Η παράλειψη του κράτους να εξασφαλίσει στον πατέρα την επανένωση με την ανήλικη κόρη του, που η μητέρα της την οδήγησε σε άλλη χώρα, παραβίασε το δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής

ΑΠΟΦΑΣΗ

Vladimir Ushakov κατά Ρωσίας  της 18.06.2019 (αριθ. προσφ. 15122/17)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δικαίωμα επανένωσης  πατέρα με ανήλικη κόρη. Υποχρέωση του κράτους να αναπτύσσει τους δεσμούς τους.

Ο προσφεύγων, Ρώσος υπήκοος, ήταν κάτοικος Φιλανδίας. Απέκτησε μία κόρη με την σύζυγο του. Κατά το χρονικό διάστημα της δικαστικής διαδικασίας διαζυγίου τους,  η πρώην σύζυγος εγκαταστάθηκε με την κόρη τους στη Ρωσία, αν και ήταν μόνιμος κάτοικος Φιλανδίας,  χωρίς την συγκατάθεση του προσφεύγοντος και κατά παράβαση της δικαστικής απόφασης που αναγνώριζε, την από κοινού άσκηση επιμέλειας της κόρης τους. Τα εγχώρια δικαστήρια δεν αναγνώρισαν καμία παράβαση με αποτέλεσμα ο προσφεύγων να στερηθεί την επικοινωνία με την κόρη του.

Το  ΕΔΔΑ έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος  σεβασμού της οικογενειακής γιατί η άρνηση του υπεύθυνου κράτους να προστατεύσει το παραπάνω δικαίωμα, σε συνδυασμό με την απουσία μέτρων για την επανένωση της κόρης με τον πατέρα της, που συνιστά και θετική υποχρέωση του κράτους,  δεν ήταν απαραίτητη σε μία δημοκρατική κοινωνία.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 8

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, Vladimir Nikolayevich Ushakov, είναι Ρώσος υπήκοος που γεννήθηκε το 1977 και ζει στο Vantaa (Φινλανδία).

Η υπόθεση αφορούσε διαδικασίες διεθνούς απαγωγής παιδιών.

Ενώ ζούσε στη Φινλανδία, ο προσφεύγων παντρεύτηκε την Ι.Κ., υπήκοο της Ρωσίας, και μαζί απέκτησαν μια κόρη, την V., το 2012. Λίγο μετά τη γέννηση της V., η Ι.Κ. υπέστη δύο εγκεφαλικά επεισόδια, αφήνοντας  την φροντίδα της κόρης στον προσφεύγοντα. Η σχέση του ζευγαριού επιδεινώθηκε και τον Ιούνιο του 2013 η Ι.Κ. πήγε στη Ρωσία για θεραπεία.

Επέστρεψε στη Φινλανδία τον Αύγουστο του 2013. Μετά τη διαδικασία διαζυγίου που κινήθηκε άμεσα, το Επαρχιακό Δικαστήριο αποφάσισε ότι το ζευγάρι θα έπρεπε να έχει κοινή επιμέλεια της V., η οποία επρόκειτο να διαμείνει με τον προσφεύγοντα. Το Εφετείο του Ελσίνκι και το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τις εφέσεις της Ι.Κ. Ωστόσο, πριν από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου η Ι.Κ. πήρε το παιδί στη Ρωσία τον Φεβρουάριο του 2015 χωρίς τη συγκατάθεση του προσφεύγοντος και τον ενημέρωσε ότι δεν θα επέστρεφε.

Ο προσφεύγων υπέβαλε αίτηση για την επιστροφή της κόρης του στο πλαίσιο της Σύμβασης της Χάγης για τις  Αστικές  υποθέσεις της διεθνούς απαγωγής παιδιών. Το Δημοτικό Δικαστήριο της Αγίας Πετρούπολης τελικά διαπίστωσε ότι η συνήθη διαμονή της V.  δεν ήταν η Φινλανδία, ότι η απομάκρυνσή τους από τη Φινλανδία και η παραμονή της  στη Ρωσία δεν ήταν παράνομη κατά την έννοια του άρθρου 3 της Σύμβασης της Χάγης και ότι οι ιατρικές συνθήκες της V.  εμπίπτουν στην εξαίρεση από την άμεση επιστροφή δυνάμει του άρθρου 13 στοιχείο β) της Σύμβασης της Χάγης.

Ο προσφεύγων άσκησε έφεση κατά της απόφασης , αλλά δικαστές τόσο στο αστικό δικαστήριο όσο και στο Ανώτατο Δικαστήριο αρνήθηκαν να παραπέμψουν την προαναφερθείσα απόφαση σε διαδικασία αναίρεσης.

Ο προσφεύγων διαμαρτύρεται βάσει του άρθρου 8 (δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής) της Ευρωπαϊκής  Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα σχετικά με την άρνηση των ρωσικών δικαστηρίων για την αίτησή του για την επιστροφή της  κόρης του  στη Φινλανδία.

Δίκαιη ικανοποίηση: 16.250 ευρώ (ηθική βλάβη) και 6.800 ευρώ (έξοδα και δαπάνες)

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η αμοιβαία απόλαυση της επικοινωνίας μεταξύ  των γονέων και των παιδιών αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της «οικογενειακής ζωής» κατά την έννοια του άρθρου 8 της Σύμβασης. Κατά συνέπεια, η σχέση μεταξύ του προσφεύγοντα και της κόρης του εμπίπτει στο πεδίο της οικογενειακής ζωής σύμφωνα με το άρθρο 8 της Σύμβασης. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει αν υπάρχει μη τήρηση της οικογενειακής ζωής του προσφεύγοντος. Ο «σεβασμός» για την οικογενειακή ζωή συνεπάγεται την υποχρέωση ενός κράτους να ενεργεί κατά τρόπο που να επιτρέπει την ανάπτυξη της κανονικότητας των δεσμών αυτών.

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το Φεβρουάριο του 2015, ενώ το ζευγάρι στην προκειμένη περίπτωση βρισκόταν στη μέση της διαδικασίας διαζυγίου και επιμέλειας στη Φινλανδία, η μητέρα του παιδιού πήρε το παιδί, ηλικίας δύο ετών και ενός μηνός κατά το χρόνο των πραγματικών περιστατικών, στη Ρωσία και δεν επέστρεψε ποτέ στη Φινλανδία. Η πρωταρχική παρέμβαση στο δικαίωμα του προσφεύγοντος για σεβασμό στην οικογενειακή του ζωή δεν μπορεί συνεπώς να αποδοθεί σε ενέργεια ή παράλειψη του εναγομένου κράτους, αλλά σε πράξεις ιδιώτη.

Εντούτοις, η εν λόγω ενέργεια,  έθεσε το καθ’ ού κράτος υπό το βάρος των θετικών του   υποχρεώσεων να εξασφαλίσει στον προσφεύγοντα το δικαίωμά του για σεβασμό της οικογενειακής του ζωής, η οποία περιελάμβανε τη λήψη μέτρων στο πλαίσιο της Σύμβασης της Χάγης, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ταχεία επανένωση του με την κόρη του.

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι με την τελική απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2016 το Δημοτικό Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα προσφεύγοντα για επιστροφή της κόρης του V. στη Φινλανδία, το οποίο συνιστούσε παρέμβαση στο δικαίωμά του για σεβασμό της οικογενειακής του ζωής.

Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει αν η επίδικη επέμβαση ήταν «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία» κατά την έννοια του άρθρου 8 § 2 της Σύμβασης, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα των σχετικών διεθνών πράξεων, και κατά πόσο, όταν επιτυγχάνεται ισορροπία μεταξύ των συγκρουόμενων  συμφερόντων , προστατεύεται το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, εντός του περιθωρίου εκτιμήσεως που παρέχεται στο κράτος σε τέτοια θέματα. Προς τούτο, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη τη αιτιολογία  που στηρίχτηκε το Αστικό Δικαστήριο για την απόφασή του.

Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι στην προκειμένη περίπτωση το αστικό  δικαστήριο έκρινε ότι η Φινλανδία δεν ήταν το κράτος της συνήθους διαμονής του Β. Λαμβάνοντας υπόψη τις ακόλουθες περιστάσεις: οι διάδικοι και το παιδί ήταν Ρώσοι υπήκοοι και είχαν την κύρια  κατοικία τους στη Ρωσία

Το Δικαστήριο επισημαίνει καταρχάς ότι η άρνηση του Αστικού Δικαστηρίου να αναγνωρίσει τη Φινλανδία ως το κράτος της συνήθους διαμονής του, δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Το Δικαστήριο σημειώνει ειδικότερα ότι η κόρη της προσφεύγουσας γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του 2012 στη Φινλανδία, όπου είχε ζήσει όλη της τη ζωή πριν από την απομάκρυνσή της στη Ρωσία τον Φεβρουάριο του 2015. Διαμένοντας προσωρινά στην γιαγιά της από την πλευρά του πατέρα της,   στη Νορβηγία μεταξύ Ιουλίου και Οκτωβρίου 2013 , δεν είχε πάψει να έχει τη συνήθη διαμονή της στη Φινλανδία.

Το Δικαστήριο παρατηρεί επίσης ότι το συμπέρασμα του Αστικού Δικαστηρίου σύμφωνα με το οποίο η απομάκρυνση και η παραμονή  του παιδιού στη Ρωσία δεν ήταν παράνομη ελλείψει οριστικής απόφασης από τα φινλανδικά δικαστήρια που καθόριζαν τη διαμονή της V. να ορίζεται αυτή του προσφεύγοντα στην Φινλανδία, αντιβαίνει την προφανή έννοια του άρθρου 3 της Σύμβασης της Χάγης που προκύπτει από το κείμενο, την αιτιολογική Έκθεση και την αναγνωρισμένη κοινή πρακτική. Το Δικαστήριο παρατηρεί συναφώς ότι, ακόμη και ελλείψει οριστικής απόφασης των φινλανδικών δικαστηρίων που καθορίζει τα θέματα της επιμέλειας και της διαμονής του παιδιού, σύμφωνα με το φινλανδικό δίκαιο, ο προσφεύγων και η Ι.Κ. είχαν κοινή επιμέλεια του παιδιού, την οποία και οι δύο ασκούσαν πραγματικά. Παρατηρεί περαιτέρω ότι η απομάκρυνση και η παραμονή  του παιδιού στη Ρωσία από την Ι.Κ. είχε λάβει χώρα χωρίς γνώση του προσφεύγοντος και χωρίς τη συγκατάθεσή του, η οποία παραβίασε τα δικαιώματά του που προστατεύονται από το νόμο και παρεμπόδισε την κανονική τους άσκηση. Επομένως, φαίνεται ότι οι διατάξεις του εφαρμοστέου δικαίου ερμηνεύθηκαν και εφαρμόστηκαν στην προκειμένη περίπτωση κατά τρόπο που να καθιστά άνευ σημασίας την έλλειψη συγκατάθεσης του αιτούντος για την αναχώρηση της V. στη Ρωσία και την επακόλουθη διαμονή  της για μόνιμη κατοικία.

Το Δικαστήριο κρίνει συναφώς ότι, ενώ οι περιστάσεις που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την εφαρμογή της εξαίρεσης του άρθρου 13 στοιχείο β) της Σύμβασης της Χάγης στον γενικό κανόνα της άμεσης επιστροφής του παιδιού ενδεχομένως να υπήρχαν αλλά δεν αναφέρθηκαν στις εγχώριες αποφάσεις, και δεν είναι το καθήκον του Δικαστηρίου να υποκαταστήσει τις εθνικές αρχές και να τις καθιερώσει.

Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, το Δικαστήριο κρίνει ότι το Αστικό Δικαστήριο  παρέλειψε να εξετάσει τα πραγματικά περιστατικά και να εκδώσει επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση σχετικά με το αν η κατάσταση της υγείας της V. ή οι λοιπές περιστάσεις της IK αποτελούσαν εξαίρεση από την άμεση επιστροφή κατ’ εφαρμογή του άρθρου 13 στοιχείο β) της Σύμβασης της Χάγης και να την αξιολογήσει υπό το πρίσμα του άρθρου 8 της Σύμβασης.

Λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της υπόθεσης ως σύνολο, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ερμηνεία και η εφαρμογή των διατάξεων της Σύμβασης της Χάγης από το Δημοτικό Δικαστήριο δεν εξασφάλισε τις εγγυήσεις του άρθρου 8 της Σύμβασης,  και η ανάμειξη στο  δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής του ζωής δεν ήταν «απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία» κατά την έννοια του άρθρου 8 § 2 της Σύμβασης και ότι το εναγόμενο κράτος δεν τήρησε τις θετικές του υποχρεώσεις δυνάμει του άρθρου 8 της Σύμβασης για να εξασφαλίσει τον αιτούντα το δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής του ζωής.

Δίκαιη ικανοποίηση

το εναγόμενο κράτος οφείλει να καταβάλει στον προσφεύγοντα ποσό 16.250 ευρώ για ηθική βλάβη και 6.800 ευρώ για δαπάνες και έξοδα (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες