Η μη παροχή φροντίδας σε ασυνόδευτο ανήλικο μετανάστη ηλικίας 12 ετών και η διαμονή του σε απαράδεκτες συνθήκες καταυλισμού συνιστά εξευτελιστική μεταχείριση

ΑΠΟΦΑΣΗ

Khan κατά Γαλλίας της 28.02.2019 (αρ. 12267/16)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Εξευτελιστική μεταχείριση ανήλικου ασυνόδευτου μετανάστη από τις γαλλικές αρχές. Παράλειψη των γαλλικών αρχών να παράσχουν βοήθεια σε ασυνόδευτους ανηλίκους αλλοδαπούς πριν και μετά την εκκένωση των αυτοσχέδιων καταυλισμών στο νότιο τμήμα της γαλλικής πόλης Καλαί. Μεγάλος αριθμός ατόμων που επιθυμούσαν να ζητήσουν άσυλο στο Ηνωμένο Βασίλειο, ζούσαν επί έτη σε υπερπλήρεις σκηνές ή καλύβες, χωρίς καν αποχέτευση. Το ΕΔΔΑ δεν ήταν πεπεισμένο ότι οι αρχές είχαν κάνει ό, τι εύλογα μπορούσε να αναμένεται από αυτούς για να εκπληρώνουν την υποχρέωση προστασίας και φροντίδας του ασυνόδευτου αλλοδαπού ανηλίκου που βρισκόταν παράνομα στο γαλλικό έδαφος, δηλαδή ενός ατόμου που άνηκε στην πλέον ευάλωτη κοινωνική ομάδα. Για μερικούς μήνες, ο προσφεύγων ζούσε έτσι στη πόλη «Lande de Calais», σε ένα περιβάλλον εντελώς ακατάλληλο για ένα παιδί και σε κατάσταση ανασφάλειας που ήταν απαράδεκτη λόγω της νεαρής του ηλικίας. Το Στρασβούργο έκρινε ότι οι εξαιρετικά άσχημες συνθήκες που επικρατούσαν στους αυτοσχέδιους καταυλισμούς και η παράλειψη εφαρμογής της δικαστικής απόφασης για την προστασία του, αποτελούσαν παραβίαση των υποχρεώσεων του προσφεύγοντος κράτους. Το ΕΔΔΑ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι λόγω της αποτυχίας των γαλλικών αρχών να λάβουν τα απαιτούμενα μέτρα, ο προσφεύγων βρισκόταν σε μια κατάσταση που ισοδυναμούσε με εξευτελιστική μεταχείριση. Παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 3

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, Jamil Khan, είναι Αφγανός υπήκοος που γεννήθηκε το 2004 και ζει στο Μπέρμιγχαμ (Ηνωμένο Βασίλειο).
Κατόπιν διαταγής της 2ας Νοεμβρίου 2015 και της παρακίνησης, ιδίως των μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ), δόθηκε εντολή στον Νομάρχη του «Lande de Calais» να διαπιστώσει τον αριθμό των ασυνόδευτων ανηλίκων που διατρέχουν κίνδυνο και έχουν προσφύγει στην Υπηρεσία του Pas-de-Calais για προστασία. Ο δικαστής διέταξε να δημιουργηθούν εγκαταστάσεις υγιεινής στο «Lande de Calais».
Η κυβέρνηση υποστήριξε ότι όλες οι εγκαταστάσεις υγιεινής και ασφάλειας που διετάχθησαν με την επείγουσα αίτηση του δικαστή είχαν υλοποιηθεί. Η σύσταση της 20ής Απριλίου 2016 ανέφερε ότι παρόλο που ο αριθμός των ασυνόδευτων ανήλικων είχαν πράγματι διαπιστωθεί από τον Ιανουάριο του 2016, η καταμέτρηση δεν είχε οδηγήσει στην πραγματική φροντίδα των ανηλίκων. Το Υπουργείο Απασχόλησης είχε απλώς οργανώσει περιπολίες από άτομα με περιορισμένη κατάρτιση, χωρίς τη βοήθεια των μεταφραστών για την προετοιμασία των λεπτομερειών περί παροχής περίθαλψης.
Στις 12 Φεβρουαρίου 2016, ο Νομάρχης του Καλαί ανακοίνωσε την απόφασή του να διατάξει την εκκένωση του νότιου τμήματος της τοποθεσίας «Lande de Calais». Η εκκένωση πραγματοποιήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου και 16 Μαρτίου 2016. Το βόρειο τμήμα εκκενώθηκε στα τέλη Οκτωβρίου 2016.
Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι έφυγε από το Αφγανιστάν στα τέλη Αυγούστου 2015 για το Ηνωμένο Βασίλειο, και ότι έφτασε στο Καλαί, ακολουθώντας τους πρόσφυγες με την ελπίδα να βρεθεί κάποια διέξοδος προς την Αγγλία. Έτσι εγκαταστάθηκε σε μια καλύβα στο νότιο τμήμα του “Lande de Calais” και επικοινώνησε με διάφορες ΜΚΟ, μεταξύ των οποίων και η “Cabane juridique” (“Νομική καλύβα”). Στις 19 Φεβρουαρίου 2016 η εν λόγω ΜΚΟ κατέθεσε στον δικαστή ανηλίκων αίτηση για προσωρινή απόφαση περί προστασίας του. Ο δικαστής του διόρισε έναν νόμιμο εκπρόσωπο και διέταξε την τοποθέτησή του προσωρινά στο Τμήμα Παιδικών και Οικογενειακών Υποθέσεων της πόλης στις 23 Φεβρουαρίου 2016. Ο προσφεύγων υπενθύμισε ότι ούτε η αρμόδιά Υπηρεσία, ούτε η Νομαρχία είχαν προβεί σε κάποια ενέργεια φροντίδας. Η κυβέρνηση παρατήρησε ότι οι υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας δεν μπόρεσαν να εκτελέσουν την εντολή για την τοποθέτησή του, επειδή δεν είχε παραστεί στα αρμόδια γραφεία και ο δικηγόρος του, ο νόμιμος εκπρόσωπός του και η εμπλεκόμενη ΜΚΟ δεν τους είχε ενημερώσει για το που βρισκόταν.
Βασιζόμενος ιδίως στο άρθρο 3 της Σύμβασης (απαγόρευση απάνθρωπης και ταπεινωτικής μεταχείρισης) ο προσφεύγων, παραπονέθηκε για την παράλειψη των γαλλικών αρχών να συμμορφωθούν με το καθήκον τους ώστε να προστατεύσουν τους ασυνόδευτους αλλοδαπούς ανηλίκους όπως τον ίδιο στην τοποθεσία του «Lande de Calais». Αυτός, παραπονέθηκε ότι η απόφαση για προσωρινή τοποθέτησή του στο κέντρο ευημερίας των τέκνων δεν είχε εκτελεσθεί. Η προσφυγή, κατατέθηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στις 3 Μαρτίου 2016.
Στις 2 Μαρτίου 2016, κατά τη διάρκεια της εκκένωσης του νότιου τμήματος του «Lande de Calais», 15 ασυνόδευτοι αλλοδαποί ανήλικοι, συμπεριλαμβανομένου του προσφεύγοντος , καθώς και δύο ΜΚΟ, υπέβαλαν αίτημα για την εφαρμογή του άρθρου 39 του Κανονισμού του Δικαστηρίου. Ζήτησαν ειδικότερα, το κράτος να αναφέρει λεπτομερώς τα μέτρα που ελήφθησαν. Στις 9 Μαρτίου 2016, μετά την υποβολή των απαντήσεων των μερών, το Δικαστήριο αποφάσισε να μην προβεί σε συστάσεις προς την κυβέρνηση σχετικά με τα απαιτούμενα προσωρινά μέτρα. Σημείωσε το γεγονός ότι η κυβέρνηση ανέλαβε τη δέσμευση να φροντίσει τους εν λόγω ανηλίκους αμέσως μόλις είχαν λάβει χώρα οι αποφάσεις για προσωρινή τοποθέτηση τους που εκδίδει ο δικαστής ανηλίκων.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο επισήμανε τη νεαρή ηλικία του προσφεύγοντος, ο οποίος όταν έφθασε στη Γαλλία ήταν 11 χρονών παιδί. Ήταν δε 12 ετών όταν εκκενώθηκε το νότιο τμήμα του «Lande de Calais» και είχε εγκαταλείψει τη χώρα. Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι είχε ζήσει στο «Lande de Calais» για έξι μήνες περίπου.
Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν είχε λάβει την απαιτούμενη φροντίδα από τις αρχές.
Το Δικαστήριο σημείωσε ότι, με τη διάταξη της 23ης Νοεμβρίου 2015, το Συμβούλιο της Επικρατείας που έκρινε επείγουσες αιτήσεις, είχε χρησιμοποιήσει τη λέξη «παραγκούπολη» για να περιγράψει την τοποθεσία «Lande de Calais», είχε διαπιστώσει ότι οι εγκαταστάσεις για τις βασικές ανάγκες των προσφευγόντων όσον αφορά στην υγιεινή και στην προμήθεια πόσιμου νερού ήταν «προδήλως ανεπαρκείς», και είχε επισημάνει ότι «τόση ήταν η αμέλεια που οδηγούσε στο να εκτίθενται οι άνθρωποι σε απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση, τόσο σοβαρά και προδήλως παράνομη, που παραβιαζόταν το θεμελιώδες δικαίωμα τους στην προσωπική τους ελευθερία». Μετά την εκκένωση του νότιου τμήματος, πολλοί από τους κατοίκους, είχαν μετακινηθεί στο βόρειο τμήμα, γεγονός που είχε επιδεινώσει τον υπερπληθυσμό εκεί.
Λόγω της αποτυχίας των αρχών να προστατεύσουν τον προσφεύγοντα και παρά την υποστήριξη διαφόρων ΜΚΟ, είχαν περάσει έξι μήνες που ζούσε σε περιβάλλον προδήλως ακατάλληλο για παιδιά, που χαρακτηρίζεται από αδιαλλαξία, αβεβαιότητα και ανασφάλεια. Στις 22 Φεβρουαρίου 2016, βάσει της επικίνδυνης κατάστασης του προσφεύγοντος, ο δικαστής του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Boulogne-sur-Mer είχε διέταξε την τοποθέτησή του στο τμήμα ευημερίας παιδιών. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η αποτυχία παροχής φροντίδας, η οποία ήταν ήδη εξαιρετικά προβληματική στο νότιο τμήμα της περιοχής είχε καταστεί ακόμη χειρότερη μετά την επιχείρηση αυτή, εξαιτίας της κατεδάφισης της καλύβας στην οποία ζούσε και τη γενική επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης στο χώρο.
Το ίδιο το γεγονός ότι ο προσφεύγων αναγκάστηκε να περιμένει τον δικαστή ανηλίκων να διατάξει την τοποθέτησή του πριν η περίπτωσή του να μπορέσει πραγματικά να εξεταστεί από τις αρμόδιες αρχές, έθετε ερωτήματα ως προς τη συμμόρφωση με την υποχρέωση, η οποία απορρέει από το άρθρο 3 της Σύμβασης για την προστασία και την φροντίδα των ασυνόδευτων αλλοδαπών ανηλίκων. Οι αρμόδιες αρχές δεν είχαν μάλιστα αναγνωρίσει τον προσφεύγοντα, έστω και αν ήταν παρών στο «Lande de Calais» για αρκετούς μήνες. Επομένως, προκύπτει ότι τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για τον εντοπισμό των ασυνόδευτων αλλοδαπών ανηλίκων που υπήρχαν στην περιοχή ήταν ανεπαρκή. Ωστόσο, σημείωσε ότι ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ο λόγος για την απροθυμία των ανηλίκων να αποδεχθούν τα μέτρα ήταν ότι το σύστημα της παροχής καταλύματος για αυτούς ήταν ακατάλληλο για την κατάστασή τους και ότι η εν λόγω απροθυμία δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να δικαιολογήσει την αδράνεια των αρχών, οι οποίες, έχοντας την ευθύνη της προστασίας των παιδιών, θα έπρεπε να έχουν εξετάσει προσεκτικά τα μέσα για να το πράξουν, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την ειδική φύση των περιπτώσεων αυτών.
Το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο προσφεύγων, από την πλευρά του, δήλωσε ότι θα είχε αποδεχθεί την επίσημη προστασία. Το δικαστήριο επανέλαβε ότι ήταν παιδί ηλικίας 12 ετών που πιθανότατα να είχε περιορισμένη γνώση της γαλλικής γλώσσας. Συνεπώς, δεν ήταν πειστικό από την κυβέρνηση το επιχείρημα ότι ο προσφεύγων όφειλε αυτοπροσώπως να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για να εξασφαλίσει την επίσημη προστασία του. Έκρινε επίσης ότι οι ΜΚΟ και ο δικηγόρος που εκπροσώπησε τον προσφεύγοντα στο πλαίσιο της διαδικασίας που οδήγησε στη διάταξη της 22ας Φεβρουαρίου 2016 ως οι εκ του νόμου εκπρόσωποί του, δεν έπρεπε να κατηγορηθούν ότι δεν τον είχαν οδηγήσει στο κέντρο υποδοχής που ορίστηκε από τις αρχές, δεδομένου ότι το έργο προφανώς ενέπιπτε στην αρμοδιότητα των ίδιων των αρχών.
Το δικαστήριο γνώριζε την πολυπλοκότητα του έργου που αντιμετωπίζουν οι εθνικές αρχές ενόψει της δυσκολίας αναγνώρισης των ανηλίκων μεταξύ όλων των ατόμων στην περιοχή και της παροχής σε αυτούς κατάλληλη φροντίδα, δεδομένου ότι οι ίδιοι πολλές φορές δεν την επιθυμούν. Το Δικαστήριο σημείωσε, επίσης, την ασάφεια της στάσεως του προσφεύγοντος, ο οποίος, παρά το γεγονός ότι υπέβαλε αίτηση στον προσωρινό δικαστή ανηλίκων, δεν είχε την πρόθεση να παραμείνει στη Γαλλία, αλλά είχε προγραμματίσει να φτάσει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το Δικαστήριο παρατήρησε επίσης ότι οι εθνικές αρχές δεν είχαν παραμείνει εντελώς ανενεργές, δεδομένου ότι είχαν λάβει μέτρα για την επιβολή της εντολής των δικαστών στις 22 Φεβρουαρίου 2016. Ωστόσο, το δικαστήριο δεν ήταν πεπεισμένο ότι οι αρχές είχαν κάνει ό, τι μπορούσαν για να συμμορφωθούν με την υποχρέωση προστασίας και φροντίδας που ενέπιπτε στην αρμοδιότητά τους έναντι του ασυνόδευτου αλλοδαπού ανηλίκου, ο οποίος βρισκόταν παράνομα στη Γαλλία και άρα άνηκε στην κατηγορία των πλέον ευάλωτων ατόμων.
Για αρκετούς μήνες, ο προσφεύγων έζησε στον καταυλισμό «Lande de Calais», σε ένα περιβάλλον εντελώς ακατάλληλο για ένα παιδί και σε κατάσταση ανασφάλειας απαράδεκτη λόγω της νεαρής ηλικίας του.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι ιδιαίτερα σοβαρές περιστάσεις της υπόθεσης και η μη εφαρμογή της απόφασης των δικαστών που αποσκοπούσε στην προστασία του προσφεύγοντος, συνιστούσε παραβίαση των υποχρεώσεων του προσφεύγοντος κράτους. Λόγω της αποτυχίας των γαλλικών αρχών να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα, ο προσφεύγων βρισκόταν σε κατάσταση, η οποία είχε ανέλθει σε εξευτελιστική μεταχείριση.
Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Γαλλία οφείλει να καταβάλει στον προσφεύγοντα 15.000 ευρώ για ηθική βλάβη (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες