Ο γονέας δεν μπορεί να έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει μέτρα που θα μπορούν να βλάψουν το παιδί του. Αφαίρεση γονικής μέριμνας από σχιζοφρενή μητέρα.

ΑΠΟΦΑΣΗ

S.S. κατά Σλοβενίας της 30.10.2018 (αρ. προσφ. 40938/16)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Γονική μέριμνα τέκνου και σχιζοφρένεια. Αφαίρεση γονικής μέριμνας από μητέρα που πάσχει από σχιζοφρένεια και στη συνέχεια υιοθεσία του παιδιού. Σύμφωνα με τα εθνικά δικαστήρια, παρά την αντιμετώπιση των ψυχολογικών προβλημάτων της, δεν υπήρχε ρεαλιστική πιθανότητα η προσφεύγουσα να φροντίσει επιμελώς την κόρη της. Προσφυγή μητέρας στο Στρασβούργο παραπονούμενη ότι το μέτρο αυτό ήταν ακραίο, καθώς οδηγούσε στην πλήρη αποκοπή των σχέσεων μητέρας και κόρης και συνιστούσε διάκριση λόγω ψυχικής ασθένειας. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση συνέτρεχαν εξαιρετικές περιστάσεις και η λήψη του μέτρου δικαιολογούταν από επιτακτική ανάγκη που αφορούσε το συμφέρον του παιδιού. Έκρινε ότι  ο γονέας δεν μπορεί να έχει, δυνάμει του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, τη δυνατότητα να λαμβάνει μέτρα που θα μπορούσαν να βλάψουν την υγεία και την ανάπτυξη του παιδιού.

Μη παραβίαση του δικαιώματος ιδιωτικής ζωής και μη παραβίαση της απαγόρευσης διακρίσεων.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 8

Άρθρο 14

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα, η S.S., είναι υπήκοος της Σλοβενίας, η οποία γεννήθηκε το 1979. Υποφέρει από παρανοϊκή σχιζοφρένεια. Η υπόθεση αφορά την αναστολή των γονικών δικαιωμάτων της και την υιοθεσία του τέταρτου τέκνου της.

Όλα εκτός από ένα από τα τέσσερα παιδιά της βρίσκονται είτε σε ανάδοχες οικογένειες είτε έχουν υιοθετηθεί. Το τρίτο παιδί ζει με τον πατέρα του στη Γαλλία.

Η προσφεύγουσα γέννησε το τέταρτο παιδί της Ε., το 2010 στη Σλοβενία. Γνωρίζοντας το ιστορικό της, οι κοινωνικοί λειτουργοί την επισκέφθηκαν στο νοσοκομείο αμέσως μετά τη γέννηση. Ένα μήνα μετά τη γέννηση η προσφεύγουσα μητέρα άφησε το μωρό Ε. στην γιαγιά και πήγε στη Γαλλία. Ούτε η γιαγιά ούτε ο πατέρας ήταν πρόθυμοι να φροντίσουν το μωρό και οι αρχές θεώρησαν ότι το είχε εγκαταλείψει. Τοποθετήθηκε σε αναδοχή οικογένεια και τελικά υιοθετήθηκε το 2016.

Η υιοθεσία εγκρίθηκε μετά από δικαστική διαδικασία, η οποία κινήθηκε από τις αρχές κοινωνικής πρόνοιας, διαπιστώνοντας ότι ήταν προς το συμφέρον της Ε. να ανασταλούν και να ανακληθούν τα γονικά δικαιώματα  της προσφεύγουσας. Η υπόθεση εξετάστηκε σε τρία δικαιοδοτικά επίπεδα, με την προσφεύγουσα να συμμετέχει πλήρως και να έχει νομική συνδρομή. Τα δικαστήρια στήριξαν την απόφασή τους ειδικότερα στην έκθεση ψυχολόγου, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι, παρά την αντιμετώπιση των ψυχολογικών προβλημάτων της, δεν υπήρχε ρεαλιστική πιθανότητα η προσφεύγουσα να φροντίσει την κόρη της. Η κατανόηση των αναγκών του παιδιού ήταν περιορισμένη και δεν υπήρχε συναισθηματικός δεσμός μεταξύ μητέρας και παιδιού.

Ενώ οι εν λόγω διαδικασίες βρίσκονταν σε εξέλιξη, οι αρχές κοινωνικής πρόνοιας διοργάνωσαν συνεδριάσεις μεταξύ της μητέρας και του παιδιού. Εντούτοις τα δικαστήρια απέρριψαν τελικά το αίτημα της προσφεύγουσας για επικοινωνία με την Ε. το 2017, θεωρώντας ότι η επικοινωνία θα ήταν τραυματική για το παιδί, δεδομένης της αρνητικής στάσης της προσφεύγουσας προς τους υιοθετούντες γονείς. Η απόφαση αυτή βασίστηκε σε πραγματογνωμοσύνη που διεξήχθη από ειδικό πραγματογνώμονα που διορίστηκε από το δικαστήριο και ένα κοινωνικό λειτουργό που είχε εποπτεύσει τις συναντήσεις αρκετές φορές.

Βασιζόμενη στο άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής), η προσφεύγουσα διαμαρτύρεται ότι η αφαίρεση των γονικών της δικαιωμάτων ήταν ακραίο μέτρο, διότι είχε ως αποτέλεσμα οι σχέσεις της με την κόρη της να είναι εντελώς αποκομμένες. Επικαλούμενη επίσης το άρθρο 14 (απαγόρευση των διακρίσεων) σε συνδυασμό με το άρθρο 8, διαμαρτύρεται για διάκριση λόγω ψυχικής νόσου, υποστηρίζοντας ότι δεν παραμέλησε οικειοθελώς το παιδί της.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 8

 α) Σχετικά με τη διατήρηση δεσμών με την Ε.

Το ΕΔΔΑ επισημαίνει ότι τα εθνικά δικαστήρια απέρριψαν την αίτησή επικοινωνίας της προσφεύγουσας, αφού έλαβαν υπόψη, μεταξύ άλλων, μια έκθεση πραγματογνώμονα διορισμένου από το δικαστήριο που είχε εξετάσει την προσφεύγουσα και την Ε. και είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι λόγω των ψυχολογικών προβλημάτων της προσφεύγουσας, όπως η συναισθηματική αδιαφορία, και η αρνητική της στάση απέναντι στους θετούς γονείς, η επικοινωνία τους θα ήταν τραυματική και επιβλαβής για την E. Η προσφεύγουσα δεν προέβαλε επιχειρήματα για να θέσει υπό αμφισβήτηση την ακρίβεια της διαπίστωσης αυτής. Συναφώς, το Δικαστήριο παραπέμπει στην αρχή, σύμφωνα με την οποία ο γονέας δεν μπορεί να έχει, δυνάμει του άρθρου 8, τη δυνατότητα να λαμβάνει μέτρα τα οποία θα μπορούσαν να βλάψουν την υγεία και την ανάπτυξη του παιδιού.

β) Σχετικά με την αφαίρεση των γονικών δικαιωμάτων της μητέρας και την εν συνεχεια υιοθεσία της Ε.

Η Ε. ζούσε με την προσφεύγουσα μόνο τις τρεις πρώτες εβδομάδες της ζωής της και δεν ανέπτυξε συναισθηματικούς δεσμούς μαζί της κατά τη διάρκεια της επαφής αυτής. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ο επίμαχο μέτρο, δηλαδή η αφαίρεση της γονικής μέριμνας από την προσφεύγουσα, δεν ήταν τέτοιας φύσεως, ώστε να την αποτρέψει από το να συνεχίσει να έχει μια προσωπική σχέση με την Ε. ή να αποκόψει την Ε. από τις ρίζες της. Ειδικότερα, τα εθνικά δικαστήρια αναγνώρισαν ότι, παρά την υιοθεσία, η προσφεύγουσα μπορούσε, κατ’ αρχήν, να διατηρεί επαφές με την Ε. υπό την προϋπόθεση ότι συνδέονταν προσωπικά και ότι η επαφή θα ήταν προς το συμφέρον της ανήλικης.

Το ΕΔΔΑ επισημαίνει ότι το εθνικό Περιφερειακό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επικοινωνία της Ε. με την προσφεύγουσα θα ήταν επιβλαβής για την ανήλικη, αφού έλαβε γνώση έκθεσης πραγματογνώμονα που διόρισε το δικαστήριο και λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις του κοινωνικού λειτουργού που είχε επιβλέψει τις συναντήσεις τους. Το Περιφερειακό Δικαστήριο κατέληξε, ακόμη, ότι δεν υπήρχε προσωπική σχέση μεταξύ της Ε. και της προσφεύγουσας και ότι η επαφή αυτή δεν θα ήταν προς το συμφέρον της E.

Με βάση τα ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι στην προκειμένη περίπτωση συνέτρεχαν εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την αφαίρεση της γονικής μέριμνας από την προσφεύγουσα και ότι το μέτρο αυτό δικαιολογούνταν από επιτακτική ανάγκη που αφορούσε τα συμφέροντα της Ε.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8(επιμέλεια echrcaselaw.com). 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες