Επικριτική συμπεριφορά δικηγόρου σε δικόγραφο κατά δικαστή και η ελευθερία της έκφρασης

ΑΠΟΦΑΣΗ:

Rodriguez Ravelo κατά Ισπανίας της 12.1.2016(αρ. προσφ.  48074/10)
βλ. εδώ 

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ:

Ο προσφεύγων είναι δικηγόρος και σε ένα  δικόγραφο  επιτέθηκε  κατά του δικαστή  επικαλούμενος  μία  σειρά πραγματικών περιστατικών που απείχαν από την πραγματικότητα, ενώ περιείχε και ψευδείς ισχυρισμούς αλλά και κακόβουλες  πληροφορίες για το δικαστικό λειτουργό  που εξέδωσε απόφαση για τον εντολέα του. Το αποτέλεσμα ήταν τα εθνικά δικαστήρια να καταδικάσουν το δικηγόρο για συκοφαντική δυσφήμηση. Το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι οι φράσεις που χρησιμοποίησε ο δικηγόρος ήταν σοβαρές, επιθετικές και αγενείς, όμως δεν χρησιμοποιήθηκαν στο ακροατήριο αλλά γραπτώς και έλαβαν γνώση μόνον ο δικαστής και οι διάδικοι, είχαν δε υποβληθεί στο πλαίσιο υπεράσπισης των συμφερόντων του πελάτη του και αφορούσαν κυρίως τον τρόπο με τον οποίο ο εν λόγω δικαστής είχε εκδικάσει την υπόθεση. Η ποινική καταδίκη σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα της ποινής που επιβλήθηκε στον συνήγορο ήταν σε θέση να έχει ανασταλτική επίδραση στους δικηγόρους που αντιμετώπιζαν παρόμοιες καταστάσεις και είχαν κληθεί να υπερασπιστούν τους πελάτες τους. Έτσι, έκρινε ότι συντελέστηκε  παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ σε βάρος του δικηγόρου που προστατεύει το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης.

ΣΧΟΛΙΟ-ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ:

Η απόφαση είναι σημαντική για την ελευθερία έκφρασης των δικηγόρων όταν ασκούν τα υπερασπιστικά τους καθήκοντα. Το Στρασβούργο δίνει μια μεγαλύτερη ελευθεριότητα εκφράσεων στον γραπτό υπερασπιστικό  λόγο από ότι  στον ίδιο λόγο που εκφέρεται ενώπιον του ακροατηρίου των δικαστηρίων. Δικαιολογεί δηλ. ακόμα και τον επιθετικό, προσβλητικό και αγενή λόγο ακόμα και κατά δικαστή για τον τρόπο που ενεργεί την διαδικασία, εφόσον : α) αυτός περιορίζεται σε γραπτό κείμενο που το βλέπουν μόνον οι αναγκαίοι παράγοντες της δίκης (δικαστής, διάδικοι) και β) συναρτάται με την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των διαδίκων.

Μια άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή της απόφασης είναι ότι θεωρεί, υπό προϋποθέσεις, ως υπερισχύουσα την ελευθερία έκφρασης των δικηγόρων και τον μη εκφοβισμό τους από την υπεράσπιση της τιμής του δικαστικού λειτουργού.

ΔΙΑΤΑΞΗ:

Άρθρο 10 (ελευθερία της έκφρασης) της ΕΣΔΑ.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ:

Ο προσφεύγων, ο Fernando Rodriguez Ravelo, είναι Ισπανός υπήκοος ο οποίος γεννήθηκε το 1970 και ζει στο Puerto Del Rosario (Ισπανία). Ο κ. Rodriguez Ravelo, που είναι δικηγόρος, εκπροσωπούσε την D., μια εταιρεία, στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της κυρίας F. και της D.  σχετικά με τον αναγνώριση κυριότητας κάποιων αγροτικών ακίνητων. Στο πλαίσιο αυτό, υπέβαλε μια αστική αγωγή κατά της κας F. στην επίδικη έκταση, υποστηρίζοντας ότι η εντολέας του εταιρεία D. ήταν η νόμιμη κυρία της ιδιοκτησίας. Σε αυτή την αγωγή ο προσφεύγων αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι τα γεγονότα, όπως ορίζονται στην απόφαση από το περιφερειακό δικαστή, δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα. Σε δικόγραφό του o κ. Rodriguez Ravelo κατηγόρησε τον Επαρχιακό Δικαστή, για εσκεμμένη στρέβλωση της πραγματικότητας, για ασύστολα ψέματα ή, ακόμη, έκδοση ψευδών εκθέσεων που περιείχαν ψευδείς και κακόβουλες πληροφορίες.

Κινήθηκε ποινική διαδικασία κατά του κ. Rodriguez Ravelo για το εικαζόμενο αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης. Καταδικάστηκε σε χρηματική ποινή 30 ευρώ την ημέρα για εννέα μήνες και σε ποινής φυλάκισης σε περίπτωση μη καταβολής της χρηματικής ποινής. Η απόφαση του εθνικού δικαστηρίου ανέφερε ότι οι εκφράσεις που χρησιμοποίησε ο Rodriguez Ravelo έπληξαν σοβαρά την τιμή του Επαρχιακού Δικαστή και υπερέβαιναν το νόμιμο υπερασπιστικό μέτρο, με τον κ. Rodriguez Ravelo να καταφεύγει σε προσβολές και δυσφήμηση. Ο προσφεύγων κατέθεσε μια σειρά από ανεπιτυχή ένδικα μέσα κατά της απόφασης αυτής.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η καταδίκη του κ. Rodriguez Ravelo από τα εσωτερικά δικαστήρια για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης του Επαρχιακού Δικαστή αποτελούσε παρέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης. Η καταδίκη και η ποινή του κ. Rodriguez Ravelo ήταν σύμφωνη με το νόμο ωστόσο, και η παρέμβαση είχε ως στόχο την επιδίωξη της προστασίας της υπόληψης και των δικαιωμάτων του Επαρχιακού Δικαστή και τη διατήρηση του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η συμπεριφορά του κ. Rodriguez Ravelo έδειξε έλλειψη σεβασμού προς το πρόσωπο του Επαρχιακού Δικαστή και, έμμεσα, στο σύστημα δικαιοσύνης. Σε μια περίπτωση όπως αυτή ήταν απολύτως αποδεκτό να τιμωρηθεί η συμπεριφορά τέτοιου είδους, προερχόμενη από δικηγόρο.

Παρ ‘όλα αυτά, το Δικαστήριο έκρινε ότι, αν και σοβαροί και αγενείς, οι λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν από τον προσφεύγοντα, δεν είχαν διατυπωθεί αυτοί στην αίθουσα του δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι είχε εκφραστεί εγγράφως, μόνο ο δικαστής και οι διάδικοι είχαν γνώση αυτών. Οι δηλώσεις αφορούσαν κυρίως τον τρόπο με τον οποίο ο εν λόγω δικαστής είχε εκδικάσει την υπόθεση και, αν και επιθετικές, είχαν υποβληθεί στο πλαίσιο υπεράσπισης των συμφερόντων του πελάτη του.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η καταδίκη σε ποινικές διαδικασίες, σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα της ποινής που επιβλήθηκε στον κ. Rodriguez Ravelo, ήταν σε θέση να έχει μια ανασταλτική επίδραση στους δικηγόρους που αντιμετώπιζαν παρόμοιες καταστάσεις και είχαν κληθεί να υπερασπιστούν τους πελάτες τους.

Ως εκ τούτου, τα ποινικά δικαστήρια κατά την εξέταση της υπόθεσης είχαν αποτύχει να επιτύχουν μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ της διατήρησης της αρχής της δικαιοσύνης και της ανάγκης προστασίας του δικαιώματος έκφρασης του προσφεύγοντος δικηγόρου. Το γεγονός ότι ο προσφεύγων είχε καταβάλει τη χρηματική ποινή που του επιβλήθηκε, και κατά συνέπεια, δεν είχε φυλακιστεί, δεν άλλαζε το συμπέρασμα αυτό.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ποινή του κ. Rodriguez Ravelo, η οποία ενείχε κίνδυνο φυλάκισης, δεν ήταν ανάλογη ως προς τον επιδιωκόμενο θεμιτό σκοπό και δεν ήταν κατά συνέπεια αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Ως εκ τούτου, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 της Σύμβασης.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ισπανία όφειλε να καταβάλει στον προσφεύγοντα 8.100 ευρώ για υλική ζημία και ότι η διαπίστωση της παραβίασης ήταν από μόνη της επαρκή δίκαιη ικανοποίηση για οποιαδήποτε ηθική βλάβη που μπορεί να υπέστη ο προσφεύγων.


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες