Οι παρεμβάσεις του κράτους στο θέμα των συντάξεων, με φόντο τη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος

ΑΠΟΦΑΣΗ

Fábián κατά Ουγγαρίας της  05/09/2017 (αριθμ. προσφ. 78117/13)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η αναστολή σύνταξης συνταξιούχου εξαιτίας εργασίας του στο δημόσιο. Δικαιολογητικός λόγος για την αναστολή της σύνταξης για λόγους προστασίας του δημόσιου ταμείου και εξασφάλισης της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του ουγγρικού συστήματος συντάξεως. Ο προσφεύγων δεν είχε επιβαρυνθεί σημαντικά αφού δεν του μειώθηκε ή καταργήθηκε η σύνταξή του αλλά ανεστάλη εξαιτίας εργασίας του στο Δημόσιο και πληρωνόταν από την ίδια πηγή εκταμίευσης χρημάτων (δημόσιο ταμείο). Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος στην περιουσία του και απέρριψε την προσφυγή.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 1

Άρθρο 14

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, Gyula Fábián, είναι υπήκοος της Ουγγαρίας ο οποίος γεννήθηκε το 1953 και ζει στη Βουδαπέστη. Ο κ. Fábián συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα σε ηλικία περίπου 47 ετών και άρχισε να λαμβάνει τη σύνταξή του από την 1η Ιανουαρίου 2000. Ωστόσο, συνέχισε να εργάζεται, αρχικά στον ιδιωτικό τομέα από το 2000 έως το 2012, και στη συνέχεια στον δημόσιο τομέα από την 1η Ιουλίου 2012 έως την 1η Απριλίου 2015.

Την 1η Ιανουαρίου 2013 τέθηκε σε ισχύ μια τροποποίηση του νόμου περί συντάξεων του 1997, σύμφωνα με την οποία η εκταμίευση συντάξεων σε άτομα τα οποία απασχολούνται ταυτόχρονα σε διάφορες θέσεις της δημόσιας διοίκησης, θα αναστέλλονταν από την 1η Ιουλίου 2013 και μετά καθ’ όλη τη διάρκεια της  εργασίας.

Στις 2 Ιουλίου 2013, η Εθνική Διοίκηση Συντάξεων ενημέρωσε τον κ. Fábián, ο οποίος εργάζονταν ως επικεφαλής του Τμήματος Οδικής Συντήρησης σε ένα περιφερειακό δήμο της Βουδαπέστης, ότι η εκταμίευση της σύνταξής του, που ισοδυναμεί με περίπου 550 ευρώ ανά μήνα κατά τον κρίσιμο χρόνο, είχε ανασταλεί από την 1η Ιουλίου 2013 επειδή εργάζονταν ταυτόχρονα στο δημόσιο. Ο κ. Fábián προσέφυγε ανεπιτυχώς κατά της απόφασης αυτής στα εθνικά δικαστήρια. Παραιτήθηκε από τη θέση του στο δήμο στις 31 Μαρτίου 2015 και συνέχιζε να λαμβάνει τη σύνταξή του η οποία  αυξήθηκε σε περίπου 585 ευρώ. Η εν λόγω νομοθεσία δεν ίσχυε για τους συνταξιούχους οι οποίοι εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ….

α) Το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου (προστασία της περιουσίας)

Πρώτον, το ΕΔΔΑ παρατήρησε ότι η επίδικη παρεμβολή είχε προβλεφθεί από το άρθρο 83 / C  του νόμου περί συντάξεων του 1997 και επιδίωκε στόχο γενικού συμφέροντος, δηλαδή την προστασία του δημοσίου ταμείου με στόχο την εξασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του ουγγρικού συστήματος συνταξιοδότησης και τη μείωση του δημόσιου χρέους.

Δεύτερον, το Δικαστήριο επισήμανε ότι το εν λόγω σύστημα ήταν συνταξιοδοτικό σύστημα συντάξεως γήρατος και ότι οι συντάξεις αυτές αποσκοπούσαν, γενικά, να αντισταθμίσουν τα μειωμένα κέρδη των ηλικιωμένων.

Όταν οι συνταξιούχοι συνέχιζαν ή ξανά- άρχιζαν να εργάζονται  – όπως ο προσφεύγων – όταν δεν είχαν ακόμη φτάσει στη νόμιμη ηλικία συνταξιοδότησης, η καριέρα τους προφανώς δεν είχε τελειώσει και η κερδοφορία εξακολουθούσε να υφίσταται. Ως εκ τούτου, ο κύριος Fábián, ο οποίος είχε συνταξιοδοτηθεί σε ηλικία σχεδόν 47 ετών, δικαιούνταν σύνταξης η οποία θα ήταν ανάλογη με τις συνεισφορές του, οι οποίες έλαβαν χώρα σε μικρότερο χρονικό διάστημα απ’ ότι καταβάλλονταν συνήθως.

Στη συνέχεια συνέχισε να συνεισφέρει στο ταμείο συντάξεων λόγω της εργασίας του στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, λίγο μετά τη συνταξιοδότησή του στο 2000.

Τρίτον, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι οι μέθοδοι χρηματοδότησης των δημόσιων συνταξιοδοτικών συστημάτων ποικίλλουν σημαντικά από το ένα Συμβαλλόμενο Κράτος στο άλλο και ότι τα θέματα που αφορούν τις κοινωνικές και οικονομικές πολιτικές εμπίπτουν καταρχήν στο ευρύτερο περιθώριο εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται στα κράτη σε αυτόν τον τομέα. Κατά την εξέταση του κατά πόσο οι εθνικές αρχές ενήργησαν εντός του περιθωρίου εκτιμήσεώς τους στο πλαίσιο του Πρωτοδικείου, το Δικαστήριο εξέτασε διάφορα στοιχεία. Σημείωσε ότι η υπόθεση του κ. Fábián δεν αφορούσε ούτε τη μόνιμη, ολοκληρωτική απώλεια των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων ούτε τη μείωση τους. Αντιθέτως αφορούσε την προσωρινή αναστολή των συνταξιοδοτικών παροχών, τις οποίες θα αποκτούσε εκ νέου  όταν ο κ. Fábiánθα παραιτούνταν από τη δημόσια θέση. Ως εκ τούτου, η αναστολή των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων δεν έπληξε πολύ την ουσία του δικαιώματος του προσφεύγοντος και η ουσία του δικαιώματος δεν είχε υποστεί βλάβη. Το Δικαστήριο επίσης παρατήρησε ότι, όταν η επίμαχη νομοθεσία είχε τεθεί σε ισχύ, η  εκταμίευση της σύνταξης του κ. Fábián είχε ανασταλεί, αλλά είχε τη δυνατότητα να επιλέξει μεταξύ της διακοπής της εργασίας του στο δημόσιο και να επιλέξει να λαμβάνει κανονικά τη σύνταξή του ή να συνεχίζει να εργάζεται και να υπάρξει διακοπή των συνταξιοδοτικών του παροχών. Ο προσφεύγων επέλεξε το τελευταίο. Συνεπώς συνέχισε να συνεισφέρει στο Ταμείο Συντάξεων, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της σύνταξής του μετά την εκ νέου εκταμίευση της σύνταξής του. Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι, αφότου η εκταμίευση της σύνταξής του είχε ανασταλεί, ο κ. Fábián εξακολούθησε να λαμβάνει τον μηνιαίο μισθό του. Ως εκ τούτου, δεν είχε μείνει χωρίς εισόδημα. Επιπλέον, δεν είχε υποστηρίξει ότι κινδύνευε να βρεθεί κάτω από το όριο επιβίωσης.

Συνεπώς, έχοντας κατά νου το ευρύ περιθώριο εκτίμησης του κράτους στο θέμα και τους νόμιμους στόχους προστασίας του δημόσιου ταμείου και εξασφάλισης της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του ουγγρικού συστήματος συντάξεως, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι είχε επιτευχθεί δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων  γενικού συμφέροντος της κοινότητας και τις απαιτήσεις της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του κ. Fábián, ο οποίος δεν είχε επιβαρυνθεί υπερβολικά  προσωπικά.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου.

β) Άρθρο 14 (απαγόρευση των διακρίσεων), σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η προσφυγή του κ. Fábián σχετικά με τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ συνταξιούχων που απασχολούνταν στο δημόσιο τομέα και σ εαυτόν του ιδιωτικού ήταν εκπρόθεσμη και τη κήρυξε απαράδεκτη (άρθρο 35 παρ. 1 και 4 της Σύμβασης). Ο κ. Fábián είχε εγείρει την καταγγελία για πρώτη φορά στις παρατηρήσεις του στις 9 Φεβρουαρίου 2015, δηλαδή μετά τη λήξη της εξάμηνης προθεσμίας υποβολής καταγγελιών.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο κ. Fábián δεν απέδειξε ότι, ως δημόσιος υπάλληλος, του οποίου η απασχόληση, η αμοιβή και οι κοινωνικές παροχές εξαρτώνται από τον κρατικό προϋπολογισμό, ήταν σε παρόμοια κατάσταση με τους συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα. Μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 83/C του νόμου περί συντάξεων, η συνταξιοδότηση του προσφεύγοντος εξαιτίας της  μεταγενέστερης απασχόλησης στο δημόσιο τομέα είχε ως αποτέλεσμα την αναστολή των συνταξιοδοτικών του παροχών. Ακριβώς το γεγονός, ότι δηλαδή, ως δημόσιος υπάλληλος, εισέπραττε μισθό από το κράτος, ήταν ασυμβίβαστο με την ταυτόχρονη εκταμίευση σύνταξης από την ίδια πηγή. Όντας ζήτημα της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής απασχόλησης, το αμφισβητούμενο εμπόδιο ταυτόχρονης εκταμίευσης της σύνταξης και του μισθού από τον κρατικό προϋπολογισμό εισήχθη στο πλαίσιο νομοθετικών μέτρων με στόχο τη διόρθωση οικονομικών μη βιώσιμων χαρακτηριστικών του συνταξιοδοτικού συστήματος του κράτους.

Τα μέτρα που ελήφθησαν για τη μεταρρύθμιση των ανεπαρκών συνταξιοδοτικών συστημάτων είχαν, με τη σειρά τους, ενταχθεί σε δράσεις που αναλήφθηκαν με στόχο τη μείωση των δημοσίων δαπανών και του χρέους. Αυτό δεν εμπόδισε τη καταβολή  συντάξεων και μισθών στα άτομα που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, των οποίων οι μισθοί, σε αντίθεση με αυτούς των ατόμων που απασχολούνται στο δημόσιο, δεν καταβάλλονταν από το κράτος, αλλά από ιδιωτικούς προϋπολογισμούς εκτός του άμεσου ελέγχου του τελευταίου. Επιπλέον, σύμφωνα με το ουγγρικό δίκαιο, η απασχόληση στο δημόσιο και η απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα αντιμετωπίζονταν ως ξεχωριστές κατηγορίες και η επαγγελματική εξειδίκευση του κ. Fábián στο δημόσιο ήταν δύσκολο να συγκριθεί με οποιοδήποτε στον ιδιωτικό τομέα. Εξάλλου, δεν είχαν προταθεί σχετικές συγκρίσεις από αυτόν. Τέλος, όσον αφορά την απασχόλησή του, το κράτος δεν είχε λειτουργήσει μόνο ως ρυθμιστής και σταθεροποιητής, αλλά ήταν επίσης και ο εργοδότης του. Κατά συνέπεια, το κράτος έπρεπε να ορίσει, υπό την ιδιότητα του εργοδότη, τους όρους απασχόλησης του προσωπικού του και, ως διαχειριστής του Ταμείου Συντάξεων, τους όρους εκταμίευσης των συντάξεων. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρξε διάκριση και επομένως δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου(επιμέλεια echrcaselaw.com)


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες