Η άρνηση των συνοριοφυλάκων της Λιθουανίας να επιτρέψουν στους προσφεύγοντες να υποβάλλουν αιτήσεις ασύλου, παραβίασε τη Σύμβαση.

ΑΠΟΦΑΣΗ

M.A. και Λοιποί κατά Λιθουανίας της 11.12.2018 (αριθ. προσφ. 59793/17)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Επταμελής οικογένεια Ρώσων προερχόμενη από την Τσετσενία, επιθυμεί τη χορήγηση ασύλου από την Λιθουανία στα σύνορα της με τη Λευκορωσία. Επανειλημμένη η άρνηση των λιθουανικών αρχών να τους επιτρέψουν να υποβάλουν αιτήσεις ασύλου και να τις διαβιβάσουν στις αρμόδιες αρχές προς εξέταση της ύπαρξης κινδύνου βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, αν επέστρεφαν στη Λευκορωσία και από εκεί στην Τσετσενία. Παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.

Επίσης, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, παρότι οι προσφεύγοντες δεν άσκησαν έφεση κατά των αποφάσεων άρνησης της εισόδου τους στη Λιθουανία, η άσκηση τέτοιας έφεσης δεν θα μπορούσε να αναστείλει αυτομάτως την επιστροφή τους στη Λευκορωσία και επομένως δεν αποτελούσε αποτελεσματικό ένδικο μέσο. Παραβίαση άρθρου 13 της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 3

Άρθρο 13

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι δύο πρώτοι προσφεύγοντες, οι κ. M.A. και κα. M.A., είναι Ρώσοι υπήκοοι οι οποίοι γεννήθηκαν το 1988 και 1994, αντίστοιχα. Οι υπόλοιποι προσφεύγοντες, επίσης Ρώσοι υπήκοοι, είναι τα πέντε παιδιά τους, όλα γεννημένα μεταξύ του 2010 και του 2016. Και οι επτά προσφεύγοντες ζουν σήμερα στην Πολωνία.

Η υπόθεση αφορά τις τρεις ανεπιτυχείς προσπάθειες της οικογένειας να καταθέσει αιτήσεις ασύλου στα Λιθουανικά σύνορα.

Σε τρεις περιπτώσεις τον Απρίλιο και τον Μάιο του 2017, οι προσφεύγοντες επιχείρησαν να εισέλθουν στη Λιθουανία από τρία διαφορετικά σημεία διέλευσης των συνόρων. Σύμφωνα με τους προσφεύγοντες, σε κάθε μία από αυτές τις περιστάσεις εξήγησαν στους συνοριοφύλακες της Λιθουανίας ότι ζητούσαν άσυλο ως αποτέλεσμα βασανιστηρίων και δίωξης που υπέστη ο κ. M.A. στην Τσετσενία. Σε κάθε περίπτωση τους απαγορεύθηκε η είσοδος χωρίς να κινηθεί η διαδικασία ασύλου και επέστρεψαν στη Λευκορωσία. Καμία από τις αποφάσεις ή εκθέσεις που εκδόθηκαν από τους συνοριοφύλακες αναφέρονται στην επιθυμία των προσφευγόντων να ζητήσουν άσυλο. Οι προσφεύγοντες δεν άσκησαν έφεση κατά των αποφάσεων των συνοριακών αρχών.

Στηριζόμενοι στο άρθρο 3 της Σύμβασης, οι προσφεύγοντες διαμαρτύρονται ότι οι λιθουανικές αρχές παραβίασαν το δικαίωμά τους να μην υποστούν βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση. Ειδικά, υποστηρίζουν ότι, αρνούμενοι την πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου, οι συνοριακές αρχές τους εκδίωξαν σε μία χώρα από την οποία ήταν πιθανό να επαναπατριστούν στην Τσετσενία, όπου ήταν πιθανό να υποστούν μεταχείριση απαγορευμένη βάσει του άρθρου 3.

Στηριζόμενοι στο άρθρο 13 της Σύμβασης, οι προσφεύγοντες παραπονούνται επίσης ότι δεν είχαν πρόσβαση σε αποτελεσματική προσφυγή κατά των αποφάσεων για την άρνηση της πρόσβασής τους στη διαδικασία ασύλου, διότι η έφεση κατά της απόφασης άρνησης εισόδου δεν είχε αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 3

Η κυβέρνηση της Λιθουανίας αμφισβήτησε την εκδοχή των πραγματικών περιστατικών των προσφευγόντων και υποστήριξε ότι σε καμία χρονική περίοδο δεν είχαν εκφράσει την επιθυμία να ζητήσουν άσυλο. Ωστόσο, το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα αυτό. Πρώτον σημείωσε ότι σε κάθε μια από τις τρεις περιπτώσεις στις οποίες οι προσφεύγοντες είχαν προσπαθήσει να εισέλθουν στη Λιθουανία, δεν είχαν καταβάλει καμία προσπάθεια να αποκρύψουν το γεγονός ότι δεν είχαν νόμιμα έγγραφα που να τους επιτρέπει τη είσοδο στην χώρα. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου  η συμπεριφορά των προσφευγόντων ήταν σύμφωνη με τον ισχυρισμό τους ότι ο σκοπός της παρουσίας τους στα σύνορα της Λιθουανίας ήταν να ζητήσουν άσυλο.

Επιπλέον, όταν είχαν αρχικά επιδιώξει να εισέλθουν στη χώρα, ο κ. Μ.Α. και η κα Μ.Α. είχαν γράψει τη λέξη «azu»” σε όλα τα επτά έντυπα απόφασης που τους δόθηκαν να υπογράψουν. Αυτή τη λέξη, το Δικαστήριο δέχθηκε, συχνά χρησιμοποιούνταν από Τσετσένους αιτούντες άσυλο για να εννοήσουν «άσυλο». Το Δικαστήριο σημείωσε ότι ούτε το λιθουανικό ή το διεθνές δίκαιο απαιτούσαν την υποβολή αιτήσεων ασύλου με συγκεκριμένη μορφή. Επίσης τόνισε τη σημασία της εξασφάλισης κατάλληλης ερμηνείας για τους αιτούντες άσυλο στα σύνορα.

Επιπλέον, κατά την τρίτη προσπάθεια εισόδου τους στη χώρα, οι προσφεύγοντες είχαν υποβάλλει ρωσική αίτηση ασύλου. Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν είχε κανένα λόγο να αμφιβάλει για την αυθεντικότητα του εν λόγω ισχυρισμού, το οποίο τεκμηριώθηκε από τα φωτογραφικά στοιχεία που δείχνουν την αίτηση δίπλα στα εισιτήρια τρένων των προσφευγόντων για το Βίλνιους.

Έχοντας δεχθεί ως αξιόπιστους τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων σχετικά με δύο από τις προσπάθειές τους να ζητήσουν άσυλο στα σύνορα της Λιθουανίας, το Δικαστήριο δέχθηκε επίσης τον ισχυρισμό τους ότι είχαν ζητήσει άσυλο προφορικά σε άλλη προσπάθεια διάσχισης των συνόρων, παρά την έλλειψη άμεσων αποδεικτικών στοιχείων που τον υποστηρίζουν.

Το Δικαστήριο, επαναλαμβάνοντας την αρχή της επικουρικότητας, επιβεβαίωσε ότι δεν ήταν καθήκον του να εξετάσει το βάσιμο των αιτήσεων ασύλου ή διεθνούς προστασίας. Αντ’ αυτού, το ζήτημα του κατά πόσον οι λιθουανικές συνοριακές αρχές είχαν παραβιάσει τις αρχές τα δικαιώματα των προσφευγόντων σύμφωνα με το άρθρο 3 έπρεπε να απαντηθούν ανάλογα με το εάν είχαν χρησιμοποιήσει τις κατάλληλες διαδικασίες για την εξέταση του κινδύνου βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, αν οι προσφεύγοντες επέστρεφαν στη Λευκορωσία και, στη συνέχεια, στην Τσετσενία.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι διαδικασίες αυτές δεν τηρήθηκαν. Παρά το γεγονός ότι η λιθουανική νομοθεσία υποχρέωσε τους συνοριοφύλακες να αποδεχθούν όλες τις αιτήσεις ασύλου που υποβλήθηκαν στα σύνορα και να τις διαβιβάσουν στην αρμόδια αρχή για εξέταση επί της ουσίας, οι συνοριοφύλακες παρέλειψαν να ενεργήσουν αναλόγως. Επίσης, δεν υπήρχαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι προσπάθησαν να διευκρινίσουν τους λόγους της παρουσίας των προσφευγόντων στα σύνορα χωρίς έγκυρα ταξιδιωτικά έγγραφα. Τέλος, δεν φαινόταν ότι οι συνοριοφύλακες είχαν προβεί σε οποιαδήποτε αξιολόγηση του κινδύνου που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει η οικογένεια όταν επέστρεφε στη Λευκορωσία, μια χώρα που δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση και η οποία ήταν γνωστή ως μη ασφαλής ως τρίτη χώρα για  Τσετσένους αιτούντες άσυλο.

Με πλειοψηφία τεσσάρων έναντι τριών ψηφών, το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση των δικαιωμάτων των προσφευγόντων σύμφωνα με το άρθρο 3.

Άρθρο 13

Το Δικαστήριο διαπίστωσε επίσης, με πλειοψηφία τεσσάρων έναντι τριών, ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν πρόσβαση σε αποτελεσματικό ένδικο μέσο και ότι τα δικαιώματά τους δυνάμει της διάταξης αυτής έχουν παραβιαστεί.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, παρά το γεγονός ότι οι προσφεύγοντες δεν άσκησαν έφεση εναντίον των αποφάσεων που τους αρνούνται την είσοδο στη Λιθουανία. Διευκρίνισε ότι, είτε ήταν επιτυχής είτε όχι, η έφεση δεν θα είχε αυτόματα ανασταλτικό αποτέλεσμα, πράγμα που σημαίνει ότι δεν θα εμπόδιζε την επιστροφή τους στη Λευκορωσία εν αναμονή του αποτελέσματος της έφεσης τους. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, μια τέτοια έφεση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποτελεσματικό ένδικο μέσο.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε, με πλειοψηφία τεσσάρων έναντι τριών, ότι η Λιθουανία έπρεπε να καταβάλει στις προσφεύγοντες συλλογικά 22.000 ευρώ για ηθική βλάβη(επιμέλεια echrcaselaw.com). 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες