Οι υποθέσεις που αφορούν σχέσεις γονέα με παιδί, πρέπει να αντιμετωπίζονται γρήγορα και με εξαιρετική επιμέλεια. Η δεκαετής διάρκεια δικαστικών διαδικασιών για τη γονική μέριμνα δύο ανήλικων παιδιών παραβίασε το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή.

ΑΠΟΦΑΣΗ

R.V. κ.α. κατά Ιταλίας της 18.07.2019 (αριθ. 37748/13)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Πολύχρονη και πολύπλοκη δικαστική διαμάχη για επιμέλεια ανήλικων παιδιών. Παραβίαση οικογενειακής ζωής.

Η πρώτη προσφεύγουσα κατόπιν καταγγελίας από συγγενικό της πρόσωπο, κρίθηκε ακατάλληλη για την ανατροφή των δύο παιδιών της ηλικίας μόλις 1 και 3 ετών αντίστοιχα. Οι διαδικασίες για την ανάληψη της επιμέλειας των παιδιών κατέστησαν πολύχρονες και πολύπλοκες. Εφαρμόστηκαν διάφορες λύσεις, τοποθέτηση μητέρας –παιδιών σε εποπτευόμενη κοινωνική δομή, ανάθεση επιμέλειας στην γιαγιά, ανάθεση σε ανάδοχη οικογένεια με παράλληλη στέρηση του δικαιώματος επικοινωνίας με τους γονείς. Σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα το κράτος παρέλειψε να επικαιροποιήσει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υπάρχει παραβίαση της οικογενειακής ζωής γιατί σε υποθέσεις που αφορούν τη σχέση γονέα με το παιδί του, το κράτος έχει καθήκον να ενεργεί γρήγορα και να ασκεί εξαιρετική επιμέλεια, όμως από τα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η συμπεριφορά των αρχών δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τις απαιτήσεις της εξαιρετικής επιμέλειας που πρέπει να ασκούνται σε περιπτώσεις που αφορούν την ευημερία των παιδιών γιατί η διαδικασία τοποθέτησης των παιδιών διήρκησε 10 χρόνια, χρονική διάρκεια που είναι ασυμβίβαστη με τις απαιτήσεις του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 8

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες είναι η  R.V., διπλής υπηκοότητας  Γαλλίας και Ιταλίας, και οι δύο γιοι της, D. και T., Ιταλοί υπήκοοι, που γεννήθηκαν το 2002 και το 2004. Ζουν στην Ιταλία.

Η υπόθεση αφορούσε μέτρα περί γονικής  μέριμνας για τον D. και Τ., τα οποία είχαν διατηρηθεί σε ισχύ για περισσότερο από δέκα χρόνια.

Η R.V. παντρεύτηκε τον S.M. και απέκτησαν δύο γιους: τον D. και Τ. Το Σεπτέμβριο του 2005 ο S.M. και η μητέρα της R.V. επισκέφτηκαν  το κέντρο παροχής συμβουλών και υποστήριξης της οικογένειας της τοπικής υγειονομικής αρχής, εκφράζοντας την ανησυχία τους για την υγεία και την πρόσφατη συμπεριφορά της R.V. λέγοντας ότι δεν φρόντιζε αρκετά τα παιδιά της. Μετά από αίτημα στον Εισαγγελέα, τον Νοέμβριο του 2005, το Δικαστήριο ανηλίκων ανέθεσε προσωρινά τα παιδιά στην φροντίδα των τοπικών αρχών.

Η R.V. και ο S.M. τότε αποφάσισαν να χωρίσουν. Σε ακρόαση ενώπιον των δικαστηρίων, η R.V. ζήτησε τα παιδιά της να διαμένουν με αυτήν και δήλωσε ότι είναι διατεθειμένη να επιβλέπεται από τις κοινωνικές υπηρεσίες.

Κατόπιν αιτήματος του δικαστή, οι κοινωνικές υπηρεσίες αξιολόγησαν ποια θα ήταν η καταλληλότερη λύση για τη φροντίδα των παιδιών. Συνιστούσαν προσωρινή τοποθέτηση της R.V. και των παιδιών της σε μία εποπτευόμενη κοινωνική δομή  (comunità), όπου μετακόμισαν τον Δεκέμβριο του 2005.

Μετακόμισαν στο σπίτι της γιαγιάς του άντρα της το 2006. Ωστόσο, τον Απρίλιο του 2007, ένας ψυχολόγος από το δικαστήριο εξέδωσε μια έκθεση που διαπίστωσε ότι τα παιδιά βιώνουν ψυχολογική πίεση και ότι δεν υπήρχε κανείς στη στενή οικογένεια των παιδιών με επαρκείς πόρους για να μεταφερθούν εκεί. Ο πραγματογνώμονας  συνέστησε να τοποθετηθούν σε μια ανάδοχη οικογένεια χωρίς καθυστέρηση και όλες οι επαφές με τους γονείς να γίνονται με επιτήρηση. Τα εθνικά δικαστήρια εξέδωσαν αμέσως απόφαση, η οποία διατάσσει την αναστολή όλων των επαφών μεταξύ των γονέων και των παιδιών. Τον Αύγουστο του 2007 τα παιδιά τοποθετήθηκαν σε ανάδοχη οικογένεια. Τον Δεκέμβριο του 2011, το Δικαστήριο Ανηλίκων επιβεβαίωσε την τοποθέτηση των παιδιών στην οικογένεια αυτή, αναφερόμενη στα συμπεράσματα του πραγματογνώμονα  που διορίστηκε από το δικαστήριο το 2007.

Η R.V. αμφισβήτησε τα μέτρα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων το 2008 και το 2014. Στηριζόμενοι στο άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής), οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν ότι τα εν λόγω μέτρα και η εφαρμογή τους είχαν παραβιάσει τα δικαιώματά τους.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι η τοποθέτηση ενός παιδιού σε φροντίδα,  πρέπει κανονικά να θεωρείται ως προσωρινό μέτρο που πρέπει να διακόπτεται μόλις το επιτρέψουν οι περιστάσεις και οποιαδήποτε μέτρα εφαρμογής της προσωρινής φροντίδας θα πρέπει να συνάδουν με τον τελικό στόχο της επανένωσης της φυσικής γονέα και παιδιού.

Επιπλέον, το Δικαστήριο έκρινε προηγουμένως ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τα δικαστήρια στον τομέα της παιδικής μέριμνας μπορεί να καθίστανται μη αναστρέψιμες.

Το Δικαστήριο  επαναλαμβάνει ότι, ενώ το άρθρο 8 δεν περιέχει ρητές διαδικαστικές απαιτήσεις, η διαδικασία λήψης αποφάσεων που αφορά τα μέτρα παρέμβασης πρέπει να είναι δίκαιη και να διασφαλίζει τον σεβασμό των συμφερόντων που προστατεύονται από το άρθρο 8. Οι σχέσεις μεταξύ ενός γονέα και ενός παιδιού πρέπει να καθορίζονται αποκλειστικά υπό το πρίσμα όλων των συναφών ζητημάτων και όχι επιφανειακά. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο διευκρίνισε περαιτέρω ότι στις υποθέσεις που αφορούν τη σχέση ενός γονέα με το παιδί του, υπάρχει καθήκον να ενεργεί γρήγορα και να ασκεί εξαιρετική επιμέλεια, δεδομένου ότι ο χρόνος μπορεί να οδηγήσει σε de facto καθορισμού του θέματος.

Για τους σκοπούς της παρούσας ανάλυσης, το Δικαστήριο θεωρεί χρήσιμο να ανακεφαλαιωθούν τα επίμαχα μέτρα. Τα παιδιά τέθηκαν στη φροντίδα του Δήμου τον  Νοέμβριο του 2005, με σκοπό την εξασφάλιση της προσωρινής τοποθέτησής τους, για όσο χρόνο είναι απαραίτητο για την εκτίμηση της οικογενειακής κατάστασης. Από την ημερομηνία αυτή οι κοινωνικές υπηρεσίες δοκίμασαν διάφορες λύσεις προσωρινής τοποθέτησης, συμπεριλαμβανομένης της τοποθέτησης των παιδιών με τους παππούδες και της τοποθέτησης σε μια εποπτευόμενη κατοικία με τη μητέρα. Τον Μάιο του 2007, η αρχική απόφαση περί φροντίδας έγινε πιο αυστηρή, καθώς το δικαστήριο επιβεβαίωσε την ανάγκη να διαχωρίσουν τυπικά τα παιδιά από τους βιολογικούς γονείς και να τα τοποθετήσουν με μια ανάδοχη οικογένεια. Τα παιδιά τοποθετήθηκαν στην ανάδοχη οικογένεια τον Αύγουστο του 2007. Από την ημερομηνία αυτή, το μέτρο φροντίδας συνδυάστηκε με περιορισμούς στην επαφή μεταξύ των παιδιών και των βιολογικών γονέων τους. Σε ορισμένες χρονικές περιόδους, όλες οι επαφές με τους γονείς ανεστάλησαν και κατά τη διάρκεια άλλων περιόδων η επαφή περιοριζόταν σε συνεδρίες κάθε μήνα ή κάθε τρεις εβδομάδες.

Το Δικαστήριο με κανέναν τρόπο δεν επιθυμεί να υποτιμήσει την πολυπλοκότητα της κατάστασης που αντιμετωπίζουν οι εγχώριες αρχές και τις προκλήσεις που ενυπάρχουν στην εξισορρόπηση των αντιφατικών συμφερόντων που διακυβεύονται στην παρούσα υπόθεση. Εκτιμά επίσης την πολυπλοκότητα των επίμαχων διαδικασιών παιδικής μέριμνας, όπως τονίστηκε από την κυβέρνηση. Παρόλα αυτά, το Δικαστήριο θεωρεί ότι τρία χρόνια – κατά τη διάρκεια των οποίων τα μικρά παιδιά παρέμειναν με την εναλλακτική ανάδοχη οικογένεια –  για να καταλήξουν σε  μία δικαστική απόφαση που απορρίπτει αίτηση για επείγουσα περίπτωση στο πλαίσιο προσωρινών μέτρων,  δεν φαίνεται να είναι εύλογο χρονικό διάστημα.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, στο πλαίσιο της τελευταίας αυτής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου Ανηλίκων, ζητήθηκε η πραγματοποίηση άλλης πραγματογνωμοσύνης και υποβλήθηκε και πάλι μετά από σημαντική καθυστέρηση. Η έκθεση πραγματογνωμόνων κατατέθηκε στις 23 Ιανουαρίου 2010, περίπου έντεκα μήνες μετά την ημερομηνία κατά την οποία είχε διαταχθεί επισήμως από το Δικαστήριο, παρά το γεγονός ότι το δικαστήριο είχε δώσει στον πραγματογνώμονα προθεσμία ενενήντα ημερών για την υποβολή της έκθεσης. Το ΕΔΔΑ επισημαίνει ότι η αξιολόγηση πραγματοποιήθηκε από τον ίδιο ανεξάρτητο πραγματογνώμονα ο οποίος είχε ασχοληθεί προηγουμένως με την υπόθεση. Ζητήθηκε να υποβάλει μια νέα γνώμη σε ένα θέμα που ήταν αναμφισβήτητα πολύπλοκο, αλλά σίγουρα όχι καινούργιο. Επομένως, η καθυστέρηση πρέπει να θεωρηθεί ιδιαίτερα μεγάλη.

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι στις 5 Αυγούστου 2014 η πρώτη προσφεύγουσα υπέβαλε άλλη αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου Ανηλίκων, ζητώντας και πάλι την ανάκληση της απόφασης περί επιμελείας. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έδωσαν τα μέρη, κατά το χρόνο που δόθηκε ειδοποίηση στην κυβέρνηση, δηλαδή τον Ιούνιο του 2016, σχεδόν δύο χρόνια μετά την υποβολή της αίτησης, το Δικαστήριο Ανηλίκων δεν εξέδωσε δικαστική απόφαση. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι τα παιδιά παρέμειναν με την ανάδοχη οικογένεια και οι περιορισμοί επαφής παρέμειναν σε ισχύ.

Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω στοιχείων, το Δικαστήριο δεν είναι πεπεισμένο ότι η συμπεριφορά των εγχώριων αρχών μπορεί να συμβιβαστεί με τις απαιτήσεις της περίπτωσης  και της «εξαιρετικής επιμέλειας» που πρέπει να ασκούνται σε περιπτώσεις που αφορούν την ευημερία των παιδιών.

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, και ιδίως όσον αφορά τις διάφορες καθυστερήσεις που διαπιστώθηκαν, το Δικαστήριο  διαπιστώνει ότι η  διαδικασία λήψης αποφάσεων, η οποία οδήγησε στην απρόσκοπτη τοποθέτηση των παιδιών για πάνω από δέκα χρόνια, είναι ασυμβίβαστη με τις απαιτήσεις του άρθρου 8. Συνεπώς υπάρχει βέβαιη παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης.

Δίκαιη ικανοποίηση: Το ΕΔΔΑ επιδίκασε 33.000 ευρώ για τους προσφεύγοντες από κοινού για ηθική ζημία και 17.000 ευρώ στην R.V. για έξοδα και δαπάνες  (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες