήλωτου χρηματικού ποσού, το οποίο ήταν κατά παράβαση της Σύμβασης και να υποκαταστήσει τις εθνικές αρχές επί του θέματος αυτού.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι το ζήτημα των χρηματικών αποζημιώσεων δεν ήταν ακόμη έτοιμο προς εξέταση  και έδωσε τη δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν γραπτές παρατηρήσεις και να το ενημερώσουν για οποιαδήποτε συμφωνία. Θεώρησε ότι η διαπίστωση  παραβίασης ήταν από μόνη της επαρκής δίκαιη ικανοποίηση όσον αφορά την ηθική βλάβη (επιμέλεια echrcaselaw.com).

 

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες